Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

GATE - "A REPUBLIC OF SADNESS" (2010)

Gate είναι το side project του κύριου Michael Morley, βασικό μέλος, κιθαρίστας και τραγουδιστής της πιο γνωστής πειραματικής μπάντας της Νέας Ζηλανδίας, των θρυλικών The Dead C. Σαν Gate λοιπόν, ο Morley έχει να κυκλοφορήσει κάτι κοντά 10 χρόνια τώρα, από το “The Lavender Head v.3”. Η επιστροφή του, ξαφνιάζει. Ένας διαφορετικός ήχος, μία πολύ σημαντική μουσική στροφή, σε ότι εκπροσώπευαν οι Gate. Τα έξι κομμάτια του δίσκου από την Ba Da Bing!, όλα με μονολεκτικούς τίτλους και όλα με διάρκεια άνω των πέντε λεπτών, ξετυλίγουν ένα απλό και αφαιρετικό μουσικό χαλί, ένα μείγμα drone ήχων και μινιμαλιστικής electronica. “Γυμνά” beats πλαισιώνονται από synths με καλοπαιγμένους ατμοσφαιρικούς θορύβους, από μελωδικά κιθαριστικά υπόβαθρα με υπερβολικό reverb, από μία υπνωτιστική επανάληψη, από την περίπου αχνοψιθυριστή φωνή του Morley. Οι συνηθισμένες βρώμικες παραγωγές, οι θορυβώδες κιθάρες, το παχύ και νεφελώδες noise, έχουν εξαφανιστεί από αυτή την ηχογράφηση. Το A Republic of Sadness αποτελεί μία ευχάριστή έκπληξη, με τα ατμοσφαιρικά του ηχοτόπια, με την παγωμένη αφαιρετικότητα του, με τις ατέλειες μιας βασικής και απλής σύνθεσης που επίτηδες έχει αφεθεί ανολοκλήρωτη. Παρ’ όλα αυτά βέβαια, μου αφήνει στο τέλος με μία μικρή αίσθηση αμηχανίας – δεν είμαι σίγουρος αν προτιμώ αυτόν τον ήχο από τους Gate ή αν, τελικά, τα κατάφερναν καλύτερα με τον δύστροπο ήχο με τον οποίο τους είχα συνηθίσει (και τον οποίο είχα λατρέψει) στη δεκαετία του ’90. Η δόκιμη του νέου ήχου τους είναι σίγουρα σαγηνευτική και αποτελεί μία ευχάριστη έκπληξη, μα δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι είναι πετυχημένη.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

CATH & PHIL TYLER – “THE HIND WHEELS OF BAD LUCK” (2010)

Οι Cath and Phil Tyler (παντρεμένοι εδώ και 5 χρόνια) αποτελούν και καλλιτεχνικό ζευγάρι που με το προ διετίας ντεμπούτο τους “Dumb Supper” προκάλεσε πολύ θετικά συναισθήματα σε όλους εμάς τους λάτρεις του απλού αλλά ειλικρινούς ακουστικού folk. Το νέο τους άλμπουμ με τον αρκούντος brit folk τίτλο, ηχογραφήθηκε σε ένα ταπεινό στούντιο/μπαρ (!) στο Newcastle-upon-Tyne, αποκλειστικά με αναλογικά μέσα ηχογράφησης και φυσικά φέρει έναν υπέροχο ζεστό και άμεσο ήχο, χωρίς ψηφιακή επεξεργασία ή ερασιτεχνικό «φύσημα». Μουσικά, η συνταγή του ντεμπούτου παραμένει απαράλλακτη : παραδοσιακοί στίχοι από σχετικά άγνωστα βρετανικά δημοτικά της τάβλας, του πένθους αλλά και της χαράς τραγουδιούνται με τον σταθερό αλλά και αισθαντικό τόνο της Cath και συνοδεύονται από το επίσης ανεπιτήδευτο καθαριστικό παίξιμο του Phil. Σίγουρα, η κυρία Tyler δεν έχει την απόκοσμα κρυστάλλινη φωνή μιας Shirley Collins ή την ιδιαιτερότητες της Vashti Βunyan και αυτό στερεί από την αφήγηση των ιστοριών από αυτήν λίγο αλλόκοτη, «ξωτική» πλευρά που έχουμε λατρέψει να ακούμε από τις παραπάνω τραγουδίστριες. Εδώ μιλάμε, για στιβαρές, αγέλαστες και ολίγον άκαμπτες εκτελέσεις που όμως μέσα σε αυτόν τον post-folk ορυμαγδό που συμβαίνει διεθνώς τα τελευταία χρόνια ακούγονται τελικά στέρεες και πολύ ουσιαστικές. Περίπου, σαν τo αγαπημένο μου γλύκισμα flapjack στην original παραδοσιακή μορφή του. Κάποιες φορές τα μούρα, οι ξηροί καρποί και η επίστρωση σοκολάτας που προστίθενται για να το κάνουν ακόμα πιο πλούσιο, σου αφήνουν, τελικά, την επίγευση του αχταρμά. Αυτήν λοιπόν την αφοπλιστική απλότητα εκτιμώ στους Τyler, αν και για να είμαι ειλικρινής , αν μου σερβίρουν το ίδιο προϊόν και στο επόμενο τους άλμπουμ, μάλλον θα το βαρεθώ.

