Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

HAYVANLAR ALEMI - "GUARANA SUPERPOWER" (2010)

Η φήμη που κυκλοφορεί, γενικά, είναι ότι στη Τουρκία το μοναδικό μέρος που μπορείς να σταθείς, που οι άνθρωποι δεν είναι τόσο συντηρητικοί και κολλημένοι, που δε νιώθεις τόσο έντονο το θρησκευτικό στοιχείο και το περίπου στρατιωτικό κράτος, είναι η Κωνσταντινούπολη (ή μάλλον Ινσταμπούλ, όπως λέγεται εδώ και αιώνες). Αυτό χονδρικά αποδεικνύεται και από τη μουσική, μιας και η μοναδική γνωστή – σε μένα τουλάχιστον – σκηνή της χώρας είναι αυτή της «πιο ευρωπαϊκής πόλης» των γειτόνων και από εκεί και πέρα το χάος. Έλα όμως που τελικά δεν είναι ακριβώς έτσι. Οι Hayvanlar Alemi (υποθέτω η πρώτη λέξη έχει σαν συνθετικό το hayvan, το κατά την εδώ πλευρά του αιγαίου χαϊβάνι) μας έρχονται από την πρωτεύουσα της Τουρκίας, την Άγκυρα, για την οποία λίγα πράγματα φτάνουν μέχρι τα αυτιά μας. Η μπάντα αυτή, που ηχογραφεί για πάνω από 10 χρόνια (από το 1999) έβγαλε το πρώτο της album, ή τουλάχιστον το πρώτο της album εκτός συνόρων, φέτος και φυσικά από την Sublime Frequencies. Το Guarana Superpower, είναι δυναμικό, ανατολίτικο, ρυθμικό, με στοιχεία krautrock, tuareg, garage. Σαφώς υπάρχει κάτι το παλιομοδίτικο, κάτι από τη καθαριστική ψυχεδέλεια των 70’s, κάτι από τα ψυχεδελικά 60’s της μέσης ανατολής, κάτι από το post-punk των 80’s,κάτι απ’ όλα αυτά που οι Hayvanlar Alemi καταφέρνουν και το δένουν με το δικό τους τρόπο, τα κομμάτια τους, όλα instrumental παρεμπιπτόντως, έχουν αμεσότητα και μια εσωτερική δύναμη, με το τελικό αποτέλεσμα του ήχου τους να μην είναι μια αντιγραφή άλλων εποχών, αλλά μια σύγχρονη παρουσίαση τους, δοσμένη μέσα από το ηχητικό πρίσμα μιας μπάντας, ολίγον αποκλεισμένης από τον έξω κόσμο στη Τουρκική πρωτεύουσα και ταυτόχρονα βαθιά επηρεασμένης από τη μουσική παράδοση του τόπου τους, την πιο παλιά και την πιο πρόσφατη. Ακριβώς δηλαδή ότι δεν γίνεται στους ταλαντούχους μουσικούς της δικής μας πρωτεύουσας. Ο δίσκος κυλάει εύκολα και έχει την απαιτούμενη συνοχή, με κομμάτια δυναμίτες σαν το αρκετά κολληματικό και επιθετικό Bahar Patlatan, ή το περίπου αφρικάνικο Stamina και το πιο ήρεμο και εγκεφαλικό Guarana Superpower . Με κάπως αυστηρά κριτήρια κρατώ μόνο σαν παρατήρηση τη μικρή πτώση στα δύο τελευταία κομμάτια – μα σε γενικές γραμμές το album είναι κάτι περισσότερο από αξιοπρόσεκτο. Εν είδει υποσημείωσης δεν μπορώ να μην αναφερθώ στην κορυφαία, άκρως ηλεκτρισμένη και απολαυστική, διασκευή του lambada.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

AMBARCHI / FENNESZ / PIMMON / REHBERG / ROWE - “AFTERNOON TEA” (2009)

