Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

SABBATH ASSEMBLY – “RESTORED TO THE ONE” (2010)

Οι Sabbath Assembly αποτελούν μάλλον το πιο τρελό από τα πολλά project του αξιόλογου drummer Dave Nuss, γνωστός κυρίως από free psychedelic rockers Νο Νeck Blues Band αλλά και τους Amovalcy. “Τρελό” διότι και οι τέσσερεις μουσικοί που το απαρτίζουν αφιερώνονται στην μελοποίηση μια σειράς από ύμνους της σαϊντελογικής και ολίγον αποκρυφιστικής αίρεσης ‘The Process Church of The Final Judgment’. Λατρεύουν ως θεούς τον Ιησού, τον Σατανά και τον Ιεχωβά και πιστεύουν ότι με την έλευση της Δευτέρας παρουσίας οι τρεις τους θα ενωθούν σε ένα για να επέλθει η συμπαντική ειρήνη ή κάτι τέτοιο. Ξέρετε, από αυτές τις αμερικανίστικες ψευδό-οργανώσεις που βρήκαν αρκετούς πιστούς – θύματα στις θρησκόληπτες HΠΑ των 70’ς. Τώρα, είναι λογικό ότι, όσο avant garde κι αν είναι οι μουσικές καταβολές σου, όταν φθάνεις να πλαισιώνεις θρησκευτικούς ύμνους με σύγχρονη μουσική να ακούγεσαι περίπου σαν rock opera. Και οι Sabbath Assembly δεν το αποφεύγουν αυτό, προς μεγάλη ευχαρίστηση μας! Οι πρωτότυπες συνθέσεις των Assembly εμπνέονται από το 70’ς αμερικάνικο cult classic hard rock (βλέπε Blue Oyster Cult ή ακόμη Jefferson Airplane), έχουν και funky soul περάσματα , ενώ μία δύο μπαλάντες αφοσίωσης στο Δόγμα, μου θύμισαν, ειλικρινά, τους δικούς μας art rockers Νοστράδαμος! Εντάξει, με αυτές τις μουσικές καταβολές θα μου πείτε, μπορείς να τους πάρεις στα σοβαρά; Μπορείς, διότι οι αρμονικές της φωνή της, λυσσαλέα παθιασμένης με τον ιερό σκοπό, lead singer Jex είναι πραγματικά υπέροχες. Tαυτόχρονα, τα πλήκτρα και οι μελιστάλακτες κιθάρες είναι βγαλμένα θαρρείς από το τελειότερο 70 ‘s psychedelic rock soundtrack για κάποιο cult thriller και ο Nuss στα drums είναι και πάλι στο δικό του free jazz κόσμο προσδίνοντας ενίοτε ένα πιο τζαμαριστό ήχο που και πάλι για ένα περίεργο λόγο κολλάει με το όλο τελετουργικό concept. Προς τυχόν άπιστους και λοιπούς αμφισβητίες : Πίστευε και μη ερεύνα! Εδώ μιλάμε για μια indie psychedelic rock όπερα από τις λίγες…

((E A R)) ((E Y E))

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

HELLVETE - "DE GEK" (2009)

Ο Hellvete προέρχεται από το Βέλγιο, μέλος της funeral folk μουσικής κολεκτίβας και ένας εκ των τριών βασικών στελεχών των Sylvester Anfang II. To “De Gek” – που σημαίνει ανόητος – κυκλοφόρησε πέρυσι από την (K-RAA-K) και όλως περιέργως δεν εμφανίστηκε σε κανένα μουσικό blog. Τα κομμάτια που περιέχει αυτός ο δίσκος θυμίζουν αρκετά τους Sylvester Anfang II: η ψυχεδέλεια είναι το βασικό συστατικό, η σκοτεινή ατμόσφαιρα επίσης, τα θορυβώδη drone σκεπάζουν σαν ομίχλη τις συνθέσεις. Μόνο που εδώ τα κομμάτια είναι πολύ πιο δομημένα και δουλεμένα απ’ ότι στους Sylvester Anfang II όπου κυριαρχεί ο αυτοσχεδιασμός και το μουσικό χάος. Επίσης το “De Gek” είναι ένα πολύ πιο συνεκτικό και συγκλίνει σαφέστατα προς το folk, με τις κιθάρες που απλώνονται σε πολλά επίπεδα, τις απλές μελωδίες στο μπάντζο και σε πολλά σημεία το φλάουτο να αναλαμβάνουν το πρώτο λόγο, υφαίνοντας μία μαύρη και μυστικιστική ατμόσφαιρα – όμοια, ίσως, με κάποιες κυκλοφορίες του Steven R. Smith, ιδίως σε αυτές που εμφανίζεται ως ulaan khol και συγγενικό με τον ήχο του Sam Shalabi και των Master Musicians Of Bukkake. Τα κομμάτια εδώ δεν έχουν εξάρσεις και υφέσεις, εξελίσσονται αργά και υποτονικά, με συγκεχυμένες μελωδίες, με πολλά εφέ στα έγχορδα, με ένα αποδομιστικό noise που δίνει μια επική χροιά – είναι όλα instrumental, εκτός από κάποια σημεία που ακούγονται ψαλμωδίες που θυμίζουν μεσαιωνικές θρησκευτικές χορωδίες. Για όσους αρέσκονται ακόμη στο ψυχεδελικό, σκοτεινό folk.

