Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

FUSHITSUSHA - "MABUSHII ITAZURA NA INORI" (2012)












Αυτός είναι δεύτερος δίσκος-φωτιά που ξεπέταξε μέσα στο 2012 ο κύριος Haino μαζί με τους Chiyo Kamekawa (μπάσο) και Ryosuke Kiyasu (drums) ως οι νέοι Fushitsusha. Κι αν κρίνω από την χημεία και τον οίστρο που διαπνέει το trio μπορεί να δούμε και τρίτη κυκλοφορία μες το 2012. Αν ,τώρα, συνυπολογίσουμε και τις ηχογραφήσεις του Haino με του O’Rourke και Ambarchi νωρίτερα φέτος, συμπεράνουμε πως ο εξηντάρης και βάλε μέγας σαολίν της ηλεκτρικής κιθάρας βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα στα γεράματα. Κάτι σαν τον Henrik Larsson όταν πήγε στην μπαρτσελόνα.

 Το υλικό που περιλαμβάνει το νέο πόνημα του ακριβοθώρητου trio είναι ακόμη πιο βαθύ, απρόβλεπτο και jazzy από το προηγούμενο “Hikari to Nazukeyo”, το οποίο έκλινε προς έναν οξύ, επιθετικό no wave / captain beefheart ήχο γεμάτο γωνίες και με σαφή rock βάση. Εδώ, ο Haino ακούγεται τελείως απελευθερωμένος και έτοιμος να καθοδηγήσει τους άλλους δύο σε ένα σεμινάριο free rock έκφρασης που, ναι, για μένα πιάνει τα δυσθεώρητα ύψη του “Pathetique” και του “Origin's Hesitation”. To πρώτο 5λέπτο κομμάτι είναι μια από τις πλέον λυρικές στιγμές των Fushitsusha με ένα συνεχές λεπτό κιθαριστικό πέπλο και μια πυκνή μπασογραμμή να στήνουν ένα ατμοσφαιρικό υπόβαθρο για απλώσει ο Haino είναι ευγενικό, λυρικό φωνητικό αυτοσχεδιασμό που μοιάζει μια άτυπη μοναχική προσευχή που περιπλανιέται στο αχανές σύμπαν. Από το επόμενο κομμάτι το αιθέριο σκηνικό αλλάζει βίαια σε ένα φουρτουνιασμένο άναρχο post-blues rock που έχει στόχο να εκφράσει τα πιο καλά κρυμμένα αισθήματα και εικόνες του νου και της ψυχής. Το rythm section επιδίδεται σε μια τρομερής ελαστικότητας και ακρίβειας άσκηση αντισυμβατικής jazz rock που χωρίς φανφάρες αλλά με την γνωστή ιαπωνική λιτότητα αφήνουν το κατάλληλο χώρο στον Haino να σιγοψιθυρίσει, άλλοτε να τραγουδήσει και άλλοτε να βροντοφωνάξει τους λακωνικούς του στίχους με τη θεατρικότητα που έχουμε συνηθίσει. Σίγουρα, μπορεί να μην καταβαίνεις γρί από τα ακατάληπτα ιαπωνικά του, αλλά η σοβαρότητα του ύφους, το πολυεπίπεδο της εκτέλεσης και εμβριθές της έκφρασης σε μαγνητίζουν όσο ο καλός (πριν το 2000) ιαπωνικός κινηματογράφος έστω κι αν δεν διαβάζεις τους υπότιτλους. (Σε αυτό το σημείο να πω, βέβαια, ότι θα εξυπηρετούσε μια μετάφραση των στίχων από τον ειδικό περί ιαπωνικών, Alan Cummings, αλλά ποιος με ακούει τώρα εμένα). Όσο για την κιθαριστική απόδοση του μάστορα, για μια ακόμη φορά είναι αποστομωτικός. Λιτές, κοφτές πενιές, στριφνά και άτονα τσιγκελωτά θραύσματα που βουτούν από την αχαλίνωτη εκφραστική ένταση στην εσωτερική σιωπή και τούμπλαλιν, σε μια μοναδική εγκεφαλική διαχείριση του ηχητικού κενού και του ηχητικού χάους που πατά πάνω στην γιαπωνέζικη παράδοση για την αντιθετική δύναμη του “Ma”, της σιωπής δηλαδή σε καίρια σημεία της μουσικής σύνθεσης. Έτσι, με την ασυνήθιστη για μας τους δυτικούς φαινομενική δυσαρμονία και μη μελωδικότητα, οι Fushitsusha φθάνουν δια της πλαγίας οδού και πάλι σε ένα psych / noise / free rock αποτέλεσμα που δεν έχει όμοιο του παγκοσμίως και ούτε θα έχει.

