Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

KIM DOO SOO - "DANCE OF HUNCHBACK" (2015)

Τριάντα περίπου χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία, ο Κορεάτης τροβαδούρος της θλίψης επιστρέφει με τον, ίσως, πιο ολοκληρωμένο του δίσκο. Τα συστατικά είναι πάνω-κάτω τα ίδια με τα προηγούμενα πέντε album: finger-picking στην κιθάρα με κάποια ρυθμικά μέρη, απλός ήχος δίχως πολλές εξάρσεις και σκαμπανεβάσματα στην ένταση, η γνώριμη ψιθυριστή και κυματιστή φωνή του Kim Doo Soo.
Δεν ξέρω Κορεάτικα και κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να μάθω ποτέ, οπότε δεν μπορώ να εκτιμήσω ακριβώς τους στίχους των κομματιών, ούτε φυσικά να τους καταλάβω. Ακόμη κι από τις αγγλικές τους μεταφράσεις νιώθω ότι κάτι δεν πιάνω· υποθέτω ότι η απόσταση της Κορεάτικης κουλτούρας με την δικιά μας είναι μεγάλη. Έτσι όμως, για να έχετε μια ιδέα, τα περισσότερα κομμάτια καταπιάνονται είτε με κάτι μεταφυσικό, είτε με το ανέφικτο και το αφύσικο, είτε με κάτι δυσλειτουργικό – με τρόπο αφαιρετικό ή αφηρημένο και βαθιά ποιητικό. Κάτι που φανερώνουν και οι τίτλοι των περισσότερων εκ αυτών: The Land of No Wind, Leaden, Falling Blossom και το ομότιτλο Dance of Hunchback (πόσο γαμάτος τίτλος για δίσκο, παρεμπιπτόντως).
Η μουσική που πλαισιώνει τους στίχους και την ζεστή φωνή του Kim Doo Soo, είναι επίσης απλή και αφαιρετική – οι μελωδίες υπόγειες και εύθραυστες. Επικρατεί φυσικά η ακουστική κιθάρα, με μόνη διαφορά σε σχέση με τα περισσότερα album του Kim Doo Soo την προσθήκη διάφορων άλλων οργάνων, όπως η φυσαρμόνικα, το βιολί και το τσέλο, η τρομπέτα και το ακορντεόν, που είτε εμφανίζονται επικουρικά στην σύνθεση των μελωδιών, είτε σαν απλές πινελιές στην ροή των κομματιών. Αυτές οι μικρές σε διάρκεια πινελιές, όπως και οι δεύτερες φωνές που επίσης εμφανίζονται σκόρπια στην πορεία του δίσκου, δίνουν ένα επιπλέον βάθος, ατμοσφαιρικό και συναισθηματικό. Σε γενικές γραμμές, η δομή των κομματιών είναι πολύ δουλεμένη, τα ρυθμικά μέρη είναι καθηλωτικά, ο δίσκος ακούγεται σαν ένα ενιαίο κομμάτι με όλες τις απαραίτητες διακυμάνσεις, τόσο άψογα δεμένος είναι – ο Kim Doo Soo μας προσφέρει έναν κορυφαίο δίσκο μελαγχολικής τραγουδοποιίας.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

LIGHTNING BOLT - "FANTASY EMPIRE" (2015)