((E A R))
((E Y E))

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

MARK McGUIRE - "LIVING WITH YOURSELF" (2010)

Πριν από λίγους μήνες η Mego πραγματοποίησε ένα πρώτο άνοιγμα προς τη νέα ευρύτερη σκηνή της Αμερικής, που ευκόλως έχει χαρακτηριστεί ως hypnagogic Pop, προσθέτοντας στους τίτλους της ένα album από τους Emeralds και ένα από τον Oneohtrix Point Never. Τώρα, μετά το αρκετά καλό “Does It Look I’m Here?”, η Mego κυκλοφορεί το καινούργιο solo album του εικοσιτετράχρονου κιθαρίστα και βασικού στελέχους των Emeralds, του Mark McGuire – τα τελευταία χρόνια έχω πετύχει (κυρίως σε blogs) αμέτρητα cd-r και limited edition βινύλια (όπως αυτό) υπό το όνομα αυτού του ταλαντούχου μουσικού, κάποια πιο καθαριστικά που πλησιάζουν περισσότερο το folk, άλλα αφαιρετικά και λιτά, με ατμοσφαιρικά drones. Εδώ λοιπόν ο McGuire φαίνεται να κάνει το κάτι παραπάνω στις solo ηχογραφήσεις του. Συγκινητικά προσωπικό και αυτοβιογραφικό, αυτό το album αποτελείτε από φωτογραφίες της παιδικής του ηλικίας στο εξώφυλλο και εμπεριέχει τμήματα από tapes που είχε ηχογραφήσει αρκετά πίσω στο χρόνο, μεταξύ 1991 και ’98. Το Living With Yourself απλώνεται σε 8 απολαυστικά κομμάτια, σε 8 instrumental συνθέσεις που ακολουθούν μια κυκλική πορεία μελωδιών, κάτι σαν λούπες πάνω στις οποίες χτίζονται καινούργιες λούπες κ.ο.κ. – ο γνώριμος ήχος του McGuire. Μόνο που εδώ είναι αρκετά συναισθηματικός, ζεστός και άμεσος, έχοντας έρθει κοντά στο psych-folk, δίχως να χάνει καθόλου τον απλό και μεστό ψυχεδελικό ήχο που διατρέχει και τα κομμάτια των Emeralrds, με σκόρπιες παρεμβολές από synths (που κάνουν παλιομοδίτικο τον ήχο) και μόνη εξαίρεση το τελευταίο κομμάτι, που αφού ακούμε το McGuire να μας συστήνεται από την ηλικία των τεσσάρων ετών σαν εισαγωγή, ακολουθεί ένα ηλεκτρισμένο 7λέπτο, που περίπου post-rockίζει. Χωρίς πολλά λόγια λοιπόν, ένας από τους πιο καλούς κιθαρίστες στη νέα γενιά μουσικών της Αμερικής (ίσως μαζί με τον Cameron Stallones ή αλλιώς Sun Araw) μας παραδίδει ένα υπέροχο δίσκο, που κατορθώνει να ισορροπήσει πάνω σε μία μεγάλη γκάμα ήχων και ειδών μουσικής, βρίσκοντας μέσα από αυτά το δικό του, αποκλειστικό μονοπάτι.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

FENNESZ, DANIELL, BUCK - “KNOXVILLE” (2010)

