Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

NOAH CRESHEVSKY - "THE TWILIGHT OF THE GODS" (2010)

Tα ακούσματα μου γύρω από την “σύγχρονη μουσική” ή modern composition ή απλά avant garde είναι μετρημένα. Ως απλός ακροατής, έχω πολλές φορές προσπαθήσει, αν όχι να απολαύσω, τουλάχιστον να καταλάβω μια σύνθεση του Ligetti ή Stockhausen. Δυστυχώς, δυσκολεύομαι να μυηθώ σε ένα τόσο στριφνά ακαδημαϊκό μουσικό κόσμο, χωρίς να έχω ο ίδιος κάποια μουσική παιδεία. Από την άλλη, δεν θέλω να στερήσω στον εαυτό μου την πιθανότητα ενός ξαφνικού έρωτα με το είδος και έτσι προσπαθώ να ακούω που και που κάτι πιο “τρίτο πρόγραμμα”.
Το “Twillight of the Gods” του εβραίο-αμερικάνου Creshevsky το στάμπαρα στη λίστα Rewind 2010 του Wire και είπα να το δοκιμάσω. Εξεπλάγην από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Μια μουσική τόσο ζωντανή, απείθαρχη και σκαμπρόζα που πραγματικά σε παρασέρνει με την ανατρεπτική της αύρα. Ο ίδιος ο συνθέτης περιγράφει την μουσική του ως “electroacoustic musical language constructed from sounds that are found in our shared environment, handled in ways that are somehow exaggerated or excessive . Στην πράξη, αυτή η δαιδαλώδης υπέρ-μουσική κατασκευάζεται μετά από ώρες επεξεργασίας ζωντανών ηχογραφήσεων jazz ορχηστρών, soloist κλασσικής παιδείας και ορχηστρών δωματίων. Ό τρόπος που μοντάρει αυτό το πρωτογενές υλικό ο Creshevsky είναι πανέξυπνος, καθώς με την παράθεση παρόμοιων ηχογραφήσεων σε μια γραμμική σειρά, αντί να ανασυντάσσει τις μελωδίες και τις κορυφώσεις των συνθέσεων, τις υπερτονίζει και δημιουργεί, τελικά, ένα μοναδικό αίσθημα μετά-κίνησης της μουσικής πραγματικότητας. Σίγουρα, ο δουλειά έχει πολλά κοινά με τα φαντασμαγορικά “Plunderphonics” του έτερου Νεοϋορκέζου John Oswald, αλλά ο στόχος του δεν είναι να πλάσει μια εντελώς νέα μουσική από γνωστές πηγές ή να τις σατιρίσει, αλλά να σεβόμενες τις να βελτιστοποιήσει τις δυναμική τους. Έτσι, στο “Gottamerung” η κlezmer jazz στροβιλίζεται σε ένα εκτυφλωτικά ταχύ ρυθμό που σε ξεσηκώνει, στο κλασικίζων “Omaggio” η ενορχήστρωση δραματοποιείται στον απόλυτο βαθμό και στο “Three Minute Waltzes” το ηχητικό κολλάζ είναι ιδιοφυώς ισορροπημένο. Παρακάτω, το ανατολίτικο “Le Belle Dame Sans Merci” δυτικοποιείται σε μια υπερρεαλιστική early music κατάνυξη και στο κιθαριστικό “Enstancia” το φλαμένγκο φλερτάρει με τον αυτοσχεδιασμό.
Πραγματικά, η μουσική του Creshevsky, όπως παρουσιάζεται σε αυτήν τη συλλογή της Τzadik, είναι ακαταμάχητα γοητευτική και ταυτόχρονα άκρως νεωτεριστική. Έχει την δύναμη από μόνη της να απελευθέρωση τη φαντασία, χωρίς ψυχεδελικά artworks και ψαρωστικά concepts.


((E A R)) ((E Y E))

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

NATURAL SNOW BUILDINGS - "WAVES OF THE RANDOM SEA" (2011)

Άλλο ένα ατελείωτο album (πάνω από 70 λεπτά διάρκεια) για το duo εκ Γαλλίας. Οι Natural Snow Buildings συνεχίζουν στο ίδιο, πάνω-κάτω, μοτίβο με όλες τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους: ατμοσφαιρικά drones, ψιθυριστές φωνές, ψυχεδελικές folk σφήνες, μεγάλης έκτασης συνθέσεις. Τα ηχοτόπια που πλάθουν είναι αρκετά συνθηματικά και άμεσα, μελαγχολικά και συννεφιασμένα – κάτι ιδιαιτέρως δύσκολο όταν καταπιάνεσαι με drones και θορύβους. Θα τολμούσα να πω ότι οι Natural Snow Buildings αποτελούν για την folk, ότι οι Bardo Pond για την Avant-Rock – κινούνται σε ένα θολό πλαίσιο βόμβων και θορύβων, με κύριο χαρακτηριστικό των δίσκων τους μια καθαρά συναισθηματική χροιά και με έναν έντονα ζωντανό ήχο, νιώθεις πως βρίσκεσαι κάπου στην άκρη του studio που ηχογραφούν. Οι συνθέσεις κυλούν νωχελικά, με ηχητικά επίπεδα που επικάθονται το ένα πάνω στο άλλο, με τα παραισθητικά κύματα των drones να σε παρασέρνουν ψυχοτρόπα. Εκεί λοιπόν που η μουσική τους σε έχει ρουφήξει στον δικό της αδιέξοδο κόσμο, ξεπετάγεται από το χαλί των βόμβων μία αργόσυρτη μελωδία, που δημιουργείτε σταδιακά καθώς το κομμάτι εξελίσσετε για να μεταλλαχθεί, τελικά, σε ένα νέο-φολκ υβρίδιο. Αυτό είναι το κόλπο που χρησιμοποιούν κυρίως οι δύο Γάλλοι και ομολογώ πως τις περισσότερες φορές, τουλάχιστον σε έμενα, πιάνει: με κολλάει στο τοίχο. Ίσως, σε αυτό το τον δίσκο, οι Mehdi Ameziane και Solange Gularte καταφέρνουν να συγκρατηθούν και να μην πλατειάζουν – μιας και συνήθως οι κυκλοφορίες τους ξεπερνούν το δίωρο. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα είναι αρκετά συνεκτικό και απολαυστικό, αποτελούμενο από ονειρικές folk μπαλάντες (σαν το Through Breaches In The Layer Of Fog), από δυστοπικούς οργανικούς βόμβους (san to Drift The Water Soul), από στοιχειωμένες τελετουργικές μελωδίες (This Ice Fortress), με πολλά reverb και με μερικά field recordings. Μάλλον λοιπόν πρόκειται για την καλύτερη τους κυκλοφορία – σε μια διόλου ευκαταφρόνητη δισκογραφία, μέρος της οποίας μπορείτε να βρείτε εδώ – και για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, ξεφεύγουν από τα στενά όρια των limited εκδόσεων μιας και το Waves Of The Random Sea έρχεται σε ένα διπλό βινύλιο με ένα καλοσχεδιασμένο εξώφυλλο (από τη Solange Gularte) μέσω της Blackest Rainbow.

