Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

RICHARD YOUNGS - "CORE TO THE BRAVE" (2012)

Ασταμάτητος, όπως πάντα, ο Richard Youngs έχει ήδη προλάβει μέσα στο 2012 να κυκλοφορήσει 2 album. Οι περισσότεροι μουσικοί μοιάζουν χαμένοι και μπερδεμένοι με τη νοοτροπία που έχει υπερισχύσει περί κυκλοφοριών, από τη στιγμή που το internet άλλαξε τα δεδομένα. Πλέον, εδώ και καιρό, οι δίσκοι, στη μεγάλη πλειονότητα τους, δεν αποτελούν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που τα κομμάτια, οι συνθέσεις, δουλεύονται ξανά και ξανά, μέχρι να φτάσουν στο επιθυμητό επίπεδο – το επίπεδο αυτό έχει κάπως εξαλειφθεί, από τη στιγμή που ο ίδιος ο δίσκος, σαν αντικείμενο, παραγκωνίζεται σταδιακά από την διαδικασία ακρόασης, μπαίνει στη σφαίρα του υλισμού και του φετιχισμού - η νέα μουσική διαχέεται από το internet και αποκτάει μια υπόσταση εφήμερου. Οι περισσότεροι μουσικοί λοιπόν, χαομένοι λίγο από αυτή την έννοια του εφήμερου, κυκλοφορούν κάθε τρεις και λίγο κομμάτια και δίσκους - πολλές φορές η ποσότητα δείχνει πιο σημαντική από την ποιότητα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι σε αυτή τη παγίδα έχει πιαστεί και ο Youngs, με τρεις, τέσσερις και πέντε κυκλοφορίες κάθε χρόνο, μα άμα τις ακούσεις αυτές τις κυκλοφορίες, καταλαβαίνεις πως απλά, ο άτιμός, το ‘χει.
Έχει παρουσιάσει τα πάντα που μπορούν να χαρακτηριστούν σαν πειραματικά, αυτοσχεδιαστικά, folk ή pop, κι όμως συνεχίσει να εκπλήσσει με το εύρος στο οποίο μπορεί να κινηθεί – λες και τα μουσικά είδη είναι ένα είδος παιχνιδιού για αυτόν και σα μικρό παιδί παίζει πότε με το ένα και πότε με το άλλο. Σε αυτό το δίσκο λοιπόν, σε πιάνει από τα μαλλιά από την αρχή, ο χαρακτηριστικός τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί τις λούπες και τη διαστρωμάτωση τους, είναι εδώ επιθετικός και θορυβώδης, ένα distortion επικάθεται πάνω στα πάντα. Ο ρυθμός του δίσκου είναι γρήγορος, εξουθενωτικός και όλα τα κομμάτια μουλιάζουν σε παραμορφωμένες, βαριές μπασσογραμμές, στα όρια του progressive ή του metal. Το μόνο πράγμα που παραμένει ίδιο σε όλες τις κυκλοφορίες του Youngs είναι η φωνή του – επίπεδη και ήρεμη, δίχως μεγάλο τονικό εύρος, λίγο συναισθηματική και αρκετά απόμακρη, περισσότερο σα να απαγγέλει ρυθμικά, παρά σα να τραγουδάει. Που σε αυτή τη κυκλοφορία, από τη Root Strata αυτή τη φορά, ίσως μοιάζει εκ πρώτης ακροάσεως παράταιρη μα, όπως συμβαίνει πάντα με αυτόν το τύπο, με μια πιο προσεκτική ματιά, είναι αυτή η φωνή που δίνει ένα άλλο επίπεδο μαγείας στη μουσική του.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

RED TRIO + JOHN BUTCHER - "EMPIRE" (2011)