Με κάποια προκατάληψη έβαλα να ακούσω την αυτή την ζωντανή αυτοσχεδιαστική ηχογράφηση. Και αυτό γιατί είναι πολλές οι φορές που φοβεροί μουσικοί από τον ευρύτερο noise / experimental χώρο δεν μπορούν να αποδώσουν το ίδιο σε ένα απαιτητικό αυτοσχεδιαστικό περιβάλλον. Για τον Fennezs κάτι τέτοιο δεν ισχύει αφού η συμμετοχή του στο φευγάτο live electronics τρίο Fenn’ O’ Berg,έχει καταδείξει την αντιληπτική ευρύτητα του τρόπου που δημιουργεί μουσική. Σε εκείνη την βραδιά στο Knoxville, βέβαια, το line-up ήταν αρκετά διαφορετικό αφού είχε μαζί τους Daniell και Buck. Ο Daniell, είναι ένα από τους πιο παραγνωρισμένα post-folk πνευματικά παιδιά του Loren Connors , αφού η μπάντα του San Agustin πότε δεν έλαβε ιδιαίτερη αναγνώριση. Ο Buck είναι ευρύτερα γνωστός από τους μοναδικούς slow improvers The Necks, ενώ συχνά συμμετέχει και με τα κρουστά του και σε άλλα αυτοσχεδιαστικά σχήματα. Οι τρεις τους ,λοιπόν, σε αυτήν την ηχογράφηση, συρράβουν ζωντανά μισή ώρα αιθέριας, ολίγον μελαγχολικής, μουσικής που ακούγεται , τελικά, περισσότερο ως μια χαλαρά δομημένη post-rock ραψωδία πάρα σαν μια άναρχη free improv ανακατωσούρα. O Fennesz μετέρχεται τους γνωστούς πυκνούς ηλεκτρονικούς βόμβους με την μεθοδικότητα διευθυντού ορχήστρας κλασσικής μουσικής, και πάνω σε αυτούς ο Daniell ξεδιπλώνει νωχελικά μια σειρά από κιθαριστικά μινόρε arpeggios που τρεμοπαίζουν γύρω από αυτό το ηχητικό πέπλο με μια φυσική λαμπρότητα. Όσο, για τον πάντοτε ευρηματικό Buck, αυτός χρησιμοποιεί την λιτή προσέγγιση των Necks, τονίζοντας την κάπως ορχηστρική διάσταση της μουσικής με τον μοναδικό τρόπο που ξέρει να «γλύφει» τα hit-hats. Το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα φέρει μια τόσο συναισθηματικά φορτισμένη υμνική διάσταση που προσωπικά, δε μου θύμισε τίποτε από τον τεχνοκρατικό κόσμο του improv, αλλά με έκανε να απολύσω το καλό 90’s post-rock των Dirty Three, για παράδειγμα .Mάλιστα, στα δραματικά περάσματα του πανέμορφου “Heat From Light”, αυθόρμητα προέβηκα σε μια μάλλον αδιέξοδη προσδοκία : κάπως έτσι θα ήθελα να παίζουν ο επανασυνδεδεμένοι GYBE! εν έτη 2010. ¨Όπως και αν έχει, ας απολαύσουμε για την ώρα αυτή την μισή ώρα αληθινά ηλεκτρισμένης μουσικής.

((E A R)) ((E Y E))

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

GATE - "A REPUBLIC OF SADNESS" (2010)

Gate είναι το side project του κύριου Michael Morley, βασικό μέλος, κιθαρίστας και τραγουδιστής της πιο γνωστής πειραματικής μπάντας της Νέας Ζηλανδίας, των θρυλικών The Dead C. Σαν Gate λοιπόν, ο Morley έχει να κυκλοφορήσει κάτι κοντά 10 χρόνια τώρα, από το “The Lavender Head v.3”. Η επιστροφή του, ξαφνιάζει. Ένας διαφορετικός ήχος, μία πολύ σημαντική μουσική στροφή, σε ότι εκπροσώπευαν οι Gate. Τα έξι κομμάτια του δίσκου από την Ba Da Bing!, όλα με μονολεκτικούς τίτλους και όλα με διάρκεια άνω των πέντε λεπτών, ξετυλίγουν ένα απλό και αφαιρετικό μουσικό χαλί, ένα μείγμα drone ήχων και μινιμαλιστικής electronica. “Γυμνά” beats πλαισιώνονται από synths με καλοπαιγμένους ατμοσφαιρικούς θορύβους, από μελωδικά κιθαριστικά υπόβαθρα με υπερβολικό reverb, από μία υπνωτιστική επανάληψη, από την περίπου αχνοψιθυριστή φωνή του Morley. Οι συνηθισμένες βρώμικες παραγωγές, οι θορυβώδες κιθάρες, το παχύ και νεφελώδες noise, έχουν εξαφανιστεί από αυτή την ηχογράφηση. Το A Republic of Sadness αποτελεί μία ευχάριστή έκπληξη, με τα ατμοσφαιρικά του ηχοτόπια, με την παγωμένη αφαιρετικότητα του, με τις ατέλειες μιας βασικής και απλής σύνθεσης που επίτηδες έχει αφεθεί ανολοκλήρωτη. Παρ’ όλα αυτά βέβαια, μου αφήνει στο τέλος με μία μικρή αίσθηση αμηχανίας – δεν είμαι σίγουρος αν προτιμώ αυτόν τον ήχο από τους Gate ή αν, τελικά, τα κατάφερναν καλύτερα με τον δύστροπο ήχο με τον οποίο τους είχα συνηθίσει (και τον οποίο είχα λατρέψει) στη δεκαετία του ’90. Η δόκιμη του νέου ήχου τους είναι σίγουρα σαγηνευτική και αποτελεί μία ευχάριστη έκπληξη, μα δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι είναι πετυχημένη.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

