Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

GUNN - TRUSCINSKI DUO - "OCEAN PARKWAY" (2012)

Αριστούργημα! Δεν χρειάζονται άλλες λέξεις για να περιγράψουν αυτό το δίσκο, από τότε που έπεσε στα χέρια μου δεν μπορώ να σταματήσω να το ακούω. Αλλά, μιας και τη βρίσκουμε με το γράψιμο, θα προσθέσω μερικές ακόμη προτάσεις. Ηλεκτρική κιθάρα και drums ακούγονται μόνο σε αυτό το έπος, πέντε κομμάτια που πατούν πάνω σε γλυκόπικρες μελωδικές γραμμές και απλώνονται αυτοσχεδιαστικά για πολλά λεπτά, με τους δύο μουσικούς να έχουν μία εξωπραγματική χημεία μεταξύ τους. Το ύφος; Αμερικάνικο, σαφώς, σε χνάρια των blues και της παραδοσιακής folk, πατώντας όμως στέρεα πάνω σε Ινδικά ράγγα, στη μουσική γενικά της νοτιοανατολικής Ασίας και, που και που, κλείνουν το μάτι σε αργόσυρτες αραβικές μελωδίες. Μα, μην μπερδεύεστε, αυτό το διαμάντι είναι καθαρά αμερικάνικο, το είδος της μουσικής που μπορείς να ακούς κάνοντας μεγάλα ταξίδια σε δρόμους δίχως τίποτα τριγύρω, το finger-picking της Takoma, μέσα από το οποίο αναδύονται ατελείωτα σόλο, στη βάση τους απλά και χωρίς φλύαρες φιοριτούρες, που φέρνουν στο νου πρώιμο Neil Young, τα παθιασμένα drums, να βρίσκονται πάντα σε δεύτερο επίπεδο, πάντα ρυθμικά, να σε βυθίζουν με έντονα και περίτεχνα ηχοχρώματα, πλαισιώνοντας με ορμητικό όγκο την κιθάρα – ένα στυλ πλήρως διαφορετικό από αυτό που έχουν συνηθίσει τα αυτιά μου τελευταία σε τέτοιου είδους σχήματα, αυτό δηλαδή του Chris Corsano, για παράδειγμα, όπου τα κρουστά απαιτητικά παίρνουν μπροστινή θέση στον ήχο, οργανώνοντας τα πάντα. Εδώ ο Truscinski κάθετε υπομονετικά από πίσω, σιγοντάρει, ακούει, μαγεμένος και αυτός από τη κιθάρα του Gunn, που δε σταματάει να εκπλήσσει με την άμεση απλότητα της και, άλλη μια παραπομπή εδώ, θυμίζει, με την ατάραχη δυναμική της, τις τελευταίες ήρεμες κυκλοφορίες του Sir Richard Bishop. Περιττό να πω πως μιλάμε για ένα από τα album της χρονιάς.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

CIAN NUGENT - "DOUBLES" (2011)