((E A R))
((E Y E))

V/A - "PAKISTAN: FOLK AND POP INSTRUMENTALS 1966-1976" (2011)

Η αλήθεια είναι ότι έχω λιγάκι βαρεθεί να επαναλαμβάνομαι λέγοντας πόσο καλές είναι οι συλλογές της Sublime frequencies. Από την άλλη βέβαια, δεν έχω βαρεθεί να τις ακούω. Αυτή εδώ προέρχεται από τη σκληρή δουλειά, περίπου μιας δεκαετίας, του Stuart Ellis, (Radiodiffusion International) που κατόρθωσε να μαζέψει το διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό των 22 ακυκλοφόρητων διαμαντιών από την καλύτερη μουσική περίοδο του Πακιστάν. Η συλλογή αναφέρετε στα τελευταία χρόνια της πρώτης χούντας και στη πρώτη πενταετία της πρώτης δημοκρατικής εποχής του Πακιστάν και, μάλλον, της καλύτερης, που τελείωσε άδοξα με το δεύτερο στρατιωτικό καθεστώς και την επιβολή του Ισλαμικού νόμου. Όπως και σε άλλες χώρες, το γειτονικό Ιράν για παράδειγμα, η πολιτιστική κατάσταση δεν ήταν πάντα ακρωτηριασμένη από το θρησκευτικό δόγμα – υπήρχε και καλύτερες ημέρες. Αυτές οι ημέρες αποτυπώνονται τέλεια σε αυτή την συλλογή που εκτείνεται σε δύο βινύλια και ξεχειλίζει από pop μελωδίες, από ρυθμούς που θυμίζουν cult casio, από απίστευτες γκαραζιές, από ψυχεδελικά folk κομμάτια, από παλιομοδίτικα rock n roll, από συναισθηματικές ψευδοτζαζ συνθέσεις. Τα ονόματα των μουσικών και των συγκροτημάτων που στους περισσότερους (μεταξύ των κι εγώ) δεν λένε απολύτως τίποτα, ήταν η αφρόκρεμα της μουσικής επανάστασης στη χώρα, της δυτικοποίησης της μουσικής τους και της ανατολοποίησης δυτικών ρυθμών και δρόμων. Εδώ θα ακούσετε ηλεκτρικές κιθάρες να στριγκλίζουν σαν ούτια, ηλεκτρικά σιτάρ να σολάρουν με garage ρυθμούς, πλήκτρα να αυτοσχεδιάζουν με τουμπερλέκια και ντέφια. Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται λίγο κιτς, μπορεί και να είναι λίγο κιτς, να βρίσκονται στο μεταίχμιο της μουσικής αυθεντικότητας και της κακής αντιγραφής, μα είμαι σίγουρος πως αν ακούσετε αυτή τη συλλογή αρκετά δυνατά και οι μελωδίες φτάσουν μέχρι τα αυτιά του πακιστανού που καθαρίζει τζάμια στο γειτονικό σας φανάρι, θα καταφέρει να σας πείσει πως αυτή η κυκλοφορία είναι ένα έπος της εθνομουσικολογίας. Από την άλλη στο άκουσμα αυτών των κομματιών, μπορεί οι πακιστανοί της γειτονιάς σας να βάλουν τα κλάματα – αναλογιζόμενοι τι είχανε και τι χάσανε. Ή ίσως τα πάρουν στο κρανίο και αρχίσουν να σπάνε τα παρμπρίζ όλων των βολεμένων νεοελλήνων.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

TEN METAL GEMS FROM 2010

Πιτσιρικάς ήμουν κλασσική περίπτωση πωρωμένου μεταλλά. Μακρύ μαλλί, Σάββατο πρωί στο Rock City για CD και κασέτες και το βράδυ καμιά συναυλία. Ο heavy metal ήχος είναι πάντα μέσα μου, αλλά η πουριτανική ατολμία των κύριων εκφραστών του (από τα αναμασήματα των Νevermore έως την βαρετή γεροντοthrashίλα των Slayer και την κολλημένη νορβηγική blackmetal σκηνη) με έχει κάνει να απομακρυνθώ προς άλλα πιο ενδιαφέροντα ακούσματα। Κάθε χρονιά, όμως, έτσι για το καλό, σκανάρω λίστες με τις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς μπας και βρω τίποτα ατσαλένια διαμάντια στην μεγάλη μεταλλική χωματερή. Ε, φυσικά, στην εποχή των blogs, όποιος ψάχνει (εύκολα) βρίσκει. Ιδού, λοιπόν, 13 δισκάκια που αξίζουν, κατά την γνώμη, έστω και μία αυτιά για δεις που βρίσκεται ο καινοτόμος, post-metal πια, ήχος εν έτει 2010. Ξεκαθαρίζω ότι το “Bellus” και το “Golden Shroud” είναι για μένα υπεράνω όλων…