CATH & PHIL TYLER – “THE HIND WHEELS OF BAD LUCK” (2010)

Οι Cath and Phil Tyler (παντρεμένοι εδώ και 5 χρόνια) αποτελούν και καλλιτεχνικό ζευγάρι που με το προ διετίας ντεμπούτο τους “Dumb Supper” προκάλεσε πολύ θετικά συναισθήματα σε όλους εμάς τους λάτρεις του απλού αλλά ειλικρινούς ακουστικού folk. Το νέο τους άλμπουμ με τον αρκούντος brit folk τίτλο, ηχογραφήθηκε σε ένα ταπεινό στούντιο/μπαρ (!) στο Newcastle-upon-Tyne, αποκλειστικά με αναλογικά μέσα ηχογράφησης και φυσικά φέρει έναν υπέροχο ζεστό και άμεσο ήχο, χωρίς ψηφιακή επεξεργασία ή ερασιτεχνικό «φύσημα». Μουσικά, η συνταγή του ντεμπούτου παραμένει απαράλλακτη : παραδοσιακοί στίχοι από σχετικά άγνωστα βρετανικά δημοτικά της τάβλας, του πένθους αλλά και της χαράς τραγουδιούνται με τον σταθερό αλλά και αισθαντικό τόνο της Cath και συνοδεύονται από το επίσης ανεπιτήδευτο καθαριστικό παίξιμο του Phil. Σίγουρα, η κυρία Tyler δεν έχει την απόκοσμα κρυστάλλινη φωνή μιας Shirley Collins ή την ιδιαιτερότητες της Vashti Βunyan και αυτό στερεί από την αφήγηση των ιστοριών από αυτήν λίγο αλλόκοτη, «ξωτική» πλευρά που έχουμε λατρέψει να ακούμε από τις παραπάνω τραγουδίστριες. Εδώ μιλάμε, για στιβαρές, αγέλαστες και ολίγον άκαμπτες εκτελέσεις που όμως μέσα σε αυτόν τον post-folk ορυμαγδό που συμβαίνει διεθνώς τα τελευταία χρόνια ακούγονται τελικά στέρεες και πολύ ουσιαστικές. Περίπου, σαν τo αγαπημένο μου γλύκισμα flapjack στην original παραδοσιακή μορφή του. Κάποιες φορές τα μούρα, οι ξηροί καρποί και η επίστρωση σοκολάτας που προστίθενται για να το κάνουν ακόμα πιο πλούσιο, σου αφήνουν, τελικά, την επίγευση του αχταρμά. Αυτήν λοιπόν την αφοπλιστική απλότητα εκτιμώ στους Τyler, αν και για να είμαι ειλικρινής , αν μου σερβίρουν το ίδιο προϊόν και στο επόμενο τους άλμπουμ, μάλλον θα το βαρεθώ.