Μια περσινή κυκλοφορία, που μέσα στο χαμό πέρασε, για μένα τουλάχιστον, απαρατήρητη - το πρώτο album του Ιρλανδού βιρτουόζου κιθαρίστα Cian Nugent, από την Vhf. Ακούγοντας τα δύο μεγάλα κομμάτια του Doubles, είκοσι λεπτά και βάλε το καθένα, είναι στιγμές που ομολογώ εντυπωσιάστηκα. Υπάρχουν τριών ειδών μουσικές υφές εδώ. Από την μια το fingerpicking που θρησκευτικά ακολουθεί τα μονοπάτια του John Fahey και των σύγχρονων Jack Rose και Glen Jones, από την άλλη το λίγο φασαριόζικο ψυχεδελικό free-folk, με τις παραμορφώσεις του, τα σόλα του και τα λοιπά ωραία του και κάπου ανάμεσα μια πιο επική χροιά, συναισθηματική και ορχηστρική, με κρουστά που τζαζίζουν ολίγον, βιόλα, κλαρίνο, κτλ., με κάπως ιδιαίτερο ύφος. Η εξέλιξη σε κάθε ένα τμήμα των συνθέσεων είναι αρκετά ελεύθερη, υπάρχει, νομίζω, μεγάλη δόση αυτοσχεδιασμού, κάτι που σαφώς δίνει μια ζωντανή αίσθηση στα ατελείωτα αυτά κομμάτια. Οι αυξομειώσεις στην ένταση, το χτίσιμο του γεμάτου ήχου με πολλά επίπεδα και έπειτα η σταδιακή του αποδόμηση, οι αμέτρητες μελωδίες που εναλλάσσονται συνεχώς, κάνουν τη δουλειά τους: ο δίσκος δεν κουράζει καθόλου και αυτές οι διακυμάνσεις κατορθώνουν σιγά-σιγά να σε απορροφήσουν, να σε κερδίσουν και από εκεί που είχες βάλει το δίσκο για να τον ακούσεις από περιέργεια, κάνοντας κάτι άλλο ταυτόχρονα, καταλήγεις να τον ακούς προσεκτικά. Πάρ΄ όλα αυτά, κρατάω τις αμφιβολίες μου για το δέσιμο των συνθέσεων – τις περισσότερες φορές μοιάζει να τελειώνει ένα κομμάτι και να ξεκινάει κάποιο άλλο, τα περάσματα είναι λίγο αμήχανα, σε στιγμές απλά δεν βρίσκω το λόγο να είναι δυο ενιαία κομμάτια είκοσι λεπτών και όχι έξι ή εφτά μικρότερης διάρκειας. Όπως και να έχει, αξίζει να ακούσετε όλο το album, θα επιβραβευτείτε στο τέλος μιας και το μέρος με το οποίο κλείνει το δεύτερο κομμάτι είναι πραγματικά απογειωτικό, περίπου άψογο.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

RICHARD DAWSON – “THE MAGIC BRIDGE” (2012)

Το δεύτερο προσωπικό άλμπουμ, του άγνωστου σε μένα μέχρι προχθές Richard Dawson, έσκασε σαν βόμβα στον χώρο του free folk. Μιλάμε για πραγματική αποκάλυψη. Δεν υπάρχει περιοδικό ή blog που να μην αποθεώνει τον ασχημομούρη 30άρη από το Newcastle. Όταν, λοιπόν, το Wire, το Foxy Digitalis και τόσα άλλα ορκίζονται ότι ανακάλυψαν το νέο μεγάλο ταλέντο της folk τραγουδοποιίας, ποιος είμαι εγώ να διαφωνήσω; Και πράγματι, από τα πρώτα διστακτικά αρπίσματα του instrumental που ανοίγει το άλμπουμ, καταλαβαίνεις ότι έχουμε να κάνουμε κάτι σπουδαίο. Σαν η κιθάρα του Dawson να ξυπνά σιγά-σιγά από βαθύ ύπνο και να ξεδιπλώνεται χαλαρά στο αέρα του δωματίου και μέχρι να αρχίσει να πλάθει μια όμορφη μελωδία που έχει ως κέντρο το αμερικάνικο roots folk του πατέρα και ποιητή όλων John Fahey , αλλά λοξοκοιτά και προς Βρετανία μεριά. Η βασική διαφοροποίηση στον ήχο του Dawson σε σχέση με όλους του επίδοξους fingerpickers που με έχουν κουράσει με την χλιαρότητα τους τα τελευταία χρόνια, είναι ότι δουλεύει με ηλεκτρική κιθάρα με αποτέλεσμα να κερδίζει σε αμεσότητα, νεύρο αλλά και πρωτοτυπία τους υπόλοιπους συνάδελφους του. Φανταστείτε τον χειμαρρώδη ηλεκτρισμό του Bill Orcutt να πειραματίζεται με μια κλασσική folk κλίμακα ή τον ερμητική ασαφή φρασεολογία του Jandek να σχηματοποιείται, επιτέλους, σε μια σαφή μελωδία. Από το δεύτερο κομμάτι του άλμπουμ και μετά, ο Dawson αρχίζει και να τραγουδά και τότε είναι που μένεις πραγματικά αποσβολωμένος από την καίρια εκφραστικότητα του. Αν και όχι απόλυτα πάνω στην νότες, η φωνή του έχει αρκετά μεγάλη έκταση και δύναμη, και ο τρόπος που άμεσα και ανθρώπινα τραγουδά τους πολύ ιδιοσυγκρασιακούς του στίχους σε αγγίζει ιδιαίτερα, θυμίζοντας λιγάκι τον νεαρό John Martyn. Για παράδειγμα, πολλοί έχουν τραγουδήσει για το «μαύρο σκυλί» - την κατάθλιψη δηλαδή- αλλά μόνο ο Dawson στο “Black Dog In The Sky” καταφέρνει να εκστομίσει με τέτοια απελπισία το δέος του μπροστά στην μεγάλη μαυρίλα που μοιάζει να τον κατακλύζει. Παρακάτω, στήνει με χιουμοριστικό τρόπο ένα ολόκληρο μελόδραμα για το πώς δεν μπορεί να αποχωριστεί ένα δώρο που του έδωσε μια πρώην που μάλλον τον πλήγωσε, ενώ στο “We Picked Berries In a Churchyard Freshly Mowed ” βγάζει ένα πρωτόλειο ρομαντισμό που θα ζήλευε και ο Jeff Buckley. Ταυτόχρονα, το παίξιμο του στην κιθάρα παραμένει απολαυστικό, καθώς οι οικίες μελωδίες αντιπαρατίθενται με κάποια ξαφνικά άτονα χτυπήματα και με την θερμότατη αν και αδιαφανή lo-fi ηχογράφηση. Ιδιοφυές, λοιπόν, το όλο στήσιμο του “The Magic Bridge”. Οι πιστοί του είδους γρηγορείτε! Και δεν ξέρω αν το έχετε αντιλήφθη αλλά η καρδιά του βρετανικού folk χτυπά πια στο Newcastle : Elle Osbourne, Cath and Phil Tyler, Dan Haywood και τώρα ο Dawson. Ωραία θα τα περνούν τις υγρές χειμωνιάτικες νύχτες στις pub πάνω κει. Υ.Γ. Αν έχετε κανένα link για το ambient drone project του Dawson, Eyeballs, στείλτε! Με καίει!