Σπάνια βλέπουμε επανεκδόσεις παλαιότερων άλμπουμ από το χώρο της αυτοσχεδιαστικής μουσικής. Αντίθετα, με το σύνολο της rock / pop / metal κτλ μουσικής ιστορίας υποτίθεται ότι ο αυτοσχεδιασμός δεν κοιτά ποτέ προς τα πίσω και τέλος πάντων καταπιάνεται πάντοτε με το παρόν και το μέλλον. Η έννοια του «ντοκουμέντου» είναι θεωρητικά σχετική σε αυτό το είδος μουσικής. Παρόλα αυτά, η επανακυκλοφορία με έξτρα υλικό του ηχογραφημένου στην Μελβούρνη “Afternoon Tea”, μπορεί να ξεφύγει από το κατηγορών των πιουρίστων του improv με την δικαιολογία ότι η πρώτη έκδοση του πίσω στο 2000 ήταν σε 50 κόπιες μόλις, οπότε ελάχιστοι ήταν αυτοί που το άκουσαν. Όπως κι αν έχει η ποιότητα της μουσικής είναι αυτή που μετρά και στην περίπτωση αυτή πραγματικά ξεχειλίζει. Ηχογραφημένοι λίγες μέρες μετά την αλλαγή της χιλιετίας, οι μακροσκελείς αυτοσχεδιασμοί που εμπεριέχονται εδώ συνοψίζουν την κύρια κατεύθυνση της improv διεθνούς σκηνής την τελευταία δεκαετία : αφαιρετική, αναγωγική και άκρως ηλεκτρονική (όσον αφορά στην ηχητική πηγή). Οι Ambarchi και Rowe (πρώην ΑΜΜ) χειρίζονται με το δικό του τρόπο την «ξαπλωτή» κιθάρα και οι μάστορες των PowerBooks Fennezs, Gough (ή Pimmon) και Rehberg ( ή Pita) δημιουργούν μια σειρά από πανέμορφους ηλεκτρονικούς ήχους. Αν και καθένας τους είναι από τα σπουδαία ονόματα του χώρου δεν παρασύρονται σε μια φασαριόζικη maximal επίθεση, αλλά πιστοί στις βασικές αρχές του Reductionism αρκούνται σε μικρές καίριες επεμβάσεις στο ηχητικό πεδίο όταν κρίνουν ότι θα πουν κάτι ουσιαστικό. Δεν θέλω να κουράσω άλλο περιγράφοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, ο καλός αυτοσχεδιασμός είναι μία μουσική ροή, μια σειρά από ήχους – σκέψεις που δύσκολα καλουπώνονται. Θα πω μόνο πως στο εναρκτήριο κομμάτι (πρώτος αυτοσχεδιασμός) είναι συγκλονιστικός ο τρόπος που οι μουσικοί σταδιακά μέσα από πολύ απλές μουσικές φράσεις μπορούν να φθάσουν στο τόσο ερεβώδες drone noise κρεσέντο μετά από 10 λεπτά. Και επίσης ακούγοντας την φανταστική ποικιλία στην υφή των ηλεκτρονικών μπλιμπλικιών συνειδητοποιώ ότι τα laptops / PowerBooks θα πρέπει να αναπαύονται στα γονατάκια λίγων αυτοσχεδιαστών. Αυτών που ξέρουν να εξάπτουν τη φαντασία.