((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

ASHTRAY NAVIGATIONS - "THE BEAK STUCK OUT OF THE SNOW" (2010)

Μία ακόμη κυκλοφορία προστίθεται στον αμέτρητο κατάλογο του Phill Todd και της μπάντας του, τους Ashtray Navigation. Το ψυχεδελικό νεφέλωμα του The Beak Stuck Out Of The Snow, υπάρχει ανάμεσα μας σε 200 κόπιες “κανονικού” cd (από την Memoirs Of An Aesthete) και απλώνεται σε 4 μεγάλης διάρκειας κομμάτια. Ο τίτλος αυτού του δίσκου αποκαλύπτει σχεδόν τα πάντα. Ηχογραφημένο στο παγωμένο Yorkshire κατά του μήνες Δεκέμβρη και Ιανουάριο, το album αυτό αιχμαλωτίζει μία χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα πάνω σε μία γλιστερή επιφάνεια. Πολύ πιο ήρεμο και ambient, απ’ ότι συνήθως ο Phill Todd, πολύ πιο μελωδικό και συμπαγές, από τα σύνηθες χαοτικά κιθαριστικά περάσματα, αυτή η κυκλοφορία σε κερδίζει σιγά-σίγα καθώς χτίζει, σχεδόν υπογείως, τα επαναλαμβανόμενα, εύθραυστα μουσικά της μοτίβα. Λίγα synths, λίγο mellotron, λίγη drum machine, λίγες παραμορφώσεις στις κιθάρες – συνθέτουν ένα κυματιστό και ομιχλώδες drone, μυστηριώδες και σαγηνευτικό. Υπάρχει βέβαια η εξαίρεση του δίσκου, το τρίτο κομμάτι (You'd Look Good As A 5 Pound Note) όπου τα synths δυναμώνουν και επιβάλουν ένα γρήγορο τέμπο, οι κιθάρες γίνονται επιθετικές και οι παραμορφώσεις θολώνουν τα πάντα δημιουργώντας έτσι ένα αδιαπέραστο ηχητικό τείχος – ο ήχος πλησιάζει περισσότερο τις προηγούμενες κυκλοφορίες του, το κομμάτι μοιάζει με τη ξαφνική χιονοθύελλα στο ήρεμο χειμωνιάτικο τοπίο.

((link removed by request))
((E Y E))

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

ALASTAIR GALBRAITH - "MASS" (2010)