((E A R)) ((E Y E))

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

TO LIVE AND SHAVE IN LA - "THE CORTEGE" (2011)

Tο παρών άλμπουμ αποτελεί επίσημα το κύκνειο άσμα της 20ετούς και βάλε πορείας της θρυλικής avant noise κολεκτίβας που περιστρέφεται κυρίως γύρω από τις αλλόκοτες συνθετικές ιδέες του «τραγουδιστή» και θορυβοπλάστη Tom Smith. Μαζί του για την ηχογράφηση του “Cortege” στο στούντιο των Sonic Youth πίσω στο 2008 παραβρέθηκαν και τα βασικά μέλη Ben Wolcott (oscillator και άλλοι θόρυβοι), Rat Bastard (βιολί) καθώς και πολλοί επιφανείς άνδρες τις Νεοϋορκέζικης noise rock σκηνής (Αndrew WK, μέλη των Sightings, Excepter ,The Flying Luttenbachers ). Όπως ίσως γνωρίζετε, από μια κυκλοφορία TLASILA αναμένεις μιας ακραία ιντελεξουάλ πειραματική ανάμιξη των οριακών θορυβοποιών τρόπων μιας σχεδόν no wave “I don’t care” αισθητικής με υψηλής ποιότητας industrial –σχεδόν- music concrete μουσικές δομές. Πάντοτε οι TLASILA τους άρεσε τρίβουν βίαια μια καλογυαλισμένη avant garde/ art house εκλεπτυσμένη σύνθεση πάνω στα σουβλερά δόντια της άμεσης εκφραστικότητας του πιο ξεσκισμένου punk. Πολλοί το βρήκαν ανυπόφορο, άλλοι τους λάτρεψαν γι αυτό. Βέβαια, με τον χρόνο οι συνθέσεις του Smith άρχισαν να γίνονται όλο και πιο καλοδουλεμένες και γι αυτό κατανοητές με αποτέλεσμα δίσκους σαν το “ The Wigmaker in Eighteenth Century Williamsburg” ή το “ Noon and Eternity”, που χαιρετίστηκαν αντικειμενικά ως αριστουργήματα του avant / noise/ experimental. Kαι το “Cortege” αν και λιγότερο πρωτοποριακό, αξίζει προσοχής. Τα φωνητικά του Smith είναι στο κέντρο της ηχογράφησης και η υστερική, παρορμητική του παράσταση έχει φθάσει σε κορυφαίο πλέον τεχνικό επίπεδο. Στα αυτιά μου ακούγεται σαν μια πιο φευγάτη συνεκδοχή δύο παρελθόντων αγαπημένων τραγουδιστών αμερικάνικων avant metal σχημάτων : του Buddo των Last Crack και του Spike Xavier των Mind Over Four, πλην την ροκιά, συν τα ουρλιαχτά. Τα σπάει δηλαδή. Απαγγέλει τους αφηγηματικούς του στίχους, που φυσικά δεν διαθέτουν ρεφραίν, με μια σταθερή ακρίβεια στην άρθρωση που φέρνει και τον David Sylvian στο μυαλό, αν βέβαια ο τελευταίος μετατρέπονταν από αθεράπευτα μελαγχολικός σε παράφρονα για δέσιμο. Η συναισθηματική φόρτιση του Smith πηγάζει και από το κάνα-δύο «ευχάριστα» γεγονότα που γάμησαν στην προσωπική του ζωή τότε: ο πατέρας του νόσησε από καρκίνο την ώρα που ο 20χρονος γιός του έφυγε για το Ιράκ. Οι υπόλοιποι μουσικοί σέβονται τα βάσανα του και με τις διακριτικές για τα μέτρα των TLASILA noise παρεμβάσεις, χρωματίζουν γκριζωπά τον ευκίνητο έδαφος που πατούν οι ψυχωμένες ερμηνείες του. Τι να κάνουμε, οι ακραίες καταστάσεις απαιτούν ακραίες αντιδράσεις. Τέλος εποχής, λοιπόν, για τους TLASILA, όχι, όμως και για τον Smith που παράγει ακατάπαυστα. Χτυπήστε το eye έχει τόνους υλικό, ο θείος.