((E A R))
((E Y E))

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

THE BIG EYES FAMILY PLAYERS & FRIENDS - "FOLK SONGS II" (2012)

Θεωρητικά, αυτό το album αποτελεί τη συνέχεια του Folk Songs που είχε κυκλοφορήσει πριν από τρία χρόνια, όπου οι The Big Eyes Family Players είχαν βοηθήσει τον James Yorkston να διασκευάσει μερικά παλιά folk κομμάτια. Βέβαια αυτό το album μόνο τύποις μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια του πρώτου Folk Songs, μιας και εδώ η μπάντα από το Sheffield έχει τον πρώτο και μοναδικό λόγο στην ενορχήστρωση του. Επίσης, ούτε album ακριβώς μπορεί να χαρακτηριστεί, από την πλευρά της συνοχής, αφού σε κάθε κομμάτι υπάρχει μια ξεχωριστή συμμετοχή στα φωνητικά από την ανεξάντλητη σύγχρονη μουσική σκηνή του είδους στην Βρετανία. Ο δίσκος πλησιάζει τα όρια της συλλογής, με τους The Big Eyes Family Players να καταφέρνουν άψογα να αλλάζουν το μουσικό τους ύφος, όσο χρειάζεται κάθε φόρα, για να ταιριάζει απόλυτα στα εκάστοτε φωνητικά των κομματιών – χωρίς φυσικά ο δίσκος να είναι τόσο ασύνδετος όσο μια συλλογή. Με δυο λόγια καθώς τα κομμάτια κυλούν δημιουργείται η αίσθηση πως η μπάντα έχει κατορθώσει να ακροβατήσει στη λεπτή γραμμή του συνόλου και της μονάδας και ταυτόχρονα να πατάει με σιγουριά ανάμεσα στη συμβατική απόδοση των κομματιών αυτών, θυμίζοντας αρκετά 60’s και 70’s και σε πειραματικούς ιδιωματισμούς, με drones, αφαιρετικές μελωδίες ή πολυεπιπέδα περάσματα με το αποτέλεσμα να είναι από την αρχή μέχρι το τέλος αρκετά καλό. Όσο για τις συμμετοχές που υπάρχουν στα φωνητικά, έχουμε κάτι σαν dream team της folk σκηνής, που μετά από αυτή των 70’s είναι η πιο παραγωγική και η πιο ποιοτική που έχουν βγάλει τα βρετανικά νησιά. Alasdair Roberts, Sharron Kraus, Elle Osborne, Adrian Crowley και προφανώς James Yorkston – έτσι για να αναφέρω μερικούς.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

HLADOWSKI & JOYNES - "THE WILD WILD BERRY" (2012)

Το περσυνό album του C Joynes, (Congo) περιέργως δεν στολίστηκε με διθυραμβικές κριτικές, όπως του άρμοζε για την αρτιότητα της neo-folk ψυχεδέλειας που περιείχε και την εντυπωσιακή συνοχή και μελωδικότητα που το χαρακτήριζε. Με αυτή τη φετινή του κυκλοφορία μας δίνει μια ευκαιρία να επανορθώσουμε. Τη Hladowski, τώρα, με τη νεραϊδίσια φωνή, την είχα αφήσει σε ένα αξιομνημόνευτο 10”, το High High Nest, πίσω το 2008, που απ’ όσο ξέρω δεν ακολουθήθηκε από κάποια άλλη δισκογραφική δουλειά.
Η συνεργασία αυτών των δύο μας δίνει ένα ξεχωριστό album για φέτος. Ναι, το The Wild Wild Berry θυμίζει πολύ το ρεύμα αναβίωσης της folk μουσικής που άνθισε στη Βρετανία τη δεκαετία του ’60 – πάρα πολύ, για την ακρίβεια. Ο δίσκος απαρτίζεται από έντεκα παραδοσιακά κομμάτια, δοσμένα με τον ιδιαίτερο τρόπο αυτών των δύο. Με την αμεσότητα, δηλαδή, την καθαρότητα των μελωδίων και τον αρκετά ογκώδη, αλλά ταυτόχρονα λιτό, ήχο του C Joynes και την γλυκιά και γεμάτη ηχοχρώματα φωνή της Hladowski. Εύθραυστο, ρομαντικό και απέριττο, το περιεχόμενο του δίσκου με το πανέμορφο εξώφυλλο, δεν κάνει κοιλιά σε κανένα σημείο, δεν υπάρχουν κομμάτια που περνούν απαρατήρητα, δεν διακρίνεται καμία προσπάθεια να αντιγραφούν κάποιες από τις μυθικές μουσικές μορφές του συγκεκριμένου είδους – φέρνει στο νου πολλούς, αλλά κανέναν συγκεκριμένα. Καταφέρνει δηλαδή να έχει την δική του εκφραστικότητα – δίχως να έχει κάποιο νεοτερισμό ή να προσπαθεί να μπολιάσει κάτι καινούργιο. Και καταφέρνει να σε βυθίσει στον έντονα λυρικό και ατμοσφαιρικό κόσμο αυτού του είδους. Σίγουρα, μπορεί να γοητεύσει όποιον συμπαθεί έστω και ελάχιστα την Βρετανική folk ή με άλλα λόγια, αν αυτός ο δίσκος είχε βγει πριν από καμιά πενηνταριά χρόνια, θα είχε πιθανότατα μπει σε όλους τους καταλόγους με τους καλύτερους δίσκους του Folk – Revival.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