((E A R)) ((E Y E))

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

MASTER MUSICIANS OF BUKKAKE - "ELOGIA DE LA SOMBRA" (2010)

Οι Master Musicians Of Bukkake (η αυτολογοκρισία δεν μου επιτρέπει να μεταφράσω τι ακριβώς σημαίνει το όνομα αυτής της μπάντας) είναι μια μουσική κολεκτίβα από το Seattle με ρίζες που φτάνουν στους Sun City Girls, στους Earth, κτλ. Έχουν κατά καιρούς κυκλοφορήσει διάφορους αξιόλογους δίσκους (εκκρεμεί ακόμη το τρίτο μέρος της σειράς Totem, που σύμφωνα με τους ιδίους παντρεύει τη metal με το folk) και μουσικά κινούνται σε ένα αρκετά ευρύ φάσμα, από την drone-folk, τη ψυχεδέλεια, το kraut, το ambient, τη metal. Όπως είναι λογικό λοιπόν κάθε νέο τους πόνημα αποτελεί και μία μικρή έκπληξη για το φιλόμουσο (με μούσια ή χωρίς) κοινό μιας και ο ήχος τους ποτέ δεν κατακάθεται σε ένα συγκεκριμένο ύφος. Σε αυτή τη κυκλοφορία από την Latitudes, οι Master Musicians Of Bukkake μας παραδίδουν 2 μεγάλης διάρκειας κομμάτια. Ο αυτοσχεδιασμός κυριαρχεί εδώ ή έστω, το ασταμάτητο τζαμάρισμα που οδηγεί σε δύο εντελώς, μα εντελώς, διαφορετικής αισθητικής κατευθύνσεις. Έτσι λοιπόν, στην αρχή (στο Tainted Phenomena) έχουμε ένα αργόσυρτο drone κομμάτι, που σταδιακά γεμίζει με folk στοιχεία, με μελωδίες που γίνονται ολοένα και πιο ζωντανές και πιο άμεσες και μεταλλάζουν τον ήχο σε ένα psych-folk ανεμοστρόβιλο, με ανατολίτικες επιρροές και μυστικιστική ατμόσφαιρα, που αν σου αρέσει λίγο αυτός ο ήχος, σε συναρπάσει. Έπειτα (στο Elogia De La Sombra, που έχει δανειστεί το τίτλο του από ένα ποίημα του Borges) νιώθεις έντονα τη διάθεση να σηκωθείς και να κοπανίσεις το cd player, βέβαιος πως από μόνο του άλλαξε το cd και αποφάσισε να παίξει Neu! Η αλήθεια είναι πως το cd player δεν έχει χαλάσει (ακόμη), απλώς οι Master Musicians Of Bukkake θέλησαν να παίξουν κάτι διαφορετικό και να δώσουν τα ρέστα τους στη Kraut-rock χτίζοντας πάνω σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο ένα μουσικό ψηφιδωτό γεμάτο ενέργεια, ρυθμό και ένταση, δυνατό και λίγο παλιομοδίτικο, που σε αναγκάζει να συντονιστείς μαζί του. Από την ανατολή στη δύση και πάλι πίσω λοιπόν, αυτή η κολεκτίβα τα καταφέρνει μια χαρά να ακούγεται σαν τις καλύτερες επιλογές σε μια συλλογή ενός ψυχεδελά συλλέκτη δίσκων.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

ΤΗΕ DEAD C - “PATIENCE” (2010)