((E A R)) ((E Y E))

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

SYLVESTER ANFANG II - "PERZISCHE TAPIJTEN" (2012)

Ποτέ δεν κατάλαβα ποιοι, ή μάλλον πόσοι, από την αφρόκρεμα της μουσικής σκηνής του Βελγίου (κυρίως της εταιρίας K-raa-k) συμμετέχουν σε αυτό το project, μα υποθέτω πως δεν έχει τελικά και τόση σημασία – άλλωστε μπορεί κάθε φορά να είναι και διαφορετικοί, ποτέ δε ξέρεις με αυτούς τους Φλαμανδούς. Κάθε κυκλοφορία αυτής της υπέρ-μπάντας αποτελεί ένα ατελείωτο τζαμάρισμα, ψυχεδελικό, θορυβώδες και νεφελώδες, με μία λέξη απλά απολαυστικό. Αυτό συμβαίνει και σε αυτό το δίσκο (που παρεμπιπτόντως βγήκε σε 500 κόπιες και ξεπούλησε εντός ολίγων ημερών) – ένα χαοτικό ταξίδι βαριάς ψυχεδέλειας για κοντά σαράντα λεπτά. Σόλο σε κιθάρες, σιτάρ, μπουζούκια που δεν έχουν τελειωμό, επαναλαμβανόμενα μοτίβα στο μπάσο που μπορούν να τραβάνε για ώρες, παραμορφώσεις και παλιομοδίτικα drones, ρυθμοί στα drums που παραπέμπουν στη Μέση Ανατολή, πλήκτρα σε ένα δικό τους ψυχοτρόπο πλανήτη. Ο δίσκος αποτελεί one take, δεν έχει καθόλου overdubs, τα κομμάτια δε ξεκινάνε και δεν τελειώνουν ποτέ, απλά έχει γίνει κάποιο μαγείρεμα στη μίξη που υποθέτω πως έκοψε καμιά εικοσαριά λεπτά (στο καθένα) παραισθητικού αυτοσχεδιασμού – με αποτέλεσμα να σου δίνει την εντύπωση πως το όλο πράγμα είναι ένα συνεχόμενο σαλεμένο κομμάτι. Η διαφορά με τις άλλες κυκλοφορίες των Sylvester Anfang, που ήταν πιο kraut ή πιο noise, είναι ότι εδώ ο ήχος έχει πολλά ανατολίτικα στοιχεία (το λέει άλλωστε και ο τίτλος του δίσκου: “περσικά χαλιά” - καμία σχέση με Μιραράκη υποθέτω) και αν ψάχνουμε για ομοιότητες, θυμίζει κάπως κάποιους δίσκους των No Neck Blues Band, όταν κι εκείνοι έκλειναν πονηρά το μάτι στη παραδοσιακή μουσική της ανατολής. Ο γλυκός πονοκέφαλος που σου αφήνει, σαν επίγευση στο τέλος, είναι η ανταμοιβή που σου προσφέρει αυτό το μικρό αριστούργημα, έπειτα από μία προσεκτική ακρόαση, σε υψηλές εντάσεις εννοείτε.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