Για αρχή, ας πιάσουμε την περίπτωση των σκληροτράχηλων blackmetallers Ash Pool από την Nέα Υόρκη. Ουσιαστικά, προσωπικό project του Dominick Fernow , γνωστός από του noise freaks Prurient. Εδώ, μιλάμε για κατά μέτωπο blackmetal επίθεση με σιδηροδρομικό riffing, ύπουλες εναλλαγές στα φωνητικά, κατάμαυρη ατμόσφαιρα, χειρουργική εκτέλεση χωρίς intellectual ανησυχίες. Ο Fernow μοιάζει να τρελαίνεται για το μαυρομεταλλικό του alter ego και γι αυτό η πώρωση ξεχειλίζει σε κάθε απαστράπτων ξέσπασμα μέσα στο ηχητικό σκοτάδι. Από τις καλύτερες Old school black metal κυκλοφορίες της περσινής χρονιάς . ((For Which He Plies...)) ((Ash Pool))

Σε πιο ιδιαίτερο black metal ύφος, το αριστουργηματικό άλμπουμ των καναδών Akitsa. Ο Minimal ξερός ήχος, η σχεδόν industrial μονοτονία στους ρυθμούς, οι αγκαθωτές κιθάρες τα εκφραστικότατα φωνητικά δημιουργούν μια πολύ πειστική μισάνθρωπη μουσική άποψη. Παράλληλα, ότι χάνουν σε τεχνική αρτιότητα , το κερδίζουν με το χύμα αυθορμητισμό που βγαίνει σε κάθε κομμάτι, με αποτέλεσμα το κάθε ένα να βρίσκει τελικά το δικό του σκοτεινό πεπρωμένο, από burzumικο black metal στο “Les Sentilles” εως σε κάτι που μοιάζει με τους Brainbombs να διασκευάζουν Αντίδραση στο “Loyauti”. H πλέον γοητευτικά απόκοσμη στιγμή έρχεται στο τέλος με την καφρυλοποίηση ενός ενδοσκοπικού ποιήματος του Albert Lozeau, με τον Nιant να τραγουδά σαν ένα ανίερο τέκνο του Tazartes πάνω από ένα παχύ στρώμα μαύρου κιθαριστικού feedback. Εύγε! ((Au Crepuscule)) ((Akitsa))

Για ακόμα πιο πειραματικό black metal αξίζει να ακούσει κανείς τους τελείως ιδιοσυγκρασιακούς αμερικάνους avant metallers Wrnlrd. Το πρόσφατο EP τους “Death Drive” όσες φορές κι αν το ακούσω άκρη δεν βγάζω. Μέσα σε 18 ολότελα σαπισμένα λεπτά, περνούν από noise black / death με άκυρες σφήνες από γλυκανάλατα σαξόφωνα σε μελό μελαγχολικές στιγμές με πιάνο και δήθεν δάκρυα. Πραγματικά, επιτίθενται σε ότι μουσικό είδος τους κατέβει στον ακούτραφα μέσα από το πρίσμα ενός κάφρου αμερικάνικου επαρχιώτη που κατά βάθος γουστάρει να ακούει Blind Lemon Jefferson παρά Emperor. Aυθεντικά επικίνδυνοι για τον metal πουριτανισμό, αλλά μάλλον ακατανόητοι για τους μη metal fan, οι Wrnlrd τραβούν ένα πολύ μοναχικό δρόμο. ((Death Drive)) ((Wrnlrd))

Mια κατηγορία από μόνοι τους είναι και οι αγαπημένοι νορβηγοί doom black metallers Furze. To “Necromanzee Cogent" του 2003 παραμένει η καλύτερη στιγμή του Woe J. Reaper, αλλά το περσινό “Reaper Subconscious Guide” έχει την δική του γοητεία. Εγκαταλείποντας οριστικά τα όποια επιθετικά black metal κατάλοιπα του παρελθόντος, ο ήχους βαλτώνει ευχάριστα μεταξύ του επιδραστικού αρχετυπικού evil doom των Black Sabbath και των βραδύκαυστων lo-fi πρώτο-black metal ανοσιουργημάτων των Hellhammer. Tα φωνητικά είναι ακόμα πιο καθαρά αλλά ταυτόχρονα γκροτέσκα και η παραγωγή στα λατρεμένα νορβηγικά τετρακαναλικά επίπεδα. Το κου-κου συστατικό του κατά βάση δύστροπου Furze ήχου είναι φυσικά η χρήση του, πλήρους αντι-μεταλλικού σε υφή, glockenspiel στα πιο καίρια σημεία των αβυσσαλέων σε διάρκεια συνθέσεων, προσθέτοντας τόνους cult-ίλας. ((Reaper)) ((Furze))


Στην άλλη πλευρά του doom ήχου βρίσκεται το “The Crystal World” των Locrian, το ποιοτικότερο από τα τρία άλμπουμ που κυκλοφόρησαν πέρσι, με τίτλο του παρμένο από το ομώνυμο βιβλίο του Ballard. O ήχος τους είναι ένα πολύπλοκο μίγμα prog rock καταβολών, doom ατμόσφαιρας, noise electronics παρεμβάσεων, απλωμένο πάνω σε ένα μυσταγωγικό drone rock υπόβαθρο. Εδώ, συμμετέχει και ο post – rocker Steven Hess (Pan American) στα drums, υψώνοντας ένα μονολιθικό Swans όγκο στο μπροστά στα δραματικά delays στις κιθάρες και τα ψιθυριστά φωνητικά. Η εξέλιξη των συνθέσεων, αν και γραμμική, καταφέρνει να ξεφύγει από τα post- rock κλισέ των Nadja φερ’ ειπείν, με τις σωστές τζούρες 70ς krautrock rock και τα, σχεδόν ψυχεδελικά, σύνθια. Κάτι, όμως, μου λέει η πραγματικά καλή τους στιγμή δεν έχει έρθει ακόμη.
((The Crystal World)) ((Locrian))