Με αρκετή αγωνιά, αρχικά, έβαλα να ακούσω το 15o άλμπουμ των λατρεμένων πρωτεργατών του Νoise Rock. H αλήθεια είναι ότι οι αυτοσχεδιαστικές αναζητήσεις της υπέροχης νεοζηλανδικής τριάδας τους στην μετά “New Electric Music” εποχή οδήγησε ουσιαστικά στην αποστροφή για κάθε rock στοιχείο από τον πάντοτε μουντό αλλά πρωτότυπο ήχο τους. Κάτι η απουσία τυπικών drums και δομημένων riffs, κάτι η έλλειψη μιας πιο εύληπτης για τον ακροατή ανάπτυξης στον ήχο ,τους έκανε να ακούγονται σίγουρα απρόβλεπτοι , αλλά χωρίς μια στιβαρή ηχητική ταυτότητα. Ε, στο “Patience” η υπομονή και η πίστη μας στις ικανότητες τους ανταμείβεται. Περιέχονται μόλις 4 κομμάτια, όμως καθένα έχει ξεχωριστή θέση στο άλμπουμ, καθώς φωτίζει όλες τις πτυχές του μοναδικού noise improv ήχου τους. Για παράδειγμα, στο ίσα με 2 λεπτά “Patience” ο Yeats μπορεί να συμπυκνώσει με ένα ανήσυχο πέρασμα στα hit hats όλοι την καλοζυγισμένη επιθετικότητα μιας καλής 90s post-hardcore μπάντας . Επιπλέον, στο "Shaft" που ακολουθεί οι Dead C καταδεικνύουν πως αυτή η επιθετικότητα μπορεί να συνδυαστεί άψογα με πιο άναρχα post-noise στοιχεία και φυσικά τα μοναδικά καθαριστικά feedbacks του Russell. Βέβαια, όλη μαεστρία των νεοζηλανδών ξεδιπλώνεται στα δύο μεγάλης διάρκειας κομμάτια που ανοίγουν και κλίνουν το άλμπουμ. Και αν το finale με το άκρως ενδοσκοπικό, αστικό και τυπικά improv "South" είναι η απόλυτη εγκεφαλική noise rock εμπειρία, στο αρχικό "Empire" νομίζω πως αντιλαμβάνεται κανείς την μοναδικότητα του αυτού του γκρουπ. Ξεκινά με τις κιθάρες να χτίζουν με πανέμορφα wha - wha ένα ανυψωτικό drone rock που ο Yeats με τα χύμα πανκικα χτυπήματα του, το οδηγεί μαθηματικά στην κλασσική πλέον post - rock κορύφωση κάπου στο μέσον του κομματιού. Και τότε, εκεί που οι περισσότεροι που ασχολούνται με αυτόν τον ήχο, από post-metallers ως τους electronic noise droners, θα ξέσπαγαν θορυβωδώς, οι Dead c, σοφά, ρίχνουν την ένταση κάνουν ένα βήμα πίσω, ακούνε τι παίζει ο καθένας τους και κλείνουν με ένα λιτό και απέριττο αυτοσχεδιασμό που θα ζήλευαν και οι ΑΜΜ. Τεραστία μπάντα...

((E A R)) ((E Y E))

FLOWER CORSANO DUO – “YOU WILL NEVER WORK IN THIS TOWN AGAIN” (2010)

Το υπερκινητικό ντουέτο Chris Corsano - Mick Flower έφτασε αισίως το τρίτο του άλμπουμ. Είχα παρουσιάσει πέρσι το προηγούμενο καταπληκτικό τους Lp "The Four Aims" και η αλήθεια είναι ότι στο τρίτο τους πόνημα ο πήχης ανεβαίνει και άλλο. Το χιουμοριστικά τιτλοφορούμενο "Υοu Will Never Work In This Town Again" , είναι μια ζωντανή ηχογράφηση και περιέχει ουσιαστικά δύο μακροσκελή τζαμαρίσματα - αυτοσχεδιασμούς και ένα πιο καταληκτικό outro. H ψυχεδελική μουσική παλέτα του παραμένει η ίδια καθώς καθορίζεται από το ευφάνταστο, αεικίνητο και κάποιες φορές τελείως έξαλλο drumming του Corsano και τα οργασμικά neo - raga σολαρίσματα του Flower στο ηλεκτρικό ινδικό του μπάντζο. Παρόλα αυτά, η πολύχρονη, πλέον, εμπειρία να περιοδεύουν και να παίζουν μαζί τους έχει κάνει να αυτοσχεδιάζουν με μια τηλεπαθητική άνεση και έτσι να μπορούν να αποφεύγουν τα αδιέξοδα της κάποιες φορές αναίτια φασαριόζας fire free jazz που μάλλον ευαγγελίζονται. Αλήθεια, είναι τέτοια η ποιότητα του ντουέτου που κάποιος γεννημένος ιερόσυλος σαν εμένα θα μπορούσε να τους συγκρίνει με τους Coltrane / Ali στο "Interstellar Space". Για παράδειγμα, στο εναρκτήριο κομμάτι αν και η ισοπεδωτική κυμβαλική επίθεση του Corsano ξεκινά ευθύς αμέσως, τελικά καταφέρνουν να διατηρούν αμείωτη την ένταση με τις πανέμορφες στιγμιαίες εναλλαγές στους δυναμικούς τόνους που ο καθένας τους συνεισφέρει στο τελικό αποτέλεσμα. Έτσι και το δεύτερο κομμάτι αν και ξεκινά σε μια πιο medidative drone φάση εκ μέρους του Flower, o Corsano έρχεται και πάλι δυναμικά αλλά όχι πιεστικά στο σκηνικό για να το απογειώσει και πάλι σε άπιαστους psych free jazz ουρανούς. Σίγουρα, η απόλυτη Flower - Corsano εμπειρία είναι να μπορέσεις να δεις και να ακούσεις αυτά τα φοβερά πράγματα κάπου live. Είμαι φύση αισιόδοξος, κάποτε θα έρθουν και από εδώ, ο Corsano έξαλλου έχει ήδη έρθει. Μέχρι τότε το τρίτο τους Lp θα κάνει την δουλίτσα του.