KEY OF SHAME - "THRENODY FOR MARCUS JUNIUS BRUTUS" (2012)















Μετά το πολύ καλό drone / psych / noise που εκτοξεύει σε επιληπτικό ρυθμό ως Decimus, ο πολυπράγμων Pat Murano (μέλος των No –Neck Blues Band και των K. Salvatore) μένει στον αφρό της μοντέρνας avant noise και αυτόν τον μήνα με την κυκλοφορία του νέου του project – συνεργασία με τον κιθαρίστα των Sightings, Mark Morgan. O ήχος που ξερνούν βδελυρώς ως Key of Shame στο εν λόγω LP είναι ένας φόρος τιμής στο πρώιμο σκοτεινό χαοτικό industrial τύπου Throbbing Gristle / Coil, αλλά και ταυτόχρονα μια προβολή αυτών των γκρίζων ηχοχρωμάτων σε ένα πιο φανταχτερό ψυχεδελικό καμβά. Στην πρώτη πλευρά του LP o Morgan επιδίδεται στο γνωστό από τους Sightings ξερό, γρατζουνιστό ξύσιμο της κιθάρας του παράγοντας ένα αλλοιωμένο ηλεκτρικό βόμβο που κοντράρει συνεχώς τις εξώκοσμες, ψυχοδραστικές λούπες του Murano. Έτσι, η πρώτη πλευρά όσο τεχνητά αφιλόξενη ηχητικά κι αν είναι ορθώνει ένα σκληρό, μπετονένιο concrete οικοδόμημα υψηλής μεταμοντέρνας noise αισθητικής. Στην δεύτερη πλευρά, οι γραμμές μεταξύ των δύο πλησιάζουν περισσότερο τονικά και η διάθεση τους μοιάζει να είναι να «ταξιδέψουν» παρά να ενοχλήσουν τον ακροατή. Με μαεστρία οι post-techno /industrial βρόγχοι στο ξεκίνημα λειώνουν οργανικά σε μια πηκτή ambient drone λάβα, που καταπίνει με την βουλιμική μη-στατικότητα της κάθε διάθεση για άσκοπες και περιττές περιπλανήσεις σε χλιαρά και άστοχα «ambient» αβαθή ηχοτόπια -αναμασήματα που μας σερβίρουν άλλοι όχι τόσο ευφάνταστοι δημιουργοί όσο οι δύο ταλαντούχοι new Yorkers. Ελπίζω να με συγχωρέσει ο Tzomborgha, αλλά μαζί με τα soundtracks των Cyclobe που θα βρείτε εδώ, αυτή η μεταμοντέρνα θρηνωδία για την ιστορικά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Βρούτου αποτελούν ότι πιο καλοδουλεμένο άκουσα τον τελευταίο καιρό από την drone / industrial σκηνή.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

ASTRAL SOCIAL CLUB - "MAGIC SMILE" (2012)