Αντίθετα, το project του R. Loren (μέλος των post-rockers Pyramids), Sailors With Wax Wings τον βρίσκει στην καλύτερη του στιγμή. Του πήρε τρία χρόνια για να μαζέψει τους 15 διαλεκτούς μουσικούς από την metal και την avant rock σκηνή που συμμετέχουν στο άλμπουμ και το κατάφερε χωρίς να χάνει το άλμπουμ την συνοχή του. Το αντίθετο, μάλιστα, η ροή των κατά βάση ατμοσφαιρικών, ονειρικών θα έλεγα, shoegaze metal συνθέσεων είναι υποδειγματική, δημιουργώντας μια ελεγειακή post-metal σουίτα με folk μελωδίες να αναδύονται συχνά- πυκνά . Συνήθως, ο καθένας διακριμένος στο χώρου του παίκτης προσφέρει ένα μικρό δείγμα του ταλέντο του στον mastermind Loren και χάνεται υπό τις εντολές του μετά στην ωκεάνια απεραντοσύνη του συνολικού ήχου. Είναι σίγουρο σπουδαίο επίτευγμα από μόνο του να φέρεις κοντά τους πολύ διαφορετικούς μουσικούς κόσμους των Ted Parsons (Swans/Godflesh/Prong), Simon Scott (Slowdive), Vern Rumsey (Unwound), Hildur Gudnadottir (Múm), Aaron Stainthorpe (My Dying Bride), Jonas Rekse (Katatonia), Marissa Nadler, James Blackshaw και άλλων τόσων. Το ευχαρίστο για τον ακροατή είναι το άλμπουμ δεν χάνεται σε οργανοπαικτικούς παπαδερλισμούς, αλλά διατηρεί μια σταθερή μουσική πορεία που απευθύνεται προς την συναισθηματική πλευρά του μεταλλά. Υπάρχει και αυτή.
((Sailors - Album)) ((Sailors - Band))

Αν βεβαία, αυτό που ψάχνεις είναι ο αγνός progressive παπαδερλισμός που εντυπωσιάζει με την τεχνική αρτιότητα του και δεν μυξοκλαίει για τις παλιές αγάπες, το φουτουριστικό math metal έπος “Crush Depth” φτιάχτηκε για σένα. Σε ένα άκρως εγκεφαλικό παιχνίδι για λάτρεις των ηχητικών εκπλήξεων, η βρετανική prog rock ορχήστρα ενσωματώνει funk, soul, disco, jazz, electro στοιχεία με φοβερή άνεση, χωρίς να φοβάται να ακουστεί σχεδόν σαν τσίρκο. Σε στιγμές ο ήχος τους παίρνει και μια αναπάντεχη sexy διάσταση με τις ναζιάρικες ερμηνείες της Lola Olafisoye που σπάει την πολύ nerdίλα. Απολαύστε τους χωρίς ενοχές.
((Crush Depth)) ((Chrome Hoof))

Παράλληλα, στο ίδιο εχτραβαγκάντ πνευματικό επίπεδο βρίσκονται και οι αγαπημένοι Φιλανδοί oτι-να-ναι metallers Circle. To τελευταίο τους άλμπουμ “Rautatie” με έχει πραγματικά ξετρελάνει με τον μοναδικό τρόπο που πλέκει τα πάντοτε απολαυστικά krautrock περάσματα τους και τις υπνωτικές ψυχεδελικές καταδύσεις, με τα πωρωτικά heavy metal ριφφς. Ο τραγουδιστής τους Mika αποτελεί ξεχωριστή ατραξιόν, με το ψευδό – οπερατικό του στυλ να τραβά τα πραγματα στα άκρα του kitsch, αλλά αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά τους . Οι ίδιοι λένε ότι παίζουν Νew Wave Of Finnish Heavy Metal και πώς να διαφωνήσεις όταν ο ήχος τους παραμένει τόσο φρέσκος. Στο μυαλό μου τους έχω κοντά με τους την παλιοπαρέα των Calamari Union του Kaurismaki. Αυθεντική φιλανδική εκκεντρικότητα δηλαδή..
((Rautatie)) ((Circle))

Επιστρέφοντας στον αγνό metal χώρο , ομολογώ ότι εντύπωση μου έκανε και το ντεμπούτο των νεαρών καναδών thrashers Vektor. Εντάξει, από το εξώφυλλο και το όνομα του group ψυλλιάζεσαι oτι το 80s tech speed metal των θεών για μένα Voivod θα είναι η προεξέχων επιρροή στον ήχο τους και όντως ο τραγουδιστής διαθέτη μια σχιζοφρενική παραλλαγή της τσιριχτής φωνής του Schmier στο “Eternal Devastation” των Destruction. Από την άλλη, είναι τρομερά δεμένοι, έχουν ένα ολοκληρωμένο όραμα για τον ήχο τους και τα διαξιφιστικά riffs που ξερνούν οι κιθάρες δημιουργούν ένα δαιδαλώδη thrash metal λαβύρινθο που μπορείς να χαθείς για ώρες. Άξιοι!
((Black Future)) ((Vektor))