((E A R)) ((E Y E))

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

RICHARD YOUNGS - "INCEPTOR" (2010)

Μια ακόμη κυκλοφορία, η πρώτη αν δε κάνω λάθος για τη φετινή χρόνια, από τον ακούραστο Richard Youngs – έναν από τους αγαπημένους μουσικούς αυτού του blog. Στο Inceptor, που κυκλοφορεί από την εταιρία του (ουδέν σχόλιο) David Keenan, Volcanic Tongue, ο βρετανός πειραματιστής αλλάζει ξανά ύφος και επιχειρεί να θυμηθεί τα νιάτα του. Παίρνει λοιπόν την ηλεκτρική του κιθάρα και αρχίζει να σολάρει και να αυτοσχεδιάζει, σε μια ηχογράφηση που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γίνει από το υπνοδωμάτιο του σπιτιού του, ένα λίγο βαρετό βραδινό, πριν πέσει για ύπνο. Ο Youngs με την αμεσότητα του τυχαίου και του πηγαίου ερασιτεχνισμού, πιάνει μελωδίες και ακόρντα, χοροπηδά πάνω σε νότες και αυτοσχέδιες γραμμές, σαν κάποιος πιτσιρικάς που μόλις αρχίζει να μαθαίνει κιθάρα. Με την διαφορά ότι ο Youngs και κιθάρα ξέρει και ταλέντο έχει και μπορεί να αυτοσχεδιάζει με ευκολία. Το αποτέλεσμά λοιπόν φέρνει πολύ στο νου τον Ιάπωνα Keiji Haino, μόνο που ο ήχος είναι γυμνός από πολλές παραμορφώσεις και πετάλια, ξερός και διαπεραστικός, με μόνη συνοδεία τη φωνή του ίδιου του Youngs, να σιγοτραγουδάει κάποιους στίχους αραιά και που, κάπου από το βάθος. Το μικρό σε διάρκεια αποτέλεσμα είναι φυσικά ενδιαφέρον, είναι φυσικά διαφορετικό σε όσα μας έχει συνηθίσει ο πολυμήχανος αυτός μουσικούς, αν και δεν είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζει ένα διαφορετικό μουσικό είδος, αρά μάλλον μας έχει συνηθίσει στις συνεχείς αλλαγές – ο δίσκος, ηχογραφημένος παρεμπιπτόντως το 2008 και σε κυκλοφορία μόλις 300 αντιτύπων, μοιάζει με σπουδή πάνω στον αυτοσχεδιασμό και στο ύφος, συγγενικό πέραν του Keiji Haino, με το Jandek, με την free Jazz, με αρκετές κυκλοφορίες της Psf, με μία ελεγεία στην ελευθερία της μουσικής έκφρασης, πέρα από δομή, νόρμα, μορφή και επανάληψη.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