Μια από τις πιο γνωστές και μυστηριώδεις φιγούρες του μουσικού στερεώματος της Νέας Ζηλανδίας, που ξεκίνησε να κυκλοφορεί μουσική κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80, τη εκρηκτική τότε σκηνή του Dunedin και φυσικά της Flying Nun, στα 45 πλέον χρόνια του επιστρέφει στη Siltbreeze (εκεί όπου έβγαλε το πρώτο σόλο album του το 1993, το Morse) με ένα αλλόκοτο δίσκο που περιέχει 22 κομμάτια και διαρκεί 42 λεπτά. Το Mass αποτελεί ένα ιδιόρρυθμο κολλάζ διαφορετικών συνθέσεων, ένα πολυσυνθετικό και δύστροπο συνονθύλευμα που απλώνεται στην avant-garde, στα drone, στις ρυθμικές και επαναλαμβανόμενες λούπες, στη φολκ, κτλ. Υπάρχουν κομμάτια όπου ο Galbraith χρησιμοποιεί την ζεστή φωνή του και κάποιες σκόρπιες και κατακερματισμένες μελωδίες για να συνθέσει μια συναισθηματική folk, πολύ κοντά σε ότι έκανε στο προηγούμενο δίσκο του (Orb), άλλοτε πάλι η μουσική γίνεται πιο επιθετική, βασισμένη σε χαοτικές λούπες και διάσπαρτους θορύβους, άλλοτε τα επίμονα και κοφτερά του drone σε απορροφούν στον κόσμο τους. Για μια ακόμη φορά ο Galbraith εκφράζει μέσα από τον απόλυτα Νεοζηλανδέζικο ήχο του, απόμακρα και σκοτεινά κομμάτια, το είδος της μουσικής που ακούγοντας την σε αιχμαλωτίζει στο κόσμο της, σε στοιχειώνει για όλη την υπόλοιπή μέρα. Το Mass δεν τοποθετείτε σε κάποιο μουσικό είδος, δεν κατηγοριοποιείται με πρόχειρους όρους και δεν παγιδεύεται σε κανενός είδους νόρμες. Το μόνο μέρος που μπορεί να τοποθετηθεί είναι στις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

PHONOPHANI - "KREKEN" (2010)

Αυτή είναι η πρώτη κυκλοφορία των Phonophani μετά το 2004 και το αφαιρετικό Oak Or Rock . Υπεύθυνος για αυτές τις ηχογραφήσεις είναι αποκλειστικά ο multi-instrumentist και digital artist Espen Sommer Eide, μέλος των Alog. Εδώ, στο Kreken, ο Eide πλάθει ένα νέο κόσμο με παλιά συστατικά. Χρησιμοποιώντας πλήθος ήχων από τα βασικά όργανα της Νορβηγικής φολκ μουσικής, κάποια από αυτά, όπως το τσέλο το βιολί ή το φλάουτο, ευδιάκριτα μέσα στη διάρκεια των κομματιών, κουρδίζοντας στους δρόμους της παραδοσιακής μουσικής της χώρας του και γεμίζοντας τον ήχο σε διάφορα σημεία με φωνητικά και κιθάρα, ο Eide δημιουργεί ένα πολυεπίπεδο και άκρως ενδιαφέρον συνονθύλευμα. Η, περίπου, folktronica που παράγει, κατορθώνει να πλάσει ένα λεπτό ατμοσφαιρικό πέπλο πάνω από τις υποβόσκουσες μελωδίες των ψηφιακά τροποποιημένων και κατακερματισμένων ήχων, τα τραγούδια έχουν μία απρόσμενη ακουστική ζεστασιά, τα φωνητικά έρχονται τα ταράξουν κάθε τόσο το ήρεμο στρώμα των γήινων drone και, όπως και στους Alog και στα προηγούμενα album των Phonophani, τα κομμάτια χτίζονται σταδιακά, καθώς κυλά ο χρόνος, με ήχους που προσθέτουν τα μελωδικά τους τμήματα και επικάθονται το ένα πάνω στο άλλο, μέχρι το τελικό αποτέλεσμα να γεμίσει τα ηχεία με ένα πλούσιο και ρυθμικό ηχητικό μείγμα. Συμμετέχουν διάφοροι γνωστοί και μη μουσικοί (όπως ο David Grubbs) και είναι σίγουρα ένας δίσκος που ξεχωρίζει, με τους τίτλους των 12 κομματιών να δανείζονται ονομασίες τοποθεσιών της Νορβηγίας.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

MESSAGES – “AFTER BEFORE” (2010)