Σε αυτήν την όμορφη κυκλοφορία δίδεται η ευκαιρία σε όσους από εμάς παρακολουθήσαμε με το στόμα ανοικτό την ανεπανάληπτη αυτοσχεδιαστική solo ζωντανή εμφάνιση του Bucher πριν από λίγες μέρες στην Knot Arts, να τεστάρουμε αν καταφέρνει να παράγει εξίσου συναρπαστικούς ήχους από το tenor sax του στο πλαίσιο ενός free jazz κουαρτέτου. Βέβαια, για να μην κρυβόμαστε, αυτοί μάλλον που θα αισθάνονταν ότι πρέπει να αποδείξουν κάτι είναι οι Red Trio, παρά ο εμπειρότατος βρετανός. Κι αυτό, διότι αυτή είναι μόλις η δεύτερη κυκλοφορία για το νεανικό jazz τρίο από την Πορτογαλία, αποτελούμενο από τους Rodrigo Pinheiro( πιάνο ), Hernani Faustino ( κοντραμπάσο ), Gabriel Ferrandini (drums και κρουστά) .Σίγουρα, από τα λεπτά του “sustained” που ανοίγει το CD, η προσοχή σου αυθόρμητα επικεντρώνεται στα κελαριστά, υψίφωνα multiphonics του Butcher και στην ατελείωτη ποικιλία πανομοιότυπων αλλά ταυτόχρονα διαφορετικών ήχου που εκπέμπει το σαξόφωνο του. Στην αρχή, οι πορτογάλοι μοιάζουν να περιορίζονται σε ένα ρόλο συνοδευτικό δίπλα στον big John, χωρίς να προκαλούν ανατροπές στην πορεία του αυτοσχεδιασμού. Ίσως, επειδή δεν έχουν ακόμη φθάσει αυτήν την μοναδική ποιότητα στην υφή του ήχου που παράγει ο Butcher, να διστάζουν να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Στο σπονδυλωτό “pachyderm” οι Red trio μοιάζουν να έχουν απελευθερωθεί αρκετά από τα όποια κόμπλεξ κατωτερότητας και οδηγούν μεθοδικά τον Butcher σε μια υψηλής ενέργειας fire jazz απογείωση που ακούγεται αρκετά πρωτόλεια για το πιο μετρημένο στυλ του και έτσι τον σπρώχνουν σε μια νέα περιοχή και γι αυτόν. Στο μακροσκελές ομώνυμο κομμάτι που κλείνει την στούντιο συνεύρεση φαίνεται πως έχουν πια γνωριστεί μουσικά για τα καλά μεταξύ τους και επιχειρούν μια πιο αφηρημένη προσέγγιση στον αυτοσχεδιασμό με τον Pinheiro στο πιάνο να δοκιμάζει επιτυχώς και τα πιο χαμηλά του πλήκτρα, τον drummer να αλλάζει συνεχώς κατευθύνσεις και τον butcher να ξεσπά με απρόσμενες ριπές – κραυγές μέσα από το σαξόφωνο του, λες και πρόκειται να ξεράσει τα πνευμόνια του πάνω στο επιδέξιο trio. Μετά από μια τέτοια κορύφωση το CD κλείνει λιγάκι υποτονικά με μια ζωντανή ηχογράφηση στο Ιmaxinasons φεστιβάλ, που υπολείπεται σε επίπεδο ευρηματικότητας, αλλά και ποιότητας ηχογράφησης. Συνοψίζοντας, για μένα η κορυφαία στιγμή του John Butcher σε group κατάσταση παραμένει το αριστούργημα του αναγωγισμού “Field” με τους Polwechsel και Tilbury, αλλά σίγουρα η πιο free jazz οπτική που επικρατεί εδώ, δεν στερείται ουσία.