YAIR YONA - "WORLD BEHIND CURTAINS" (2012)

Ο ισραηλινός Yair Yona, είναι ένας ακόμη μουσικός που καθοδηγείται από την αγάπη του για την Αμερικανική φολκ μουσική, ιδίως το Finger-picking των John Fahey και Leo Kottke (ή αλλιώς Tahoma) και για την Βρετανική φολκ μουσική των 60s-70s, με τον Bert Jansch να αποτελεί κάτι σαν προσωπικό του ίνδαλμα. Ο πρώτος του δίσκος (Remember) ήταν ένα σαφώς συμπαθητικό άκουσμα για φανατικούς λάτρεις του είδους – γρήγοροι ρυθμοί, συχνά εναλλασσόμενες μελωδίες στην κιθάρα, υψηλού επιπέδου τεχνική – δύσκολα όμως θα συγκινούσε οποιονδήποτε δεν ανατριχιάζει με το Yellow Princess ή το The Grail and the Lotus. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος και για το νέο του δίσκο, αν δεν κατόρθωνε να εμπλουτίσει τόσο πολύ και τόσο προσεκτικά τον ήχο του, με τρόπο ιδιαιτέρως ενδιαφέρον. Δεν είναι μόνο τα ανατολίτικα και μεσογειακά στοιχεία που εισβάλλουν στο ταχύτατο finger-picking, είτε από ρυθμούς και μελωδικές γραμμές, είτε από ήχους, με έγχορδα όπως το μπουζούκι. Είναι επίσης το πιάνο και το βιολί, που σε στιγμές αποκτούν κεντρικό ρόλο, είναι η έμφαση στην ατμόσφαιρα που δίνει ο Yona, είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει το είδος: καταφέρνει να χτίσει συνθέσεις, πλάθοντας μια κινηματογραφική αίσθηση στη μουσική, με πλούσιες ενορχηστρώσεις, πολλές διαστρωματώσεις και έντονη ατμόσφαιρα. Υπό αυτή την οπτική γωνία ο Yona μοιάζει αρκετά με τον James Blacksaw, αν και σε αντίθεση με τον τελευταίο εστιάζει περισσότερο στη πολλαπλότητα των μελωδίων (με αποκορύφωμα το poetry nights in valhalla), καταφέρνοντας, τελικά, να αποδώσει με ένα εντελώς δικό του τρόπο, το πολυαγαπημένο αυτό μουσικό είδος.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

BAND OF HOLY JOY - "HOW TO KILL A BUTTERFLY" (2011)