Τελειώνοντας, να μην ξεχάσω να αναφέρω και την περίπτωση των νορβηγών Altaar με το περιορισμένο σε 66 κόπιες ντεμπούτο τους “ Dødsønske” . Μια κασέτα - μυστήριο που θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί από κάποιο new age drone θιασώτη που γουστάρει και λίγο dark ambient και ακούει πολύ black metal της πατρίδας του ή αντίστροφα από έναν black metaller που ανοίγεται σε hypnagogic ακούσματα. Οι κιθάρες έχουν τις ίδιε γιγάντιες διαστάσεις με αυτές των Sunno, τα κινηματογραφικά samples είναι πολύ ψαρωτικά, η ατμόσφαιρα παγωμένη και μουντή όσο ο νορβηγικός χειμώνας ενώ τα πάντα σκιάζονται από το ερεβώδες πέπλο της no - fi ηχογράφησης και των ψυχοδραστικών drones. Συνολικά, οι Αltaar προσδίνουν avant/ambient/black metal μια αληθινά νέα διάσταση και έχουν να δώσουν πολλά ακόμη σε αυτή τη μουσική. Άντε περιμένουμε την συνέχεια!
((Dodsonske)) ((Altaar))

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

RICHARD YOUNGS - "ATLAS OF HEARTS" (2011)

Ένας από τους πιο αγαπημένους μουσικούς αυτού του Blog, ο Βρετανός Richard Youngs, επιστρέφει στις ρίζες του ήχου του – την υβριδική, ψυχεδελική τραγουδοποιία. Έπειτα από μία περιπλάνηση σε λιτές συνθέσεις βασισμένες στη φωνή του (Under Stellar Stream), σε pop ανησυχίες που μας πρόσφεραν ότι καλύτερο κυκλοφόρησε το 2009 (Beyond The Valley Of Ultrahits), τα απλά – και όχι απλοϊκά – techno εγχειρήματα (Like A Neuron) και τις εφηβικές αυτοσχεδιαστικές σολιές (Inceptor), ο παραγωγικότατος Youngs γυρνάει στον ήχο που τον έχει χαρακτηρίσει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο έχει δοκιμάσει. Ξεκινάει από εκεί που τελείωσε το Advent ή το Autumn Response και τελειοποιεί το ιδιωματικό του ύφος. Χρησιμοποιώντας την ακουστική του κιθάρα, τη ζεστή φωνή του, αρκετά delay και σκόρπια εφέ, ανακαλύπτει – αν όχι εφευρίσκει – ένα νέο πεδίο στη καθαριστική σύνθεση. Ο ήχος του ακούγεται επιτηδευμένα άναρχος, οι λούπες των ατελέσφορων μελωδιών του άκομψα άρρυθμες και κάπου εκεί επικάθεται η φωνή του σε επίπεδα που κυλούν δίχως σταματημό. Ο Youngs χτίζει, εν ολίγοις, σταδιακά ένα απόκοσμο ηχητικό σύμπαν. Απόκοσμο μεν, ατμοσφαιρικό και άμεσο δε. Στον ήχο του υπάρχει μια τρομερή αμεσότητα, μια βαθιά συναισθηματικότητα, μια απερίγραπτη μελωδικότητα μέσα από την απουσία μιας πρωταρχικής μελωδίας. Μάλλον έχουμε να κάνουμε με έναν σύγχρονο μπλουζίστα, έναν άνθρωπο που επαναπροσδιορίζει όλο το είδος των μπλουζ, για τον εικοστό πρώτο αιώνα βέβαια. Η μουσική του έχει όλα τα στοιχεία εκείνων των παλιών μουσικών, των παθιασμένων κιθαριστών χωρίς καμία μουσική παιδεία, μα με μια φυσική επαφή με το όργανο, μια πηγαία εκφραστικότητα και ένα αστείρευτο ταλέντο. Κάπως έτσι μπορώ να χαρακτηρίσω και τον Richard Youngs, που βγάζει το ένα αριστούργημα πίσω από το άλλο. Το Atlas Of Hearts – απαρτίζετε από 7 κομμάτια μικρής διάρκειας όπως το σπαραξικάρδιο Joy Ride, το ψυχεδελικό The Glade And Clean Shade, το μελαγχολικό What Day Is This Day και εξαντλήθηκε πριν καλά-καλά κυκλοφορήσει– βρίσκεται ανάμεσα στα διαμάντια της δισκογραφίας του, όσο στρυφνό και ξερό ήχο κι αν έχει, όσο αφιλόξενος δίσκος και αν ακούγεται στην αρχή, είναι πραγματικά ένα είδος από μόνος του. Χίλια μπράβο στον βασιλιά!

((LINK REMOVED BY REQUEST))
((E Y E))

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

PLANKTON WAT - "IN MAGICAL LIGHT" (2011)

Αυτό είναι το προσωπικό project του κ. Dewey Mahood, του ταλαντούχου αμερικάνου μουσικού που μπορεί να τον γνωρίζετε από τη μπάντα στην οποία συμμετέχει, τους Eternal Tapestry, ή από το περσινό album του σαν Plakton Wat, το Black Summit που είχε κυκλοφορήσει στη Digitalis. Εδώ, έχουμε κάτι λίγο διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα. Αντιδιαμετρικό σε σχέση με το δυνατό kraut-garage των Eternal Tapestry και κάπως μετατοπισμένο από το Black Summit, ο Plakton Wat σε αυτή τη limited κυκλοφορία από την Reverb Worship, αραδιάζει τέσσερα μεγάλης διάρκειας κομμάτια, κάτι σαν ένα ψηφιδωτό ιδεών, ήρεμο και απαλό, απλό και ατμοσφαιρικό. Τα κομμάτια αφήνουν τα λεπτά να κυλούν, η κιθάρα του και τα διακριτικά drone μένουν σχεδόν στάσιμα σε όλη την έκταση του χρόνου, υπάρχουν λίγες εξάρσεις, λίγες μελωδικές γραμμές, σκόρπιες στιγμές δομής και φόρμας – κάποια κρουστά εδώ, λίγο μπάσο εκεί, μερικά θολά ψιθυρίσματα στο τελευταίο κομμάτι. Στο σύνολο του album μοιάζει ατελείωτο – τα πρώτα κουρδίσματα, τα πρώτα πατήματα για την αναζήτηση κάποιων συνθέσεων, από μία μελλοντική κυκλοφορία. Είναι σα να ακούς ένα καλό-ηχογραφημένο demo κάποιου folk κιθαρίστα, τις πρωτόλειες σχηματικές ενότητες και εκεί, σε αυτή την αισθητική αντιμετώπιση βρίσκεται η όποια μαγεία αυτής της κυκλοφορίας. Η αφαιρετική μουσική που μπορεί να λειτουργήσει σα environmental συνοδευτικό, σαν ψυχεδελικό χαλί σε οτιδήποτε κάνεις. Επίσης το εγχείρημα αποκτά μεγαλύτερο νόημα μέσα από τη πολύ σφιχτή του ατμόσφαιρα, αυτά τα περίπου drone που γεμίζουν το σκονισμένο βάθος του ήχου και, φυσικά, η μεγάλη ικανότητα που δείχνει να έχει ο Mahood στο να αυτοσχεδιάζει με αυτό το λιτό τρόπο στη κιθάρα του.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

