Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

EYELESS IN GAZA - “EVERYONE FEELS LIKE A STRANGER” (2012)















Η απρόσμενη αλλαγή του καιρού προς το συννεφιασμένο και μουντό τις τελευταίες μέρες μας έδωσε ένα υπέροχο γκριζωπό ουρανό που ταιριάζει γάντι με το γνωστό και αγαπημένο μελαγχολικό βρετανικό post folk στυλ των Eyeless In Gaza. ‘Έτσι και εγώ είπα να παρουσιάσω χωρίς πολλά-πολλά το νέο τους CD για να το ακούσετε πριν σκάσουν οι μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού και την βγάλουμε με την psych reggae Sun Araw και τα σπανιόλικα της Josphenine Foster. Στο 13ο άλμπουμ , λοιπόν, του χαμηλού προφίλ post-punk / avant folk διδύμου από το πάντοτε βροχερό Warwickshire, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει σε σχέση τα δύο τελευταία αριστουργήματα της μπάντας “Summer Salt” και “All Under The Leaves”. Κι εδώ η μοναδική χημεία των Martyn Bates και Peter Becker ξεδιπλώνει μεστά και περιεκτικά τραγούδια που πατούν στις κομψές, στρογγυλές μελωδίες του Bates αλλά και εμπλουτίζονται από πλείστα ορχηστρικά στοιχεία κάθε φορά. Σε αυτό το άλμπουμ, ισχυρίζονται ότι μπολιάζουν στον ήχο τους περισσότερα ακουστικά folk κιθαριστικά περάσματα, κάτι που ισχύει ως ηχητικό συστατικό σε κάποια κομμάτια. Από την άλλη, διατηρούν το προσωπικό τους ύφος, με τα ατμοσφαιρικά σκοτεινά περάσματα των πλήκτρων και τους μη επιθετικούς, μαλακούς ρυθμούς που πλάθουν χαλαρά τα tambourine, drumbox, pulse και λοιπά τεχνητά κρουστά. Στο κέντρο, βέβαια, θα βρείτε την υπέροχη φωνή του Bates : αέρινη, αβαρής, σχεδόν θηλυπρεπής για κάποιους η φωνή του. ‘Όμως, το εύθραυστο του falsetto μετά από χρόνια παιδέματος καταφέρνει να ακούγεται κυρίαρχο και ισχυρά αντηχών προς κάθε σημείο του ηχητικού πεδίου που καταλαμβάνει και αποτελεί και το ιδανικό όχημα για τους ιδιαίτερα προσεγμένους, επιμένων νεορομαντικούς του στίχους. Με αυτό το όπλο στα χέρια των Eyeless In Gaza, θα έλεγες ότι η ευρηματικότητα των συνθέσεων θα πέρναγε σε δεύτερη μοίρα. Η αλήθεια είναι ότι όσους μουσικούς νεοτερισμούς κι αν σκαρφιστούν θα υπερκαλύπτονται από το συναισθηματικό βάθος που δημιουργούν οι μελωδικές γραμμές του Bates. Και, προσωπικά, όσο και αν καταπιάνονται με free folk επιρροές τύπου Six Organs ας πούμε, τους προτιμώ το λυτό “Amongst The Gathering Skies” όπου μόνο με δύο απλές μελωδίες στη μελόντικα και την ανυψωτική φωνή του Bates, εξυφαίνουν ένα πανέμορφο ηχοτόπιο που σε συγκινεί ψυχικά, όσο λίγα στις μέρες μας.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

CHRIS CORSANO - "CUT" (2012)