SPROATLY SMITH - "PIXIELED" (2010)

Εδώ και μέρες ήθελα να ανεβάσω αυτό το album, μα τα άτιμα οχτάωρα των δώδεκα ωρών δεν μου άφηναν καθόλου χρόνο. Η μυστηριώδης μπάντα με το περίεργο όνομα Sproatly Smith μας έρχεται από την Βρετανία και αυτή εδώ είναι η δεύτερη περίπου κυκλοφορία της. Δεύτερη μιας και έχει προηγηθεί το αξιόλογο The Yew And The Hare και περίπου μιας και τα album αυτά έχουν κυκλοφορήσει από την Reverb Worship, που αν και έχει έναν ζηλευτό κατάλογο αρνείται να βγάλει κανονικά c.d. ή βινύλια και επιμένει στις μετρημένες (συνήθως 50 παρακαλώ) κόπιες c.d.-r. Το περιεχόμενο τώρα του Pixieled είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρον, ιδίως σε κολλημένους με την φολκ σαν την αφεντιά μου. Ορμώμενος από τον μύθο-παραμύθι του ομότιτλου και μάλλον καλύτερου κομματιού του δίσκου, θα περιγράψω αυτή τη κυκλοφορία σαν μια νεφελώδη μελωδική πανδαισία, σε ένα μυστηριώδες δάσος, με φλάουτα, κιθάρες και γλυκές φωνές να χάνονται μέσα στην ήπια ομίχλη ενός θερμού drone - ένα εξαίρετο βουκολικό απόσταγμα. Με πιο απλά και λιγότερο αλλοπαρμένα λόγια, το Pixieled είναι ένα ολοκληρωμένο album με δυνατές μελωδικές γραμμές στις κιθάρες, που πατούν με επιτυχία πάνω στην folk βρετανική παράδοση, με πολλά field recordings, με διάφορα πουλιά και ζώα του δάσους να ξεπροβάλλουν ξαφνικά μέσα από μυστικιστικά και μικρής διάρκειας drone, με spoken words, με την απλότητα και την αμεσότητα της παραδοσιακής αυτής μουσικής, δίχως πολλούς πειραματισμούς και πολλές γιρλάντες, δίχως πλατιάσματα και ψυχεδελικά αδιέξοδα, δίχως τίποτα το περιττό και το κουραστικό, με άμεσες αναφορές στο παρελθόν μέσα από τη διασκευή των κομματιών Spring Strathspey και A Leaf Must Fall, καθώς και το παραδοσιακό και αρκετά γνωστό κομμάτι The Magpie's Nest. Φυσικά δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι το μοναδικό, οι Spoartly Smith δεν δημιουργούν κάτι καινούργιο στο μουσικό στερέωμα, μα, από την άλλη, έχουμε να κάνουμε με μία ειλικρινή και αξιοπρόσεκτη δουλειά που διαφέρει με το πρώτο άκουσμα από τη πληθώρα των κυκλοφοριών αυτού του είδους και που σίγουρα μπορεί να ακουστεί περισσότερες της μίας φοράς από όσους αρέσκονται στο folk. Πάντως εγώ σε αυτά τα ατελείωτα οχτάωρα των δώδεκα ωρών το έβαλα πολλά πρωινά στο repeat. Εξάλλου, είμαι παλιοφολκάς, τι να κάνουμε;

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

SUUM CUIQUE – “MIDDEN” (2010)