IGNATZ - "I HATE THIS CITY" (2011)

Η μουσική του Βέλγου Bram Devens, που κυκλοφορεί με το ψευδώνυμο Ignatz, είναι ιδιότυπη, δύσκολη στη περιγραφή και πολύ συγκεκριμένη. Βασισμένη κυρίως πάνω στην ηλεκτρική του κιθάρα, συνήθως με το θολό και βρώμικο ήχο μιας “μέτριας” ηχογράφησης, χτίζει δυστοπικά μπλουζ πλημμυρισμένα σε μια σκοτεινή και απόκοσμη ατμόσφαιρα, λίγο φάλτσα και λίγο άρρυθμα. Στο περσινό του album από την άλλη, το Mort Aux Vaches, δοκίμασε μια ακόμη πιο πειραματική προσέγγιση, μια πιο επιθετική, τραχιά και, κυρίως, θορυβώδη πλευρά της μουσικής του και η αλήθεια είναι ότι είχε καταφέρει να βγάλει έναν εξαίσιο δίσκο. Με την μεσολάβηση μιας συλλογής κομματιών από παλιές κασέτες που είχε ηχογραφήσει ο Ignatz από το 2005 έως το 2009, επιστρέφει – μέσω της Conspiracy και όχι της (K-RAA-K)3 – με τον καινούργιο του δίσκο. Είχα ακούσει ένα μικρό απόσπασμα από τα κομμάτια που υπάρχουν στο I Hate This City (από τους πιο πετυχημένους τίτλους που παίζουν στην πιάτσα τελευταία) και είχα μείνει με τις καλύτερες των εντυπώσεων. Με ιδιαίτερο λοιπόν ενδιαφέρον ξεκοκάλισα όλο το δίσκο, που παρεμπιπτόντως κυκλοφορεί σε μόλις 500 κόπιες, και έμεινα με την αίσθηση να θέλω να τον ακούσω ξανά και ξανά. Ο Ignatz επιστρέφει στις ρίζες του ήχου του, την αδόκιμη μεταφορά στην ηλεκτρική κιθάρα του feeling των παλιών μπλουζ, με τις κλίμακες του συγκεκριμένου είδους και με μια ροπή προς το folk και το drone – χαοτικά και σκοτεινά ηχοτόπια που ποτέ δεν οδηγούν πουθενά. Ο ήχος σε αυτή τη κυκλοφορία είναι πολύ πιο καθαρός και γυαλισμένος, ευτυχώς δίχως να χάνει καθόλου την ατμόσφαιρα της μουσικής του μοναχικού Βέλγου, η φωνή του, ασθμαίνουσα και ψιθυριστή, συμμετέχει πιο ενεργά στο χτίσιμο των κομματιών, οι όποιες μελωδίες και η όποια δομή φαίνεται να έχουν δουλευτεί περισσότερο από τα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ αντίστοιχα – τις πρώτες κυκλοφορίες του σύγχρονου αυτού μπλουζίστα. Με δυο λόγια λοιπόν, το I Hate This City, με κορυφαίες στιγμές τα When The Fall Is All That Is Left και Back In The Seat που πραγματικά μπορούν να στοιχειώσουν πολλά βράδια από τη ζωή σου, είναι ένα αρκετά καλό album και ίσως, αν όχι ο καλύτερος, σίγουρα ο πιο ώριμος, ο πιο μεστός και ο συμπαγής και δουλεμένος δίσκος που έχει κυκλοφορήσει μέχρι στιγμής ο Ignatz – το σημείο που ο μουσικός του πλανήτης, αυθεντικός και μοναδικός, φτάνει σε ένα πλήρως ολοκληρωμένο σημείο, διατηρώντας παρ’ όλα αυτά την αίσθηση του πρόχειρου, του ατελέσφορου στη σύνθεση, των σκόρπιων ιδεών, του άμεσου και προσωπικού ήχου. Μόνη μικρή και προσωπική παρατήρηση είναι πως αυτό είναι μάλλον το τελευταίο πόνημα που μπορεί να κυκλοφορήσει ο Ignatz με με αυτό τον ήχο χωρίς να χαρακτηριστεί σαν επανάληψη, σα μία μανιέρα που δεν έχει πια κανέναν πειραματισμό.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

JÜPPALA KÄÄPIÖ - "SPORING PROMENADE" (2010)