((E A R)) ((E Y E))

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

SHIN JOONG HYUN – “BEAUTIFUL RIVERS AND MOUNTAINS: THE PSYCHEDELIC ROCK SOUND OF SOUTH KOREA” (2011)

Σε αυτήν την πληρέστατη συλλογή – πορτοφόλιο της πολυτάραχης καριέρας του άγνωστου στη δύση κιθαρίστα / τραγουδοποιού / παραγωγού Shin Joong Hyun περιέχονται μερικά ασκόνιστα διαμάντια της 60-70ς κορεάτικης ψυχεδελικής σκηνής, που πιστέψτε με δεν είχε και πολλά να ζηλέψει από την αντίστοιχη αμερικάνικη, εκτός ίσως από τα ναρκωτικά και τις ελευθερίαζες χίππισες. Άλλωστε, η καριέρα του ίδιου του Κορεάτη master την οποία θυμάται η συλλογή εδώ, τερματίστηκε άδοξα όταν οι διωκτικές αρχές της τότε χούντας ανακάλυψαν κάποια γραμμάρια μαριχουάνα απάνω του και τον έστειλα κατευθείαν στην ψειρού. Ευτυχώς, ο μικροκαμωμένος μας φίλος είχε προλάβει να διαγράψει μια δεκαετή πορεία στην εγχωρία rock / pop σκηνή και να περάσει σχεδόν από όλα τα μουσικά υποείδη που ξεπήδησαν εκείνα τα γόνιμα χρόνια. Η αγάπη του για το rock n roll γεννήθηκε, κλασσικά, από την ακρόαση του σταθμού της αμερικάνικης βάσης της Seoul και εδραιώθηκε με την αγορά εισαγόμενων από τις ΗΠΑ δίσκων στο αντίστοιχο τοπικό παζάρι της βάσης. Το τρομερό μουσικό ταλέντο του Shin, του επέτρεψε να απορρόφηση ακόρεστα αυτές τις επιρροές και να τις παντρέψει με τις μελωδίες, τις γραμμές και τους τρόπους της παραδοσιακής μουσικής της Κορέας δημιουργώντας, ανάλογα με την έμπνευση και τους κατά καιρούς συνεργάτες του, μοναδικά υβρίδια. Όλα τα έχει ο μπαχτσές του Shin. Από πρωτόλειο boogie, δακρύβρεκτες φθινοπωρινές μπαλάντες, πρώτο Κ-Pop χιτάκια, μακροσκελή blues τζαμαρίσματα, έως και προχωρημένο psych rock, μελιστάλακτο ακουστικό folk με γυναικεία φωνητικά και οργανικό επικό prog rock. Και όλα αυτά κοσκινισμένα από ένα μοναδικό κορεάτικο φίλτρο που προσδίδει μια προκλητικά εξωτική διάσταση σε εμάς του δυτικούς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι συνθέσεις δε στέκονται στο ύψος της εποχής που τις γέννησε. Από τις συλλογές που σου ανοίγουν την όρεξη να ψάξεις και τα originals.`

((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

JAKOB OLAUSSON - "MORNING & SUNRISE" (2011)

