Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

FUSHITSUSHA - "MABUSHII ITAZURA NA INORI" (2012)












Αυτός είναι δεύτερος δίσκος-φωτιά που ξεπέταξε μέσα στο 2012 ο κύριος Haino μαζί με τους Chiyo Kamekawa (μπάσο) και Ryosuke Kiyasu (drums) ως οι νέοι Fushitsusha. Κι αν κρίνω από την χημεία και τον οίστρο που διαπνέει το trio μπορεί να δούμε και τρίτη κυκλοφορία μες το 2012. Αν ,τώρα, συνυπολογίσουμε και τις ηχογραφήσεις του Haino με του O’Rourke και Ambarchi νωρίτερα φέτος, συμπεράνουμε πως ο εξηντάρης και βάλε μέγας σαολίν της ηλεκτρικής κιθάρας βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα στα γεράματα. Κάτι σαν τον Henrik Larsson όταν πήγε στην μπαρτσελόνα.

 Το υλικό που περιλαμβάνει το νέο πόνημα του ακριβοθώρητου trio είναι ακόμη πιο βαθύ, απρόβλεπτο και jazzy από το προηγούμενο “Hikari to Nazukeyo”, το οποίο έκλινε προς έναν οξύ, επιθετικό no wave / captain beefheart ήχο γεμάτο γωνίες και με σαφή rock βάση. Εδώ, ο Haino ακούγεται τελείως απελευθερωμένος και έτοιμος να καθοδηγήσει τους άλλους δύο σε ένα σεμινάριο free rock έκφρασης που, ναι, για μένα πιάνει τα δυσθεώρητα ύψη του “Pathetique” και του “Origin's Hesitation”. To πρώτο 5λέπτο κομμάτι είναι μια από τις πλέον λυρικές στιγμές των Fushitsusha με ένα συνεχές λεπτό κιθαριστικό πέπλο και μια πυκνή μπασογραμμή να στήνουν ένα ατμοσφαιρικό υπόβαθρο για απλώσει ο Haino είναι ευγενικό, λυρικό φωνητικό αυτοσχεδιασμό που μοιάζει μια άτυπη μοναχική προσευχή που περιπλανιέται στο αχανές σύμπαν. Από το επόμενο κομμάτι το αιθέριο σκηνικό αλλάζει βίαια σε ένα φουρτουνιασμένο άναρχο post-blues rock που έχει στόχο να εκφράσει τα πιο καλά κρυμμένα αισθήματα και εικόνες του νου και της ψυχής. Το rythm section επιδίδεται σε μια τρομερής ελαστικότητας και ακρίβειας άσκηση αντισυμβατικής jazz rock που χωρίς φανφάρες αλλά με την γνωστή ιαπωνική λιτότητα αφήνουν το κατάλληλο χώρο στον Haino να σιγοψιθυρίσει, άλλοτε να τραγουδήσει και άλλοτε να βροντοφωνάξει τους λακωνικούς του στίχους με τη θεατρικότητα που έχουμε συνηθίσει. Σίγουρα, μπορεί να μην καταβαίνεις γρί από τα ακατάληπτα ιαπωνικά του, αλλά η σοβαρότητα του ύφους, το πολυεπίπεδο της εκτέλεσης και εμβριθές της έκφρασης σε μαγνητίζουν όσο ο καλός (πριν το 2000) ιαπωνικός κινηματογράφος έστω κι αν δεν διαβάζεις τους υπότιτλους. (Σε αυτό το σημείο να πω, βέβαια, ότι θα εξυπηρετούσε μια μετάφραση των στίχων από τον ειδικό περί ιαπωνικών, Alan Cummings, αλλά ποιος με ακούει τώρα εμένα). Όσο για την κιθαριστική απόδοση του μάστορα, για μια ακόμη φορά είναι αποστομωτικός. Λιτές, κοφτές πενιές, στριφνά και άτονα τσιγκελωτά θραύσματα που βουτούν από την αχαλίνωτη εκφραστική ένταση στην εσωτερική σιωπή και τούμπλαλιν, σε μια μοναδική εγκεφαλική διαχείριση του ηχητικού κενού και του ηχητικού χάους που πατά πάνω στην γιαπωνέζικη παράδοση για την αντιθετική δύναμη του “Ma”, της σιωπής δηλαδή σε καίρια σημεία της μουσικής σύνθεσης. Έτσι, με την ασυνήθιστη για μας τους δυτικούς φαινομενική δυσαρμονία και μη μελωδικότητα, οι Fushitsusha φθάνουν δια της πλαγίας οδού και πάλι σε ένα psych / noise / free rock αποτέλεσμα που δεν έχει όμοιο του παγκοσμίως και ούτε θα έχει.

((E A R))
((E Y E))

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

THE BIG EYES FAMILY PLAYERS & FRIENDS - "FOLK SONGS II" (2012)

Θεωρητικά, αυτό το album αποτελεί τη συνέχεια του Folk Songs που είχε κυκλοφορήσει πριν από τρία χρόνια, όπου οι The Big Eyes Family Players είχαν βοηθήσει τον James Yorkston να διασκευάσει μερικά παλιά folk κομμάτια. Βέβαια αυτό το album μόνο τύποις μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια του πρώτου Folk Songs, μιας και εδώ η μπάντα από το Sheffield έχει τον πρώτο και μοναδικό λόγο στην ενορχήστρωση του. Επίσης, ούτε album ακριβώς μπορεί να χαρακτηριστεί, από την πλευρά της συνοχής, αφού σε κάθε κομμάτι υπάρχει μια ξεχωριστή συμμετοχή στα φωνητικά από την ανεξάντλητη σύγχρονη μουσική σκηνή του είδους στην Βρετανία. Ο δίσκος πλησιάζει τα όρια της συλλογής, με τους The Big Eyes Family Players να καταφέρνουν άψογα να αλλάζουν το μουσικό τους ύφος, όσο χρειάζεται κάθε φόρα, για να ταιριάζει απόλυτα στα εκάστοτε φωνητικά των κομματιών – χωρίς φυσικά ο δίσκος να είναι τόσο ασύνδετος όσο μια συλλογή. Με δυο λόγια καθώς τα κομμάτια κυλούν δημιουργείται η αίσθηση πως η μπάντα έχει κατορθώσει να ακροβατήσει στη λεπτή γραμμή του συνόλου και της μονάδας και ταυτόχρονα να πατάει με σιγουριά ανάμεσα στη συμβατική απόδοση των κομματιών αυτών, θυμίζοντας αρκετά 60’s και 70’s και σε πειραματικούς ιδιωματισμούς, με drones, αφαιρετικές μελωδίες ή πολυεπιπέδα περάσματα με το αποτέλεσμα να είναι από την αρχή μέχρι το τέλος αρκετά καλό. Όσο για τις συμμετοχές που υπάρχουν στα φωνητικά, έχουμε κάτι σαν dream team της folk σκηνής, που μετά από αυτή των 70’s είναι η πιο παραγωγική και η πιο ποιοτική που έχουν βγάλει τα βρετανικά νησιά. Alasdair Roberts, Sharron Kraus, Elle Osborne, Adrian Crowley και προφανώς James Yorkston – έτσι για να αναφέρω μερικούς.

((E A R))
((E Y E))