Μπορεί το όνομα Jüppala Kääpiö να παραπέμπει σε κάτι Φιλανδικό – τα δύο άλφα στη σειρά, τα πολλά διαλυτικά και οι περίεργες συλλαβές – μα πίσω από αυτό το μουσικό όχημα βρίσκονται μία Ελβετίδα και ένας Ιάπωνας. Το ζεύγος των Carole Zweifel και Hitoshi Kojo ίσως επέλεξαν αυτό το όνομα για να καλύπτει τις ηχογραφήσεις τους γιατί, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει αρκετά εξωτικό και απόμακρο, κάτι χαμένο μέσα στη παχιά ομίχλη και το κρύο, κάτι που συνδέετε με ατελείωτες δασικές εκτάσεις και κρύους χειμώνες. Τι ακριβώς σημαίνει θα σας γελάσω, μα φαίνεται να ταιριάζει γάντι στη μουσική που αντιπροσωπεύει, τουλάχιστον στο Sporing Promenade, που αποτελεί τη πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά του duo και είναι άκρως ενδιαφέρουσα. Τα κομμάτια που περιέχονται εδώ, εφτά στο σύνολο και όλα μεγάλης διάρκειας, είναι αρκετά χαοτικά, η εξέλιξη τους είναι αργή και απολαυστική, οι μελωδίες ξεγλιστρούν μέσα από ένα αραχνοΰφαντο πέπλο με απαλά drones, που προέρχονται από διαφόρων ειδών όργανα και επικάθονται πάνω σε απλωμένα, εδώ και εκεί, field recordings από δασικές εκτάσεις και ψιθυριστά φωνητικά. Η μουσική σε αυτή τη κυκλοφορία μεταλλάσσεται σταδιακά με το χρόνο, οι μετρημένοι ήχοι από τα έγχορδα και τα πνευστά κάθονται πάνω σε διάφορα ηλεκτρονικά στοιχεία, που με τη σειρά τους κάθονται σε ακαθόριστους βόμβους, δημιουργώντας πολλά διαφορετικά ηχητικά επίπεδα, που άλλοτε μάχονται μεταξύ τους και άλλοτε συνεργάζονται σε ένα πολύπλοκό ψηφιδωτό, παραισθητικό, ψυχοτρόπο και ονειρικό. Το συγκεκριμένο παιχνίδι δεν είναι ακριβώς πρωτότυπο, μα όταν γίνεται καλά και πετυχαίνει, όπως συμβαίνει εδώ, είναι τουλάχιστον αξιοπρόσεκτο – το drone δίνει τη σκυτάλη στη μελωδία, που με τη σειρά της δίνει τη σκυτάλη σε ένα είδος noise. Οι Jüppala Kääpiö πλάθουν, τελικά, ένα φιλόξενο και ζεστό folk κουκούλι από περίπου συναισθηματικά, περίπου ψυχεδελικά και περίπου ατμοσφαιρικά ηχητικά προπλάσματα – ένα, τελικά εύηχο ηχοτόπιο κάτι σαν μουσικό μουρμουρητό, πολύ κοντά στον ορισμό της exotica και συνάμα πολύ ζωντανό και έντονο, παρορμητικό και ευχάριστο.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

FOOD - “QUIET INLET” (2010)

Η εσωτερική μεταγραφή των Νορβηγό-Εγγλέζων nu jazzers Food από την Rune Grammofon στην μαμά ECM, με έκανε να χάσω την περσινή τους κυκλοφορία, καθώς δεν παρακολουθώ τις, συνήθως, μπανάλ κυκλοφορίες της τελευταίας. Εξάλλου, έχει αλλάξει ριζικά και η σύνθεση τους με την αποχώρηση του τρομπετίστα Arve Herninsken και του μπασίστα Mats Eilertsen. Ουσιαστικά, οι Food τώρα έχουν ως πυρήνα τον ευρηματικό και έμπειρο drummer Thomas Strønen (γνωστός και από τους Supersilent) και τον βετεράνο σαξοφωνίστα Iain Ballamy. Ιδιαίτερα στο “Quiet Inlet” συμμετέχει και πανταχού παρόν Christian Fennesz στα μισά κομμάτια και ο τρομπετίστας Nils Petter Molvær στα άλλα μισά. Όπως συνολικά η ανερχόμενη στα 90ς νέο- jazz σκηνή του Όσλο, έτσι και οι Food εν έτη 2010 έχουν πια ωριμάσει, με τις θετικές και αρνητικές συνέπειες αυτού। Θυμάμαι, ακόμη, τους αψύς πειραματισμούς στο σχεδόν improv ομώνυμο ντεμπούτο τους πίσω στο 1998 ή την γενναία minimal electronica δόση στο “Last Supper” του 2003. Εδώ, οι γωνιές του ήχου τους έχουν λειανθεί αρκετά, κάτω από την επιδίωξη ενός πιο ευρύ, ECM friendly ήχου. Όχι ότι αυτό αποτρέπει την μαγεία του αβίαστου τρόπου που συνομιλούν μουσικά μεταξύ τους να φανεί, αλλά όπως κι έχει, σε κάποια σημεία το αυτί ορέγεται μια πιο καυστική δόση Νορβηγικής ανατροπής. Από την άλλη, καταφέρουν να ισορροπήσουν αξιοθαύμαστα τα προς-όλο-τάχος χτυπήματα του Strønen, με το χαρακτηριστικό micro-noise ρεπερτόριο του Fennesz και τα μελωδικά μοτίβα του σαξόφωνου του Ballamy, στο “ Tobiko” προσδίνοντας μια αίσθηση αιθέριας κίνησης στην μουσική τους. Ακόμη, στο ενδοσκοπικό “Becalming” και το ρομαντικό “Dweller” ο Molvær τονίζει διακριτικά τις μελωδικές γραμμές του Ballamy αφήνοντας του χώρο για να σολάρει με έναν πολύ μελαγχολικό Jan Garbarek ύφος. Γενικά, τα πάντα μοιάζουν να είναι στημένα με ένα πολύ λιτό minimal σκεπτικό, χωρίς οι αυτοσχεδιασμοί να πλατειάζουν και με μια τελειομανή προσοχή στην απόδοση των πιο καλαίσθητων ήχων που μπορεί να παράγει κάθε όργανο. Τυπικά, ΕCM θα μου πείτε..Σιγά μην πετάγανε οι Γερμαναράδες τα λεφτά τους…

((E A R)) ((E Y E))

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

SILVER BULLETS – “CITTA INVISIBLE” (2010)