Η περίπτωση των άγνωστων βρετανών Suum Cuique χρήζει, πραγματικά, της ιδιαίτερης προσοχής αυτών που αναζητούν τις ουσιαστικές ambient drone κυκλοφορίες. Στην αρχή, πριν ακούσω – βυθιστώ στο πυκνωτικό ηχητικό σύμπαν των Suum Ciuque, νόμιζα πως πρόκειται για άλλη μια new age / hypnagogic drone ψυχεδελική βόλτα στην γκλαμουράτη πλευρά των 80s. Καμία σχέση. Εδώ έχουμε να κάνουμε με υψηλότητας καθαρότητας, αναλογικής προελεύσεως ήχο-κύματα που μοιάζουν να βουτούν αδιάκοπα σε αβυσσώδη πελάγη χαμηλών συχνοτήτων, χωρίς, όμως, να τρεμουλιάζουν από το ανούσιες μπάσο – παραμορφώσεις. Παράλληλα, ψήγματα από πρωτόλειους ηλεκτρονικούς θορύβους αλλά και ζωντανές ηχογραφήσεις χαοτικά φυσικά φαινόμενα όπως βροντές, αστραπές και ριπές ανέμου βρίσκουν την κατάλληλη θέση στην τελική μίξη. Mάλιστα, η εξέλιξη των συνθέσεων αν μοιάζει ληθαργικά αργόσυρτη και κλιμακώνεται με έναν σχεδόν ανεπαίσθητο εντροπικό τρόπο που φέρει στο νου σοβαρές περιπτώσεις deep listening drone όπως το “Adnos” της Eliane Radigue. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως πολλοί τίτλοι των κομματιών εμπνέονται από κοσμικών διαστάσεων φυσικές διεργασίες (βλ “Entropy”, “Lithic Reduction”, “Cyclic Redundancy”) και σε πολλά σημεία νομίζεις ότι τις αναπαριστούν με μαθητική ακρίβεια. Αλήθεια, είχα πολύ καιρό να ακούσω μουσική που να σε φέρει ακουστικά τόσο κοντά τέτοια αφηρημένα φυσικά φαινόμενα, χωρίς να γίνεται κουραστικά «πειραματική». Το “Midden” είναι ένα άκρως εμπνευστικό άκουσμα εάν εκπονείς κάποιο «κουλό» μεταπτυχιακό υποατομικής φυσικής στο MIT ή στο Cambridge . Βέβαια, λειτουργεί το ίδιο καλά και για όποιον που απλά θέλει να φαντασιωθεί κάποιες στιγμές ότι καταπιάνεται με κάτι τέτοιο.

((E A R)) ((E Y E))

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

PETE SWANSON – ‘WHERE I WAS’ (2010)