((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

ASHTRAY NAVIGATIONS - "THE BEAK STUCK OUT OF THE SNOW" (2010)

Μία ακόμη κυκλοφορία προστίθεται στον αμέτρητο κατάλογο του Phill Todd και της μπάντας του, τους Ashtray Navigation. Το ψυχεδελικό νεφέλωμα του The Beak Stuck Out Of The Snow, υπάρχει ανάμεσα μας σε 200 κόπιες “κανονικού” cd (από την Memoirs Of An Aesthete) και απλώνεται σε 4 μεγάλης διάρκειας κομμάτια. Ο τίτλος αυτού του δίσκου αποκαλύπτει σχεδόν τα πάντα. Ηχογραφημένο στο παγωμένο Yorkshire κατά του μήνες Δεκέμβρη και Ιανουάριο, το album αυτό αιχμαλωτίζει μία χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα πάνω σε μία γλιστερή επιφάνεια. Πολύ πιο ήρεμο και ambient, απ’ ότι συνήθως ο Phill Todd, πολύ πιο μελωδικό και συμπαγές, από τα σύνηθες χαοτικά κιθαριστικά περάσματα, αυτή η κυκλοφορία σε κερδίζει σιγά-σίγα καθώς χτίζει, σχεδόν υπογείως, τα επαναλαμβανόμενα, εύθραυστα μουσικά της μοτίβα. Λίγα synths, λίγο mellotron, λίγη drum machine, λίγες παραμορφώσεις στις κιθάρες – συνθέτουν ένα κυματιστό και ομιχλώδες drone, μυστηριώδες και σαγηνευτικό. Υπάρχει βέβαια η εξαίρεση του δίσκου, το τρίτο κομμάτι (You'd Look Good As A 5 Pound Note) όπου τα synths δυναμώνουν και επιβάλουν ένα γρήγορο τέμπο, οι κιθάρες γίνονται επιθετικές και οι παραμορφώσεις θολώνουν τα πάντα δημιουργώντας έτσι ένα αδιαπέραστο ηχητικό τείχος – ο ήχος πλησιάζει περισσότερο τις προηγούμενες κυκλοφορίες του, το κομμάτι μοιάζει με τη ξαφνική χιονοθύελλα στο ήρεμο χειμωνιάτικο τοπίο.

((link removed by request))
((E Y E))

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

ALASTAIR GALBRAITH - "MASS" (2010)

Μια από τις πιο γνωστές και μυστηριώδεις φιγούρες του μουσικού στερεώματος της Νέας Ζηλανδίας, που ξεκίνησε να κυκλοφορεί μουσική κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80, τη εκρηκτική τότε σκηνή του Dunedin και φυσικά της Flying Nun, στα 45 πλέον χρόνια του επιστρέφει στη Siltbreeze (εκεί όπου έβγαλε το πρώτο σόλο album του το 1993, το Morse) με ένα αλλόκοτο δίσκο που περιέχει 22 κομμάτια και διαρκεί 42 λεπτά. Το Mass αποτελεί ένα ιδιόρρυθμο κολλάζ διαφορετικών συνθέσεων, ένα πολυσυνθετικό και δύστροπο συνονθύλευμα που απλώνεται στην avant-garde, στα drone, στις ρυθμικές και επαναλαμβανόμενες λούπες, στη φολκ, κτλ. Υπάρχουν κομμάτια όπου ο Galbraith χρησιμοποιεί την ζεστή φωνή του και κάποιες σκόρπιες και κατακερματισμένες μελωδίες για να συνθέσει μια συναισθηματική folk, πολύ κοντά σε ότι έκανε στο προηγούμενο δίσκο του (Orb), άλλοτε πάλι η μουσική γίνεται πιο επιθετική, βασισμένη σε χαοτικές λούπες και διάσπαρτους θορύβους, άλλοτε τα επίμονα και κοφτερά του drone σε απορροφούν στον κόσμο τους. Για μια ακόμη φορά ο Galbraith εκφράζει μέσα από τον απόλυτα Νεοζηλανδέζικο ήχο του, απόμακρα και σκοτεινά κομμάτια, το είδος της μουσικής που ακούγοντας την σε αιχμαλωτίζει στο κόσμο της, σε στοιχειώνει για όλη την υπόλοιπή μέρα. Το Mass δεν τοποθετείτε σε κάποιο μουσικό είδος, δεν κατηγοριοποιείται με πρόχειρους όρους και δεν παγιδεύεται σε κανενός είδους νόρμες. Το μόνο μέρος που μπορεί να τοποθετηθεί είναι στις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

PHONOPHANI - "KREKEN" (2010)