Aν το 2010 ήταν η χρονιά της καθιέρωσης της κασέτας ως καθαυτό μέσο παρουσίασης μιας ολοκληρωμένης μουσικής πρότασης, οι Silver Bullets είχαν ήδη «στρώσει» πολλά αραχνιασμένα κασετόφωνα από το 2009, με το απρόσμενο ψυχεδελικό αριστούργημα “Free Radicals”. H φετινή κασετο-εποποιία της ιταλικής κολεκτίβας – μπάντας (από την Σικελία παρακαλώ), με το πανέμορφο βαβυλώνιο εξώφυλλο και τον κρυπτικό τίτλο “Citta Invisible”, είναι ένα ακόμη αριστούργημα του κασετο-ψυχεδελο-kosmische μικροείδους. Με μια τελείως οπισθοδρομική λογική στο χτίσιμο του psych rock τους, οι Silver Bullets δεν μπουκώνουν τον ηχητικό καμβά με πολλά layers. Αντίθετα, προσκολλούνται ,στα μακροσκελή τζαμαρίσματα τους, σε ένα μουσικό θέμα και όταν έχουν εξαντλήσει την βασική του ιδέα, μεταπηδούν απρόσμενα σε μια άλλη άσχετη φαινομενικά με την προηγούμενη, σε ρυθμό ή ένταση, που όμως τελικά κάνει ακόμα πιο ταξιδιάρικη την μουσική τους, έστω και αν η ταυτότητα του ήχου τους παραμένει ρευστή. Έτσι, ένα κομμάτι μπορεί να είναι τίγκα στα tribal ταμπούρα και στο απλωμένο ως το υπερπέραν delay στην κιθάρα, να σκεπαστεί από σε ένα έξτρα φαζαριστό κιθαριστικό ξέσπασμα, να χαθεί σε κυκλωτικά reverbs και επαναληπτικά kraut rock πλήκτρα, ακόμη και να τραβήξει σε ένα πιο ενδοσκοπικό multitracking μονοπάτι στο ύφος του Gunter Schickert. Η ποιότητα του ήχου, βέβαια, παραμένει lo-fi κασετική. Αυτό δε σε χαλάει ιδιαίτερα, αφού βοηθά τις κιθάρες να αποκτήσουν ένα “IV” Faust-ικό χαρακτήρα και προσδίνει, γενικά, μια Ummagumma bootleg αίσθηση που συντείνει στο όλο πρώτο- psychedelic ντελίριο. Τώρα, δεν γνωρίζω αν ποτέ οι Silver Bullets επιτύχουν να ηχογραφήσουν μια κυριλέ LP κυκλοφορία. Εξάλλου, τα αλλόκοτα psych vibes τα εγκλωβίζουν άνετα στην 60άρα κασέτα, τι να τα θέλουν τα λούσα. Για μένα, είναι, πλέον, η καλύτερη Ιταλική μπάντα από την εποχή του ξεκινήματος των Larsen.Με τους ψωνισμένους My Cat Is An Alien δεν μπαίνω καν στο κόπο να τους συγκρίνω.

((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

RV PAINTINGS - "SAMOA HIGHWAY" (2010)

Τον Brian Pyle θα τον ξέρετε ίσως από το συγκρότημα Starving Weirdos ή από το προσωπικό του project Ensemble Economique, που υπάρχει και σε αυτό το Blog. Ίσως μάλιστα γνωρίζετε και το μουσικό σχήμα με το άκρως περίεργο και γοητευτικό όνομα, τους RV Paintings, που έχει κάνει με τον αδερφό του John Pyle και είχε κυκλοφορήσει πιο παλιά ένα c.d. από την root strata. Ίσως πάλι να έχετε έρθει σε επαφή με τους RV Paintings (που σαν όνομα, δε ξέρω γιατί, μου φέρνει στο νου αχανείς εκτάσεις των κεντρικών πολιτειών της Αμερικής) και το υπέροχο, κλειστοφοβικό και σκοτεινό Samoa Highway που κυκλοφορεί από την The Helen Scarsdale Agency από κάποιο άλλο blog, νωρίτερα τη χρονιά που μας πέρασε. Όπως και να ‘χει, εμένα με ενθουσίασε αρκετά και αποφάσισα να γράψω κάνα-δυο λογάκια για αυτό το drone-ambient δίσκο, με διάρκεια μόλις 33 λεπτών. Διάφορα field recodings εμφανίζονται καθώς κυλούν τα πέντε κομμάτια που απαρτίζουν αυτή τη κυκλοφορία, μαζί με διάφορους «οργανικούς» βόμβους, απόκοσμους ήχους, εκφοβιστικούς θορύβους. Σίγουρα θα σκεφτείτε πως, σίγα – αυτά τα έχουμε ακούσει πολλάκις, σε αμέτρητες κυκλοφορίες. Τι έχει λοιπόν το Samoa Highway που το κάνει να ξεχωρίζει; Η αμεσότητα θα έλεγα, η μαεστρική του πολυπλοκότητα, η απόλυτη ισορροπία, τα ογκώδη και πυκνά ηχοτόπια που επικάθονται σιγά-σιγά το ένα πάνω στο άλλο, σε μία πολυεπίπεδη και βαριά ατμόσφαιρα, με κιθαριστικά θολά reverb, με κρουστά, πλήκτρα και αμέτρητα field recordings όλων των ειδών. Το ηχητικό σύνολο, άλλοτε συγκλίνει σε πιο μελωδικά μονοπάτια, άλλοτε γεμίζει με ανατριχιαστικά drone και φέρνει στο νου τους Coil, άλλοτε γίνεται πιο θερμό και φιλόξενο, ενώ άλλοτε επιθετικό, σκοτεινό και άγριο, με αποτέλεσμα, εμένα τουλάχιστον, να με συναρπάσει. Από τους λίγους drone δίσκους (μετρημένους ίσως στα δάκτυλα) που με κέρδισαν από τη πρώτη στιγμή – από το πρώτο άκουσμα.

((E A R))
((E Y E))