Εν μέσω πολύ καλών κυκλοφοριών από το συνεχώς επεκτεινόμενη hypnagogic drone σκηνή (βλ Sean McCann, LA Vampires, Sun Araw κα) , έρχεται το επίσημο ντεμπούτο των Messages από την Νέα Υόρκη να θυμίσει μια πιο παραδοσιακή φόρμα - τρόπο να χτίζει κανείς αβυσσώδης βόμβους, χωρίς την ίχνος συνθεσάιζερ. Αυτό έχει να κάνει με την ηλικία και τις μουσικές καταβολές του Taketo Shimada, παλιοσειρά και βαθύς γνώστης του είδους, αφού έχει παίξει στο παρελθόν με τον Henry Flynt και μέλη του Fluxus κινήματος. Mαζί του βρίσκονται οι νεότεροι Tres Warren (μπάσο - μέλος των Psychic Ills) και Spencer Herbst (κρουστά) σε πιο εκτελεστικό ρόλο. Κάθε ένα από τα τρία κομμάτια του άλμπουμ έχει ονομαστεί από το ιδιαίτερο / παραδοσιακό μουσικό όργανο που έχει χρησιμοποιηθεί ως βάση για αυτά τα υψηλής πνευματικής συγκέντρωσης μουσικά πονήματα. Η πρώτη πλευρά κυριαρχείται από οργανική ζεστασιά του φαζαριστού Shruti Box, που μαζί με την καμπυλωτή μπασογραμμή που ελίσσεται γύρω από αυτό, δημιουργούν ένα ατέρμονο πανγεϊκό μουρμουρητό που παραπέμπει κατευθείαν Theatre of Eternal Music του La Monte Young. Στην δεύτερη πλευρά ο τόνος γίνεται πιο ανατολίτικος με τη χρήση μιας νωχελικής tambura στο πρώτο κομμάτι, που καταδίνεται σε μια σειρά από μινόρε solos, χωρίς να χάνεται το τελετουργικό ύφος της μπάντας. Τέλος, στο “Ukelin” που κλείνει τον δίσκο η पोस्ट - doom μπασογραμμή και τα κυμβαλώδη κρουστά θέτουν σε κίνηση τους απόμακρους βόμβους του Ukelele που χρησιμοποιείται εδώ, με αποτελέσματα παραπλήσια με τις καλύτερες στιγμές των ΟΜ, αν και το κομμάτι σήκωνε πολύ περισσότερη ανάπτυξη από αυτό το κάπως πρόχειρο κλείσιμο πάνω στο πεντάλεπτο. Συνολικά, μια μικρή σε διάρκεια αλλά μεστή folk drone κυκλοφορία.

((E A R)) ((E Y E))

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

HIGH WOLF – “ASCENSION” (2010)

Με μεγάλη ευχαρίστηση, έχω συντονιστεί τις τελευταίες μέρες με μια, ακόμη, πολύ καλή κυκλοφορία από έναν φέρελπη γάλλο αλχημιστή της drone νέο-ψυχεδέλειας. Ίσως η πιο μεστή κυκλοφορία του High Wolf , αφού και τα πέντε μεγάλης διάρκειας κομμάτια που αποτελούν το επίσημο ντεμπούτο του για την Not Not Fun, χαρακτηρίζονται από υψηλής ποιότητας ανυψωτικές (Ascension) ηχοκαμπυλώσεις. Σε αδρές γραμμές, η μουσική του High Wolf έχει κάτι από την κυκλωτική techno ψυχεδέλεια των Astral Social Club του Νeil Cambell ( με τον οποίο έχουν συνεργαστεί ως Ibiis Rouge). Η διαφορά είναι ότι κυριαρχούν οι ανάλαφρες, παρατεταμένες σύνθο-λούπες της Ash Ra Temple σχολής και τα υπναγωγικά deep space πλήκτρα, χωρίς καθόλου σχεδόν beats. Περιστασιακά, κάνουν την εμφάνιση τους και κάποιες exotica πινελιές, κυρίως με την μορφή επαναληπτικών ρυθμικών κρουστών και εκστατικών φωνών κάποιου νέο-σαμάνου που δίνουν έξτρα ταξιδιάρικη διάσταση στην High Wolf «εμπειρία». Επίσης, παρατηρείται μια έντονα dubby αλλοιωμένη επεξεργασία στην τελική μίξη του ήχου από τον απόλυτο cosmic drone τεχνίτη Pete Swanson (πρώην Yellow Swans) που τελικά φέρνει τον High Wolf στο ίδιο διαπλανητικό / ενδοσκοπικό “gestalt” με έτερους σύγχρονους ταξιδιώτες σαν τους Sun Araw ή τους Emeralds। Τώρα, ποιος κρυφός μυσταγωγικός κανόνας επιτάσσει στον γάλλο σε κάθε του κυκλοφορία να έχει ένα τίτλο κομματιού αφιερωμένο στον Maradona (το δεύτερο κομμάτι λέγεται “Diego”) ακόμα δεν γνωρίζω. Εδώ το πραγματικό ονοματεπώνυμο του είναι άγνωστο...