Αυτή είναι η πρώτη κυκλοφορία των Phonophani μετά το 2004 και το αφαιρετικό Oak Or Rock . Υπεύθυνος για αυτές τις ηχογραφήσεις είναι αποκλειστικά ο multi-instrumentist και digital artist Espen Sommer Eide, μέλος των Alog. Εδώ, στο Kreken, ο Eide πλάθει ένα νέο κόσμο με παλιά συστατικά. Χρησιμοποιώντας πλήθος ήχων από τα βασικά όργανα της Νορβηγικής φολκ μουσικής, κάποια από αυτά, όπως το τσέλο το βιολί ή το φλάουτο, ευδιάκριτα μέσα στη διάρκεια των κομματιών, κουρδίζοντας στους δρόμους της παραδοσιακής μουσικής της χώρας του και γεμίζοντας τον ήχο σε διάφορα σημεία με φωνητικά και κιθάρα, ο Eide δημιουργεί ένα πολυεπίπεδο και άκρως ενδιαφέρον συνονθύλευμα. Η, περίπου, folktronica που παράγει, κατορθώνει να πλάσει ένα λεπτό ατμοσφαιρικό πέπλο πάνω από τις υποβόσκουσες μελωδίες των ψηφιακά τροποποιημένων και κατακερματισμένων ήχων, τα τραγούδια έχουν μία απρόσμενη ακουστική ζεστασιά, τα φωνητικά έρχονται τα ταράξουν κάθε τόσο το ήρεμο στρώμα των γήινων drone και, όπως και στους Alog και στα προηγούμενα album των Phonophani, τα κομμάτια χτίζονται σταδιακά, καθώς κυλά ο χρόνος, με ήχους που προσθέτουν τα μελωδικά τους τμήματα και επικάθονται το ένα πάνω στο άλλο, μέχρι το τελικό αποτέλεσμα να γεμίσει τα ηχεία με ένα πλούσιο και ρυθμικό ηχητικό μείγμα. Συμμετέχουν διάφοροι γνωστοί και μη μουσικοί (όπως ο David Grubbs) και είναι σίγουρα ένας δίσκος που ξεχωρίζει, με τους τίτλους των 12 κομματιών να δανείζονται ονομασίες τοποθεσιών της Νορβηγίας.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

MESSAGES – “AFTER BEFORE” (2010)

Εν μέσω πολύ καλών κυκλοφοριών από το συνεχώς επεκτεινόμενη hypnagogic drone σκηνή (βλ Sean McCann, LA Vampires, Sun Araw κα) , έρχεται το επίσημο ντεμπούτο των Messages από την Νέα Υόρκη να θυμίσει μια πιο παραδοσιακή φόρμα - τρόπο να χτίζει κανείς αβυσσώδης βόμβους, χωρίς την ίχνος συνθεσάιζερ. Αυτό έχει να κάνει με την ηλικία και τις μουσικές καταβολές του Taketo Shimada, παλιοσειρά και βαθύς γνώστης του είδους, αφού έχει παίξει στο παρελθόν με τον Henry Flynt και μέλη του Fluxus κινήματος. Mαζί του βρίσκονται οι νεότεροι Tres Warren (μπάσο - μέλος των Psychic Ills) και Spencer Herbst (κρουστά) σε πιο εκτελεστικό ρόλο. Κάθε ένα από τα τρία κομμάτια του άλμπουμ έχει ονομαστεί από το ιδιαίτερο / παραδοσιακό μουσικό όργανο που έχει χρησιμοποιηθεί ως βάση για αυτά τα υψηλής πνευματικής συγκέντρωσης μουσικά πονήματα. Η πρώτη πλευρά κυριαρχείται από οργανική ζεστασιά του φαζαριστού Shruti Box, που μαζί με την καμπυλωτή μπασογραμμή που ελίσσεται γύρω από αυτό, δημιουργούν ένα ατέρμονο πανγεϊκό μουρμουρητό που παραπέμπει κατευθείαν Theatre of Eternal Music του La Monte Young. Στην δεύτερη πλευρά ο τόνος γίνεται πιο ανατολίτικος με τη χρήση μιας νωχελικής tambura στο πρώτο κομμάτι, που καταδίνεται σε μια σειρά από μινόρε solos, χωρίς να χάνεται το τελετουργικό ύφος της μπάντας. Τέλος, στο “Ukelin” που κλείνει τον δίσκο η पोस्ट - doom μπασογραμμή και τα κυμβαλώδη κρουστά θέτουν σε κίνηση τους απόμακρους βόμβους του Ukelele που χρησιμοποιείται εδώ, με αποτελέσματα παραπλήσια με τις καλύτερες στιγμές των ΟΜ, αν και το κομμάτι σήκωνε πολύ περισσότερη ανάπτυξη από αυτό το κάπως πρόχειρο κλείσιμο πάνω στο πεντάλεπτο. Συνολικά, μια μικρή σε διάρκεια αλλά μεστή folk drone κυκλοφορία.

((E A R)) ((E Y E))