Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

CAROL ANNE McGOWAN - "SONGS FROM THE CELLAR" (2011)

Επιτέλους! Έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που βρήκα μία φωνή υπέροχη και ιδιάζουσα – που μια απλή φολκιά μου πήρε τα μυαλά. Η μουσική μπορεί να είναι, τελικά, πολύ απλή. Απλή και μαγευτική. Μερικές φορές δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο από μία ακουστική κιθάρα και μία φωνή. Από γλυκιές μελωδίες να ακομπανιάρουν την ατμοσφαιρικότητα που μπορεί να αναπτυχθεί γύρω από μια αιθέρια και πολυεπίπεδη γυναικεία φωνή. Για παράδειγμα, είναι πολλοί αυτοί που ένιωσαν κάτι περίεργο στα σωθικά τους την πρώτη φορά που άκουσαν Vashti Bunyan, Anne Briggs, Shirley Collins. Προφανώς δεν υπάρχουν συγκρίσεις – θα ήταν μια περίπου ιεροσυλία άλλωστε – μα ακούγοντας τη νεαρή αυτή Ιρλανδέζα για πρώτη φορά πριν από μερικούς μήνες σε ένα βίντεο που υπάρχει στο youtube από την ηχογράφηση αυτού του δίσκου, κόλλησα. Είπα, ωπ, εδώ είμαστε. Έμεινα να ακούσω όλο το κομμάτι μέχρι τέλους (κάτι ιδιαιτέρως σπάνιο για τη σχέση μου με το youtube) και περίμενα με αγωνία να επανακυκλοφορήσει ο δίσκος της που όταν πέρσι βγήκε σε μόλις 50 κόπιες, αποδείχτηκε πως αυτές ήταν υπερβολικά λίγες. Και δικαίως, μιας και έχουμε να κάνουμε με μία σίγουρα εκθαμβωτική λευκή μάγισσα της φολκ, με τόσες και τόσες παραπομπές στο απώτερο και πρόσφατο παρελθόν (Vashti Bunyan, Beth Gibbons, Karen Dalton) και με μια μελιστάλαχτη χροιά στη κελαριστή φωνή της που υφαίνει, αργά μα σταθερά, τον ιστό μέσα στον οποίο σε εγκλωβίζει. Οι μελωδίες δεν επαναλαμβάνονται, το στυλ έχει διακυμάνσεις, η ατμόσφαιρα της ηχογράφησης είναι σχεδόν στοιχειωμένη από το 400 χρόνων παλιό κελάρι κρασιών της Γερμανίας (στο οποίο πραγματοποιήθηκε), ο ρομαντισμός ξεχειλίζει, όλα μοιάζουν τέλεια και αψεγάδιαστα. Ίσως τα παραλέω, ίσως να ενθουσιάζομαι υπερβολικά με την καλή συναισθηματική φολκ και ίσως τελικά να είναι λίγο κουραστική στα αυτιά των περισσότερων, αυτή η συνεχόμενη ροή απλότητας και λιτότητας των πάντων, αλλά από την άλλη, πόσο κουραστική μπορεί να γίνει η μικρής διάρκειας εύθραυστη και αγγελική απόλαυση που σου προσφέρει το Songs From The Cellar; Κάθε έπαρση είναι δικαιολογημένη για αυτή την ελεγεία στην αμεσότητα, τη συναισθηματικότητα, την αυθεντικότητα της τραγουδοποιείας. Επιτέλους και πάλι επιτέλους! Μια τραγουδοποιός ισάξια του folk-revival των 60s…

((LINK REMOVED BY REQUEST))
((E Y E))

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

ASTRAL SOCIAL CLUB - "HAPPY HORSE" (2010)

Ακολουθώντας πιστά τα χνάρια του “Octuplex”, την προηγούμενη κυκλοφορία των Astral Social Club, το “Happy Horse” απογειώνει αυτό το χορευτικό υβρίδιο. Ο Neil Cambell, ο ιθύνων νους των Α.S.C. και μέλος των Vibracathedral Orchestra, έχει σαν σκοπό να σας πιάσει στον ύπνο. Το όμορφο περιτύλιγμα, το κάτι σαν βετέξ, χνουδωτό και κίτρινο κάλυμμα του c.d. που κυκλοφορεί από την Ιαπωνική Happy Prince, τα πάντα συμπαθητικά και χαλαρωτικά γιαπωνέζικα, δε σε προμηνύουν ακριβώς για το εσωτερικό αυτού του album. Ένα τρομερής ενέργειας και στατικότητας techno, που προσομοιάζει ρετρό 90’s ήχο, εμβαπτισμένο σε μία εκκωφαντικών επιπέδων ψυχεδέλεια – παραμορφωμένη και θορυβώδης. Τεράστια, επικών διαστάσεων κομμάτια που σε αφήνουν με την απορία: να κουνήσω το κεφάλι μου ή να κουνήσω το κώλο μου; Αυτό ακριβώς το περίπου φιλοσοφικό ερώτημα που ενταφιάζεται στη μουσική των Astral Social Club, είναι που κάνει τη μουσική τους τόσο φοβερή. Η βαριά κιθαριστική ψυχεδέλεια, τα χαοτικά μονοπάτια θορυβωδών μοτίβων, τα επαναλαμβανόμενα θέματα στο μπάσο και το εγκεφαλικό πυροτέχνημα που εκρήγνυται στο μυαλό σου με την επιθετική ψυχεδέλεια, πιασμένη χέρι-χέρι με ένα ρυθμικό, μονολιθικό, αρχέγονο και διαπεραστικό techno, που αβίαστα μετακινεί στο ρυθμό του όλο σου το σώμα. Ένας μαξιμαλιστικός συρφετός που σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα και σου προκαλεί έναν γλυκό πονοκέφαλο. Σε κάθε κομμάτι ο χοντροκομμένος ρυθμός είναι έντονος από την αρχή μέχρι το τέλος και πάνω σε αυτά τα καταιγιστικά beat, ο Cambell χτίζει ήχους και θορύβους, σκορπάει κιθαριστικούς βόμβους και εκφυλισμένα από την παραμόρφωση ακόρντα - μα σχεδόν ποτέ κάτι που να παραπέμπει σε μελωδία. Το μόνο μελωδικό σημείο ολόκληρου το album εντοπίζεται για λίγα μόλις δευτερόλεπτα στο cloud war, το πέμπτο στη σειρά των επτά κομματιών, περίπου σαν υπενθύμιση μίας απουσίας. Προχωρώντας και εξελίσσοντας τον ήχο τους, οι Astral Social Club, ο Neil Cambell και η παρέα του από τους John Clyde-Evans, Phillip Smith, Paul Walsh, Stewart Keith, καταλήγουν ωριμάζοντας να αντιπροσωπεύουν επάξια τον τίτλο του project. Ναι, αυτή το κοσμικό και επίπεδο ηχητικό τείχος, αυτή η αστρική ψυχεδέλεια, με τρεις λέξεις θα χαρακτηριζόταν σαν astral social club. Υπέροχο και απολαυστικό – σίγουρα δεν γίνεται να σε αφήσει αδιάφορο και σίγουρα δεν πρόκειται να ξεχάσεις γρήγορα την μετάγευση που σου αφήνει.

((E A R))
((E Y E))