((E A R)) ((E Y E))

Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

DREAMCOLOUR – INNER WORSHIP (2010)

Το παραδέχομαι ότι έχω λιγάκι κουραστεί να ψάχνω δεξιά κι αριστερά σε κάθε blog για την επόμενη ξεχωριστή drone/noise/experimental μπάντα. Αναγκαστικά ακούς πολύ σαβούρα και η όρεξη σου για νέα ακούσματα κάποιες φορές φθίνει. Τους Dreamcolour, τους πλησίασα μετά από σύσταση του μεγάλου στυλοβάτη (ίσως με την κυριολεκτική έννοια…) αυτού του blog McPan. ‘Έτσι, με αρκετή επιφυλακτικότητα στην αρχή, δοκίμασα να ακούσω αυτήν την 60άρα κασέτα των άσημων καλιφορνέζων. Και πράγματι, έχουμε να κάνουμε με ένα λαμπερό διαμαντάκι του αμερικάνικου underground. Η πρώτη πλευρά ξεκινά ένα κοινοβιακό μακροσκελές jamming από το εννεαμελές σχήμα που δημιουργεί σταδιακά μια ευμετάβλητη ψυχεδελίζουσα cosmic drone πλατφόρμα, όπου τα υμνικά πνευστά μπορούν να πατήσουν ανάλαφρά πάνω της και να πραγματοποιήσουν μια σειρά από εκστατικά σολαρίσματα στο πνεύμα του Albert Ayler. Στην δεύτερη πλευρά, τα πνευστά παίρνουν ένα πιο συνοδευτικό ρόλο, καθώς η μπάντα επιδίδεται σε ένα πιο συγκρατημένο αλλά ταυτόχρονα jazzy ενδοσκοπικό παίξιμο, που σταδιακά χαλαρώνει όλο και περισσότερο για να καταλήξει σε μια σχεδόν ambient drone κατάνυξη. Σίγουρα, κατά την διάρκεια της ακρόασης του “Inner Worship” διάφοροι έκπτωτοι αστέρες του αμερικάνικου underground ( βλ Jackie-O-Motherfucker προ “Change” εποχής, Double Leopards και λοιπές δυνάμεις της Eclipse Records) έρχονται φυσικά στο νου. Όμως, οι Dreamcolour , με τoν ανάλαφρο αυθορμητισμό που παίζουν με αυτήν την μετεξέλιξη του communal free jazz, αποκτούν τη δική τους ιδιαίτερη υπόσταση και μια καλή θέση στην δική μου εικονική δισκοθήκη.

((E A R)) ((E Y E))

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

V/A - "TO SCRATCH YOUR HEART: EARLY RECORDINGS FROM ISTANBUL" (2010)