Αυτός είναι ένας από τους δίσκους που θα ακούσεις ξανά και ξανά και κάθε φορά θα σου αρέσει όλο και περισσότερο. Ίσως αυτό να οφείλετε στο παλιομοδίτικο ύφος που υπάρχει στις συνθέσεις του Σουηδού αυτού αγρότη, ή ίσως η μπάσα, εκφραστική και μελαγχολική φωνή του – συνοδευόμενη πάντα από ένα βαθύ echo – ή μπορεί να είναι η κιθάρα του, άλλοτε να μουρμουράει αλλόκοτα ξεκούρδιστη και άλλοτε νηφάλια, μελωδική και κουρδισμένη. Κιθάρα που απλώνετε σε πολλά επίπεδα σε κάθε κομμάτι, πλάθοντας έτσι πολλές μελωδικές γραμμές. Μπορεί βέβαια να είναι η ψυχεδελική χροιά που διατρέχει όλα τα κομμάτια, ή ίσως η ροή του δίσκου, με πολλές κορυφώσεις αλλά και πολλά περάσματα που η μουσική εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς, νωχελικά και απολαυστικά, χρησιμοποιώντας τα κενά σα μέρος της σύνθεσης. Κάτι από όλα αυτά, δε μπορεί, θα καταφέρει να σε κάνει να μην προσπεράσεις στα γρήγορα αυτό το δίσκο. Και έπειτα, μετά τις πρώτες ακροάσεις, θα σε γοητεύσουν τα παράταιρα σόλο πάνω από τα ακόρντα, σόλο που παραπέμπουν στους πιο σκοτεινούς και θολούς ήρωες της τραγουδοποιίας, σαν τον Jandek και τον Ed Askew. Θα σε κερδίσει, σίγουρα, η αμεσότητα των κομματιών, η απλότητα του ήχου και η προσεγμένη, αλλά όχι γυαλισμένη, ερασιτεχνική ηχογράφηση. Είναι τελικά από τους δίσκους που στέκονται σε μία χρονική απροσδιοριστία, δεν μπορείς να πεις με σιγουριά ότι έχει ηχογραφηθεί αυτή τη χρονιά, αυτή τη δεκαετία, ή το ’70, ή το ’60. Είναι ένα διαμάντι τραγουδοποιίας, που επιβάλλει την ατμόσφαιρα του και, τελικά, αυτό είναι που θα σε κάνει να τον αγαπήσεις. Να τον ακούσεις ξανά και ξανά.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

PIMMON - "THE OANSOME ORBIT" (2011)

Πίσω από το όνομα Pimmon βρίσκετε ο Αυστραλός Paul Gough, που, για να μη το παίζω ξερόλας, είχα ακούσει ελάχιστα πράγματα από αυτόν, κύριως σε συνεργασίες όπως αυτή έδω και το τελευταίο του album από την Room40, με ξάφνιασε ευχάριστα. Ο Pimmon έχει ήδη πάνω από 15 χρόνια στο κουρμπέτι της ηλεκτρονικής-ατμοσφαιρικής μουσικής και θεωρείτε ένας από τους πατριάρχες του είδους στη πατρίδα του. Το απολαυστικά μεγάλης διάρκειας “The Oansome Orbit” στα βασικά του συστατικά δε διαφέρει από πολλές κυκλοφορίες με τις οποίες έχει πλημμυρίσει η πιάτσα: αυτό το λίγο retro, λίγο ατμοσφαιρικό, λίγο ‘80s drone, με παλιομοδίτικα μπιμπλίκια, που φλερτάρει με το new wave, κτλ. Όμως στο αποτέλεσμα διαφέρει. Αρκετά. Τα ηχοτόπια που καταφέρνει να χτίσει ο κ. Gough, δεν προσπαθούν επιτηδευμένα να γίνουν δυστοπικά, με κάτι από Blade Runner. Έχουν ένα πολύ δουλεμένο βάθος και εύρος, μια εντυπωσιακή διαστρωμάτωση, μια μεγάλη γκάμα διαφορετικών, περίπου ασύνδετων, ήχων. Κάτι που προσφέρει στο δίσκο μια πλούσια εναλλαγή καταστάσεων – από τους τραχείς ανατριχιαστικούς βόμβους, στις μελαγχολικές αρμονίες από έγχορδα, από το περίπου λευκό θόρυβο των παραμορφώσεων, στο γήινο ψηφιδωτό από ήχους υδάτων και αέρα. Ο τρόπος με τον οποίο ξεπηδούν οι μελωδίες μέσα από τους ατελείωτους βόμβους, από τα πλήκτρα και τα έγχορδα, από την αφαιρετική αισθητική και τα επιθετικά distortions και, τέλος, η συνεχής κυματιστή ροή που διατρέχει όλες τις συνθέσεις, πραγματικά καταφέρνουν να σε παρασύρουν στο δικό τους, σκοτεινό και απόμακρο μικρόκοσμο των θορύβων του κόσμου, μακρόκοσμο των βόμβων του πλανήτη.

((E A R))
((E Y E))