Μετά από την κάπως απότομη διάλυση το 2008 των πολύ αγαπημένων drone noise αρχιμαστόρων Yellow Swans, περίμενα με αρκετή καψούρα κάτι νέο από τα δύο βασικά τους μέλη. Όμως, το μόνο που κυκλοφορούσε ήταν ανέκδοτες ηχογραφήσεις των Swans, οι οποίες μάλιστα ήταν τόσο ποιοτικές, όπως το φετινό ‘Going Places’, που κάπως αμφέβαλες για το αν ο Swanson θα ηχογραφούσε κάτι τελικά και αν αυτό θα στέκονταν ανταγωνιστικά μπροστά στη βαρύ σκιά του παρελθόντος. Ε, λοιπόν, τέρμα τα ψέματα το ‘Where I Was’ είναι εδώ και είναι πραγματικά γκολ από τα αποδυτήρια που έλεγε και ο Μήνας. Αποτελείται από διάσπαρτες ηχογραφήσεις των τελευταίων 3 χρόνων και παρόλα αυτά δεν υπολείπεται σε συνοχή και καθαρότητα γραφής. Το μουσικό ύφος διαφέρει ελάχιστα όπως είναι φυσικό από τους Yellow Swans : επαναληπτικά, σχεδόν αέναα, υψίσυχνα drones διαπλέκονται με πιο τραχείς θορυβώδεις αναλογικής υφής ήχους σε ένα ευρείας κλίμακας μουσικό πλαίσιο που ούτε αδιάφορο χαλαρό ambient μπορείς να το πεις, αλλά και ούτε συγκρουσιακό noise. Μάλλον, εκστατική / ευφορική νέα avant noise μουσική. Ταυτόχρονα, ο Swanson συστήνει και κάποια νέα στοιχεία στην μουσική του, όπως είναι τα θαμμένα στη μίξη απεγνωσμένα ουρλιαχτά – φωνητικά που δίνουν μια περισσότερο δραματική και ανθρώπινη νότα όταν το βάρος της μουσικής πυκνότητας γίνεται κάπως δυσβάστακτο για τον ακροατή. Ακόμη, σε κάποια σημεία ο Swanson εγκαταλείπει το απλωμένο ομιχλώδες του στυλ για μια πιο άμεση σχεδόν rock προσέγγιση, κυρίως στο ριφφάτο “D.L.A.” που θυμίζει Dead C στις αρχές των 90’s αλλά και στο βασισμένο στις μινόρε ηλεκτρικές κιθάρες μελαγχολικό “U.O.B.”, δύο από τα highlights του άλμπουμ. Συνοψίζοντας, ο Swanson φαίνεται πως έχει πολλά να δώσει ακόμα στην σύγχρονη ambient / drone / noise σκηνή και όπως ο Fennesz ή ο Philip Jeck μερικά χρόνια πριν, έχει διαμορφώσει τον δικό του χαρακτηριστικό ήχο και τώρα δεν μένει παρά να τον τελειοποιεί με κάθε νέα κυκλοφορία του.

((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

GROUP INERANE - "GUITARS FROM AGADEZ VOL.3" (2010)

Νέες μουσικές περιπέτειες για μία από τις πιο γνωστές tuareg μπάντες. Oι Group Inerane, ένα από τα πουλέν της sublime frequencies, ξεχώρισαν από το πρώτο τους κιόλας album, για την αμεσότητα , την απλότητα και την προσεγμένη εκτέλεση του ιδιότυπου αυτού μουσικού είδους που συναντάτε στις βορειοαφρικάνικες χώρες, έχει ρίζες στις επαναστατικές εποχές των δεκαετιών του ’80 και του ’90 και είναι ένα συμπαγές μείγμα της ρυθμικότητας που διακατέχει την αφρικάνικη μουσική, της εγκεφαλικής απόλαυσης που προσφέρει η περίπου επίπεδη επανάληψη μελωδικών μοτίβων και της έντασης και της δύναμης που εμπεριέχει η κιθαριστική μουσική. Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν σε αξιοζήλευτο επίπεδο στη μουσική που φτιάχνουν οι Group Inerane, είτε στα προηγούμενα albums τους, τα Guitars from Agadez ένα και δύο, είτε στο πιο πρόσφατο, στο οποίο έρχεται να προστεθεί ένα ακόμη μέλος, ο βιρτουόζος κιθαρίστας Koudede Maman (μιας και ο προηγούμενος κιθαρίστας - Adi Mohamad – έπεσε θύμα της ασταμάτητης βίας σε αυτό το σημείο του πλανήτη) , για να προσφέρει περισσότερο όγκο και βάθος στις συνθέσεις της μπάντας από το Νίγηρα. Τα εννέα κομμάτια του δίσκου κυλούν ευχάριστα, σε υπνωτίζουν στον συνεχή και ασταμάτητο ρυθμό τους, σε μαγεύουν με τις κοφτές μελωδίες τους, με τα περίπου εξωτικά φωνητικά τους, με το συγκερασμό παραδοσιακής μουσικής και σύγχρονης rock. Μαγικό, απολαυστικό, ατμοσφαιρικό, θα έλεγε με τρεις μόνο λέξεις.

((E A R))
((E Y E))