Ακόμη μία πολύ καλή συλλογή με μουσική του παρελθόντος, από την Honest Jon's. Έπειτα από τη Βαγδάτη και τη Μέση Ανατολή, σειρά έχει η πόλη των δύο ηπείρων, το πολιτιστικό κέντρο της ανατολικής μεσογείου για πολλούς αιώνες, η Κωνσταντινούπολή ή Ιστανμπούλ. Ηχογραφήσεις σε παλιά 78άρια, από τις πρώτες τρεις δεκαετίες του εικοστού αιώνα, καλοδιατηρημένα, τοποθετούνται σε δύο χορταστικά c.d. και 4 βινύλια. Το μουσικό περιεχόμενο έχει την απλότητα, την αμεσότητα και τη συναισθηματικότητα της παραδοσιακής μουσικής καθώς και μία πολυπολιτισμική υφή – όσο ακούς τη συλλογή τόσο συνειδητοποιείς το πόσο πολύ συγγενεύουν η Τούρκική, η Ελληνική, η Εβραϊκή, η Αρμένικη, η Βουλγαρική μουσική ταυτότητα. Τα 32 κομμάτια της συλλογής συνθέτουν ένα ψυχοτρόπο ψηφιδωτό με αυτοσχεδιασμούς σε φλάουτο, λαούτο, σε λυρικούς λαρυγγισμούς, στο κλαρίνο, το ξυλόφωνο, κτλ, στοιχειωμένο με βαριά συναισθήματα, που, υποθέτω, έχουν να κάνουν αρκετά με τα συμβάντα εκείνης της εποχής – με τον βίαιο τρόπο ορισμού των νέων συνόρων και την οριστική ρήξη των αρμονικών σχέσεων των λαών σε μία πόλη που πάντα ανέπνεε από την ανομοιογένεια. Μην περιμένετε λοιπόν να ακούσετε μεγάλες ορχήστρες εδώ, χαρούμενη μουσική για γλέντι. Τα κομμάτια που αποτελούν τη συλλογή είναι λιτά, περιεκτικά, συμπυκνώνουν όλη τη κουλτούρα του αυτοσχεδίου, της ιστορίας της εγκεφαλικής μουσικής, των ανατολίτικων κλιμάκων και της ελεύθερης, από κάθε άποψη, μουσικής έκφρασης. Περισσότερα από 100 χορταστικά λεπτά, που σε καθηλώνουν στη μαγεία τους και σε βυθίζουν σε άλλες εποχές – ο τίτλος scratch your heart είναι απόλυτα πετυχημένος και αντιπροσωπευτικός.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

ATTESTUPA - "BEGRAVEN MOT NORR" (2010)

Θυμάμαι πέρσι, αρχές του έτους, όταν είχα ακούσει το πρώτο δίσκο αυτής της μουσικής κολλεκτίβας, ένα ψυχεδελικό και υποτονικο φολκ, μου άρεσε αρκετά και τώρα, όταν πήρε το μάτι μου το νέο τους πόνημα, από την Release The Bats, ανυπομονούσα να το ακούσω. Πρόκειτε για δύο κομμάτια, συνολικής διάρκειας κάτι λιγότερο από 40 λεπτά, όπου η μπάντα από το Goteborg της Σουηδίας, ακροβατεί σε διάφορες μελωδίες, μέχρι η μουσική να κολλήσει σε κάποιες από αυτές και από τα ήχεια να βγεί ένα βαρύ και ατομοσφαιρικό funeral folk, με ρυθμικά drums, με βαριές φωνές που χάνονται κάπου στο βάθος, με απόλυτα μαύρη αισθητική και ηχόχρωμα πολύ κοντά στο black metal. Ο δίσκος εξελλίσεται αργόσυρτα, με field recordings, όπως ο ήχος τρεχούμενου νερού στην αρχή, με έγχορδα στο φόντο και διάφορους ήχους και θορύβους που περνούν σε δεύτερο επίπεδο, σα χαλί, μέχρι τα τα πλήκτρα ή η κιθάρα ή το μπάσο να καταπιαστούν με πολύ απλές μελωδικές γραμμές (δύο με τρεις τόνους το πολύ) και τότε, σα προβαρισμένη ορχήστρα, εκτονώνει όλη την ένταση σε ένα συναισθηματικό, κάπως επικό, απλό μα γεμάτο, σκοτεινό folk. Τα δύο αυτά κομμάτια, πέρα από τη πολύ δυνατή συνοχή που έχουν και τη μεταδοτική τους ατμόσφαιρα, δίνουν την εντύπωση πως είναι ηχογραφημένα σε ένα και μοναδικό τζαμάρισμα, κάπου στην εξοχή, το σούρουπο, δίπλα στο χίονι και τη θάλλασα, στη σκιά και την ομίχλη κάποιου τραχιού Σουηδικού τοπίου, για το τελετουργικό κάποιας μυστικιστικής κάστας.

((E A R))
((E Y E))