Ένας από τους πιο παραγωγικούς μουσικούς σήμερα, ο Corsano έχει προλάβει πριν τα σαράντα του να παίξει μαζί με αμέτρητους μουσικούς σε αμέτρητες κυκλοφορίες και ταυτόχρονα να δημιουργήσει ένα εντελώς δικό του μουσικό πλανήτη στα προσωπικά του album. Κάτι σαν μουσικό φαινόμενο λοιπόν ο Αμερικάνος drummer-percussionist, εξερευνά ασταμάτητα και με τρομερή ενέργεια νέους ήχους, νέες φόρμες και νέους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκφραστεί πίσω από τα κλαπατσίμπαλα και τα κρουστά του και τα επιτεύγματα του μόνον άφωνο μπορούν να σε αφήσουν. Στο νέο του λοιπόν album, προχωράει λίγο παραπέρα στο ανεξερεύνητο αυτό πλανήτη, αποδομώνοντας ακόμη περισσότερο το ρυθμό και τη μελωδία, με βασικά του όπλα τον αυτοσχεδιασμό και τον ακατάπαυστο πειραματισμό με καινούργια αντικείμενα και τους ήχους που μπορεί να βγάλει κοπανώντας τα. Καταλήγει με 19 κομμάτια, διάρκειας από μερικά δευτερόλεπτα μέχρι και κάμποσα λεπτά, που καλύπτουν μια τεράστια γκάμα ειδών και ρυθμών, με αρκετά εμβόλιμα drones. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, ακούγοντας όλο το Cut, μένεις με την εντύπωση πως έχεις ακούσει μία ολόκληρη ορχήστρα σε έναν ελεύθερο και, φυσικά, έντονο αυτοσχεδιασμό και όχι απλά και μόνο ένα άτομο που παίζει, κυρίως, κρουστά. Αυτό εν μέρει οφείλετε στην ποικιλία των αντικειμένων που χρησιμοποιεί (εκ των οποίων καμπάνες, μεταλλικά αντικείμενα, πλαστικούς σωλήνες, βιολιά) και εν μέρει στη αστείρευτη φαντασία που διαθέτει να πλέκει όλους αυτούς τους ήχους σε ένα ενιαίο σύνολο. Το αποτέλεσμα ακούγεται να ακροβατεί ανάμεσα στον Harry Partch και τον Steve Reid, ανάμεσα στους πηγαίους αφρικανούς ρυθμούς και σε πρώιμα αμερικάνικα είδη. Και όλο αυτό καταφέρνει ο άτιμος να το κάνει εύκολα προσβάσιμο σε όλα τα αυτιά, δεν δημιουργεί δηλαδή μια κουφή πειραματίλα, μα ένα στερέωμα από ηχητικά πυροτεχνήματα τόσο φιλικό και ζεστό, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέχρι και σαν μουσικό υπόστρωμα καθημερινότητας. Κάτι που ελάχιστοι μουσικοί της πειραματικής σκηνής μπορούν να κάταφέρουν.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

VALLEY OF FEAR - "S/T" (2012)

Μια σκοτεινή, βίαιη και επιθετική χιονοστιβάδα βγαίνει από τα ηχεία καθώς ξεκινάει αυτό το περίπου album (είναι μόλις τριάντα λεπτά, άσχετο αν ακούγονται σαν δύο ώρες), που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, καθ’ όλη τη διάρκεια των τεσσάρων κομματιών του. Μαθαίνοντας το ποιοι βρίσκονται πίσω από αυτό το καταιγιστικό θόρυβο, οι Matthew Bower (Skullflower, Voltigeurs, Total), Justin Broadrick (Godflesh, Jesu) και Samantha Davis (Voltigeurs, Harm) δηλαδή, όλα φαίνονται λογικά. Οι βαριές παραμορφώσεις στις κιθάρες, η επική διάθεση των κομματιών, η βαριά ψυχεδέλεια, το φλερτάρισμα με το black metal. Ο θόρυβος είναι το βασικό συστατικό αυτού του δίσκου, ένας βρώμικος και λασπωμένος θόρυβος που καταβρέχει τα πάντα, τις όποιες αργόσυρτες υπόνοιες μελωδιών, τα όποια ρυθμικά μοτίβα. Τα drums, ηλεκτρισμένα και αυτά, ακολουθούν με μια παγωμένη συνέπεια αυτόν το θόρυβο, βγάζοντας μια έντονη industrial υφή. Ο μαξιμαλιστικός συρφετός των παραμορφώσεων στις κιθάρες έρχεται τόσο κοντά στο black metal όσο καμία άλλη εκδοχή του Bower, ενώ, αντίστοιχα, το επίμονο άπλωμα και η ξεροκέφαλη επανάληψη αυτών των παραμορφώσεων έρχεται τόσο κοντά στην ψυχεδέλεια όσο καμία άλλη εκδοχή του Broadrick. Με λίγα λόγια, έχοντας ακούσει κάτι από αυτούς τους βετεράνους μουσικούς στο παρελθόν, μπορείς να φανταστείς ποια μπορεί να είναι η κατάληξη μιας συνεργασίας τους και από αυτό που φαντάζεσαι το Valley Of Fear είναι δύο φορές καλύτερο. Το ηχητικό τείχος ορθώνεται από το πρώτο δευτερόλεπτο, σκοτεινό, αποδομιστικό και κυρίαρχο και εξόχως μαγευτικό.

((E A R))
((E Y E))