Είμαι από αυτούς που όταν είχα ακούσει το Ride The Skies είχα εκστασιαστεί – μου ακουγόταν τότε ως κάτι εντελώς πρωτότυπο, διαφορετικό και όσο ακραίο χρειαζόμουν. Και επίσης είμαι από αυτούς που όταν είδα το The Power Of Salad And Milkshakes μου είχαν πέσει τα σαγόνια με την ενέργεια που έβγαζαν οι συναυλίες τους. Η πόρωση μου με τους Lightning Bolt συνεχίστηκε και μέχρι το Hypermagic Mountain, μα στο Earthly Delights ένιωσα πως έχουν αρχίσει να το χάνουν, να επαναλαμβάνονται, να σβήνει το φρέσκο και δυναμικό που είχαν, να είναι εγκλωβισμένοι στη μουσική τους μανιέρα. Η αλήθεια είναι ότι νόμιζα πως είχαν διαλυθεί. Αμ δε.
Έξι χρόνια μετά το duo επιστρέφει. Το Fantasy Empire περιέχει κομμάτια που έχουν ηχογραφηθεί εν καιρώ σε χλιδάτο studio, με γυαλισμένο ήχο, προσεγμένη παραγωγή, όλα στην εντέλεια. Ναι, αυτό απέχει πολύ από τις συναυλίες των 50 ατόμων σε υπόγεια και γκαράζ, από την βρωμιά του ήχου στις πρώτες τους κυκλοφορείς. Εξάλλου στην πορεία οι Lightning Bolt εξελίχθηκαν σε μια μπάντα που έπαιζε σε μεγάλα φεστιβάλ, αναγνωρισμένη από ένα ευρύ κοινό…
Η μετάβαση αυτή από μια απλή DIY μπάντα με punk ύφος σε ένα μεγάλο όνομα που ηχογραφεί για την Bjork και με τους Boredoms, δεν είναι ακριβώς εύκολη. Μπορείς άνετα να χάσεις την μπάλα, έχει συμβεί σε πολλούς μουσικούς. Και όταν έβαλα να ακούσω το Fantasy Empire, ομολογώ ότι ήμουν λίγο προκατειλημμένος – πίστευα ότι θα ήταν ένα αναμάσημα από τα ίδια. Φυσικά, είχα άδικο.
Τα κομμάτια προφανώς και πλημμυρίζουν από ενέργεια, από θόρυβο, από την χαρακτηριστική αμεσότητα της μπάντας, που από τα πρώτα δευτερόλεπτα σε παρασύρει να σηκωθείς και να κοπανιέσαι σαν επιληπτικός – τα drums είναι καταιγιστικά, η κιθάρα-μπάσο τίγκα στην παραμόρφωση. Αυτά όμως ήταν δεδομένα, έτσι κι αλλιώς. Η διαφορά από ότι προηγούμενο έχουν κυκλοφορήσει, έχει να κάνει με την παραγωγή. Εκμεταλλευόμενοι τον γυαλισμένο ήχο, τα κομμάτια τους ρέπουν προς το metal, χάνουν την τραχύτητα τους και γίνονται περισσότερο εγκεφαλικά. Εντάξει, ακόμη το κάθε λεπτό του δίσκου μυρίζει ιδρωτίλα και βαρβατίλα, μα ταυτόχρονα οι εναλλαγές, οι πιο καθαρές μελωδικές γραμμές, οι αυξομειώσεις στην ένταση και την ταχύτητα και οι κορυφώσεις, είναι προσεκτικά δουλεμένες – το art noise που τους χαρακτηρίζει, δεν είναι πια κάτι του στυλ “βαράμε δίχως οίκτο” που σε πιάνει από τον σβέρκο και σε κοπανάει στο τοίχο – δεν προκαλεί, παρά προσκαλεί στον μαγικό, πολύχρωμο και θορυβώδη κόσμο του. Τα κομμάτια δεν είναι μονολιθικά και άκαμπτα, μα έχουν εξέλιξη, πορεία, αφήγηση.
Ή, για να μην το κουράζω, το δισκάκι απλά γαμάει.


((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

BILL WELLS & AIDAN MOFFAT - "THE MOST IMPORTANT PLACE IN THE WORLD" (2015)

Τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη τους συνεργασία, ο πολυοργανίστας Bill Wells υφαίνει ξανά το μουσικό τοπίο για τους έντονους, πικρούς και αφοπλιστικά άμεσους στίχους του Aidan Moffat. Ο τίτλος του album σφετερίζεται ένα σλόγκαν των ΙΚΕΑ και, παρομοίως, σχεδόν όλα τα κομμάτια περιγράφουν ειρωνικά την περίπου αβιοτική ζωή στις σύγχρονες πόλεις.
Ένας δίσκος ποπάτος, ευκολοχώνευτος, μικρός και χαριτωμένος, που νομίζω ότι είναι από αυτούς που κάποιος μπορεί να αγαπήσει ή να μισήσει – τόσο χαρακτηριστικό ήχο έχει. Οι μελωδίες, χτισμένες κυρίως πάνω στο πιάνο, είναι αιθέριες και απλές, όπως είναι συνήθως δηλαδή οι μελωδίες που φτιάχνει ο Bill Wells, ντυμένες με τις ρυθμικές λούπες του κ. Moffat· που ποικίλουν από επίσης απλές παρεμβολές, εν είδει μετρονόμου, μέχρι ένα χαλί από εξωτικούς ήχους σε bosa-nova τέμπο. Το κύριο χαρακτηριστικό όλων των κομματιών, όπως και στο “Everything's Getting Older”, είναι η αίσθηση του «πρόχειρου» που αφήνουν, των ιδεών που έχουν κάπως πεταχτεί χύμα ή έχουν δουλευτεί ελάχιστα και έχουν μπει σε ένα album ανολοκλήρωτες, κάπως με απλοϊκότητα ή αφέλεια. Φυσικά, βέβαια, αυτό έχει γίνει σκόπιμα, αυτό κάνει όλο το δίσκο πιο άμεσο και σε προκαλεί να επικεντρωθείς στους στίχους που είναι και όλο το ζουμί.
Κάθε κομμάτι του δίσκου θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί σαν ένα μικρό ποίημα ή, καλύτερα, σαν μια αυθόρμητη πρόζα. Ίσως εδώ βρίσκεται και η διαφορά με τον προηγούμενο δίσκο. Εκεί τα κομμάτια ήταν δομημένα εξίσου σε μουσική και στίχους, υπήρχαν τρείς-τέσσερις μικρές pop ελεγείες, ήταν περισσότερο δίσκος τέλος πάντων. Εδώ είναι κάτι σαν θεατρικό έργο που ξέφυγε. Όλα τα κομμάτια είναι μικρές νυχτερινές ιστορίες της πόλης. Ο κ. Moffat με την βαριά σκοτσέζικη προφορά του και το κάπως βαριεστημένο τρόπο του, απαγγέλει για την κρίση της μέσης ηλικίας, για πάστορες που προσπαθούν να προσηλυτίσουν στις 3 το βράδυ, για μπαρ και αποτυχημένες σχέσεις, για αυτοκόλλητα στο πίσω μέρος των αυτοκινήτων – περιγράφοντας έντονα και γλυκόπικρα μια γενικότερη δυσλειτουργικότητα που, λίγο-πολύ όλοι έχουμε νιώσει. Και ο μανδύας της χαρακτηριστικής naive pop, με το πιάνο και τα σκόρπια πνευστά και έγχορδα, που πλάθει ο Bill Wells, προσδίδουν μια σκοτεινή, αλλά ταυτόχρονα και ανάλαφρη και ζεστή ατμόσφαιρα, που δένει με τους στίχους άψογα.
Εντάξει, δε λέω, συμπαθώ ιδιαίτερα αυτούς τους δύο τροφαντούς Σκοτσέζους – ότι κι αν βγάζουνε μου κάνει, κακό λόγο δεν θα ‘λεγα για δαύτους με τίποτα.