Ήδη από το ξεκίνημα τους πίσω στις γοητευτικές 80s post-punk ημέρες, οι Band of Holy Joy είχαν ταυτιστεί με μία άλλη άποψη για την βρετανική pop. Με γερές βάσεις στην παραδοσιακή βρετανική folk , μεταλλαγμένη για τις ανάγκες ενός πολιτικοποιημένου μποέμ του αστικού περιβάλλοντος, μια πιο ανθρωπινή, συναισθηματική, αντιεμπορική, χύμα, άμεση και ειλικρινής pop είναι αυτή που πρεσβεύει ο Johnny Brown και η παρέα του. ‘Έτσι, έρχονταν πάντοτε σε πλήρη αντίστιξη με τις νεορομαντικές ονειροπολήσεις συναδέλφων τους, που κυριάρχησαν στα 80ς και την χαζοχαρούμενη αφέλεια της brit pop που ακολούθησε. Πάντοτε, η BOHJ είχαν το δικό τους πιστό ακροατήριο και αυτό μάλλον τους αρκούσε. Εξάλλου, η όλη πορεία τους είναι γεμάτη συγκλονιστικές κορυφώσεις που σκιάζονται από λάθος επιλογές και «αντιεπαγγελματικές συμπεριφορές» με πρόχειρα παραδείγματα την παταγώδη αποτυχία τους όταν προσπάθησαν να παίξουν με τους όρους της brit pop αγοράς στο νερόβραστο “ Positively Spooked” και την διάλυση , ουσιαστικά, της μπάντας αμέσως μετά το αριστούργημα τους “Love Never Fails” . Ακόμη, και μετά την επανασύνδεση τους στα 00s και την σταθερή προώθηση τους μέσω του Wire αλλά και του πανέμορφου τους site, αισθάνεσαι ότι πάλι οι βρετανοί τραγουδοποιοί κάνουν τα πράγματα στο δικό τους καλλιτεχνικό χρόνο και όπως πραγματικά νομίζουν. Από την μία πραγματοποιούν συναυλίες παθιάρικες, συγκινητικές και ατελείωτες όπως είδαμε και εμείς στην Αθήνα στο καταγώγιο του Rodeo, κυκλοφορούν σε λίγες κόπιες θεματικά μίνι-άλμπουμ για τον Barrows και τον John Wesley και όταν έχουν στα χέρια τους 5-6 καλά κομμάτια (βλ. Punklore), δεν καταφέρνουν ποτέ να τα κυκλοφορήσουν ευρέως. Αλλά δεν μπορείς να τους κρατάς κακία, αυτήν τη ελευθερία έκφρασης γουστάρεις να έχει η αγαπημένη σου pop μπάντα, όσο και αν δημιουργικά δεν αποφεύγει σκαμπανεβάσματα. Έτσι, και το πρώτο τους «κανονικό» άλμπουμ μετά από 10 χρόνια, που κυκλοφόρησε πέρσι, περιέχει μερικά υπέροχα κομμάτια που σπιλώνονται ελαφρώς από τις αναμενόμενες από αυτούς ατέλειες που τόσα χρόνια έχουμε μάθει να αγαπάμε. Βασικό συστατικό των συνθέσεων είναι το μεράκι των δύο παλιοσειρών της μπάντας. Από την μία βιολί του Chris Brierley χτίζει μελωδικά όλα τα κομμάτια και κάθε του δοξαριά σου τρυπά πραγματικά την καρδιά. Από την άλλη, ο μοναδικός Johnny Brown για άλλη μια φορά γράφει στίχους που σε εμπνέουν να δεις την ζωή λίγο πιο συναισθηματικά αλλά και πολιτικά ταυτόχρονα, ενώ οι ερμηνείες του βρίθουν από το Μπρεχτικών διαστάσεων πάθος του. Οι ενστάσεις μου έχουν να κάνουν με τους υπολοίπους της μπάντας και ιδίως τους νεαρούς στο rhythm section που μου ακούγονται πλαδαροί και χωρίς καθόλου φαντασία. Αισθάνεσαι, κάποιες στιγμές, ότι οι Brown και Brierley τους καλούν στην υπέρβαση αλλά αυτοί κωλοκάθονται σαν βαρίδια κάτω. Και η παραγωγή για τον χρόνο που αφιέρωσαν, είναι λίγο ξερή. Αλλά όταν ο άλμπουμ ξεκινά με έναν ακόμη ξεσηκωτικό ύμνο όπως το “Go Break The Ice”, η μουρμούρα οφείλει να σταματά. Και όταν, μάλιστα, στην συνέχεια βρίσκεις 3-4 ψυχωμένα, γεμάτα σάρκα και αίμα , ζωντανά κομμάτια το βουλώνεις και απολαμβάνεις. Προς το δεύτερο μισό του άλμπουμ, η ένταση καταλαγιάζει λιγάκι για να προβληθούν μια σειρά από αφηγηματικές μπαλάντες, όλο θεατρικότητα και δυναμισμό που καταπιάνονται με τις καινούργιες άναρχο- οικολογικές / νεοδιαφωτιστικές ανησυχίες του Brown, δοσμένες με έναν ανθρώπινο λυρισμό μακριά από δογματισμούς και στείρα σλόγκαν. Η δικής μας αγαπημένη pop μπάντα επέστρεψε, yei!

((REMOVED BY KIND REQUEST)) ((E Y E))