((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

COLIN STETSON & SARAH NEUFELD - "NEVER THE WAY SHE WAS" (2015)

Για τον Colin Stetson δεν ήξερα τίποτα μέχρι το “New History Warfare Vol. 3: To See More Light” – το προπέρσινο προσωπικό του album από την Constellation. Τη Sara Neufeld από την άλλη δεν την ήξερα καθόλου, αν και με ένα απλό γκουγκλάρισμα είδα ότι είναι η βιολίστρια των Arcade Fire. Οι δύο τους έχουν συνεργαστεί και στο παρελθόν, σε διάφορα project και αυτό είναι το πρώτο album που βγάζουν μαζί. Στα 8 κομμάτια του δίσκου δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά μόνο τα δύο αυτά όργανα, το σαξόφωνο και το βιολί, δίχως overdubs, δίχως λούπες, δίχως τίποτα – απογυμνωμένα από οποιοδήποτε εφέ, από οποιαδήποτε φιοριτούρα τεχνικής, από κάθε περιττή μελωδική γραμμή, από άσκοπα γεμίσματα στον ήχο – κανένα από τα γνωστά κόλπα που μπορούν να αμπαλάρουν τη μουσική για να γίνει πιο εύηχη ή η εύπεπτη. Αυτό μπορεί να ακούγεται από βαρετό μέχρι αδιάφορο· ε, δεν είναι.
Ο ιδιότυπος τρόπος με τον οποίο παίζει ο Colin Stetson – οι κυκλικές αναπνοές και οι κοφτές νότες – ενέχει μια σκληρότητα και ο τρόπος με τον οποίο δομεί τα κομμάτια του, τουλάχιστον στο New History Warfare Vol. 3, με τις αργόσυρτες κορυφώσεις και τις ρυθμικές, μικρές εναλλαγές στις νότες, βγάζουν μια επικότητα και μια ψυχρότητα – το αποτέλεσμα είναι μονοδιάστατο, μονολιθικό, έντονο και τελικά εντυπωσιακά καλό. Σε αυτή εδώ τη συνεργασία, η Sara Neufeld προσπαθεί να ακολουθήσει αυτή την ιδιότυπη τεχνική – το παίξιμο της είναι επίσης κοφτό, επιθετικό, ρυθμικό. Αν όμως το όλο πράμα έμενε εκεί, μάλλον θα ήταν απλά μια άσκηση τεχνικής, ενδιαφέρουσα άλλα κάποια στιγμή θα κούραζε. Και ναι, το πρώτο κομμάτι του δίσκου “The Sun Roars Into View” – που είναι προσηλωμένο σε αυτό το κυκλικό παίξιμο – είναι γαμάτο, αλλά οι δύο μουσικοί δεν μένουν απλά στην καλή χημεία μεταξύ των δύο οργάνων. Όσο εξελίσσετε ο δίσκος, τόσο περισσότερο είναι εμφανές ότι το κάθε κομμάτι αποτελεί μια διαφορετική προσέγγιση για το πώς μπορεί να αποδοθεί, όσο πιο λιτά γίνεται πάντα, αυτή η τεχνική– θυμίζοντας από Terry Riley μέχρι David Byrne. Ναι, εντάξει, όλα τα κομμάτια είναι κάπως σκοτεινά και κάπως επικά, μα υπάρχουν μεταξύ τους τεράστιες διαφορές: άλλα επιθετικά με δυνατούς θορύβους, άλλα λυρικά με αφαιρετικές μελωδίες, άλλα να μοιάζουν με κινηματογραφικά θέματα, άλλα συναισθηματικά και άλλα ψυχρά και παγωμένα.
Το ότι κατορθώνουν οι Stetson και Neufeld, να μπολιάζουν την τεχνική και την αφαίρεση και ταυτόχρονά κατορθώνουν να απαιτούν και να κερδίζουν διαρκώς την προσοχή σου, κάνει αυτό το δίσκο, πέραν από one of the kind, ένα μικρό αριστούργημα.


((E A R))
((E Y E))