Ο παραγωγικότατος Neil Cambell μας προσφέρει ένα ακόμη album της υβριδικής pop-techno-noise μουσικής του με αυτή την κυκλοφορία από την Ιαπωνική WonderYou. Το Magic Smile ξαφνιάζει λίγο στην αρχή: απουσιάζουν οι ευθύβολοι noise παροξυσμοί, κυριαρχεί το έντονο, ρυθμικό και πρωτόλειο beat και υποβόσκει μια ευχάριστη μελωδία καθώς διάφοροι ήχοι, από σειρήνες περιπολικών μέχρι φωνές παιδιών, εισβάλουν στο αρκετά εύθυμο μουσικό πανηγύρι. Όλα αυτά στα πρώτα λεπτά – και λίγο πριν αναρωτηθείς μήπως έχεις κάνεις λάθος και ακούς κάτι άλλο, εισβάλλει, επιτέλους, κυριαρχικά ένας παχύς και επιβλητικός θόρυβος που πετάει τα πάντα σε δεύτερο επίπεδο και ησυχάζεις – όχι, δεν έχεις κάνεις λάθος ακούς Astral Social Club. Σε αυτό το δίσκο ο Cambell εμπλουτίζει αρκετά το μονοδιάστατο ύφος που είχαν οι περισσότερες από τις προηγούμενες κυκλοφορίες του. Σαφώς και κυριαρχούν τα μονολιθικά και παλιομοδίτικα beat, που καταλήγουν να φέρνουν στο νου Kraut καταστάσεις με την ψυχεδέλεια που βγάζουν και σαφώς και οι θόρυβοι που παρεμβάλλονται είναι επιθετικοί, βίαιοι και απροσπέλαστοι. Υπάρχει όμως και κάτι παραπάνω. Ίσως το φλερτάρισμα με την υπναγωγική pop (ιδίως στο 2ο κομμάτι) που παραπέμπει στους φουτουριστικούς ήχους της δεκαετίας του ’80, ίσως τα διάφορα field-recordings που εμβόλιμα και φαινομενικά δίχως κάποιο νόημα, μπαίνουν μέσα στην μονοκόμματη αστρική-ψυχεδέλεια που μας έχει συνηθίσει, ίσως οι αιθέριες μελωδίες – πιο έντονες από ποτέ άλλοτε στις ηχογραφήσεις του, ίσως η πιο δομημένη εξέλιξη των κομματιών, από την ξερή παράθεση θορύβων και beats που είχαν οι προηγούμενες κυκλοφορίες του, ίσως όλα αυτά μαζί περιπλέκονται και απογειώνουν τον δίσκο σε αυτό που φανερώνει ο τίτλος του: Magic Smile – μια εύθυμη και ανάλαφρη διάθεση εκχέεται σε κάθε κομμάτι, ανακατεύεται με την βαριά ψυχεδέλεια και το post-industrial ψηφιδωτό των ρυθμών για να καταλήξει σε ένα δίσκο που σίγουρα αξίζει προσοχής.

((E A R))
((E Y E))

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

MICHAEL HURLEY - "BACK HOME WITH DRIFTING WOODS" (2012)

Ότι πρέπει για τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού και τις τελευταίες νύχτες πριν αρχίσουν τα ζόρια του φθινοπώρου. Αυτός ο δίσκος είναι κάτι σαν ιστορικό ντοκουμέντο μιας και πρόκειται για κάποια από τα πρώτα κομμάτια που ηχογράφησε ο Hurley, το μακρινό 1964 – από το υλικό των sessions μέσα από τα οποία προέκυψε το First Songs, ο πρώτος δίσκος του ξεχωριστού αυτού τραγουδοποιού. Η φωνή του λοιπόν είναι ακόμη άγουρη, νεανική, περίπου κανονική (περά από κάποια προσεγμένα φάλτσα), χωρίς τις κραυγές και τις φωνές που τον έκαναν γνωστό αρκετά μετά και αποτέλεσαν το χαρακτηριστικό του μουσικού του κόσμου – ενός κόσμου ιδιότυπου, αυθεντικού και ειλικρινούς.
Στα 23 του χρόνια, με την ακουστική του κιθάρα, μια φυσαρμόνικα και την υψίτονη φωνή του, ο Hurley ανοίγει την αυλαία πίσω από την οποία ξεδιπλώνεται - μέσα από τους στίχους - ο μοναχικός και γεμάτος συμβολισμούς γαλαξίας της λίγο ξεκούρδιστης κιθάρας, των λίγο παράταιρων ακόρντων, των ατελών μελωδιών και των υπνωτιστικών ρυθμών. Η προσέγγιση του Hurley μοιάζει περισσότερο με αυτήν των πρώιμων μπλουζ: τότε που κατάκοποι, μεγάλοι σε ηλικία μαύροι γρατζούνιζαν την κιθάρα δίχως να χολοσκάνε για την τεχνική ή την αρτιότητα του αποτελεσμάτων, βγάζοντας πηγαία και χωρίς φιλτράρισμα τα εσώψυχα τους. Φυσικά ο Hurley ούτε μαύρος είναι, ούτε μεγάλος σε ηλικία – σε αυτές τις ηχογραφήσεις τουλάχιστον. Παρόλα αυτά ο γυμνός του ήχος, η επίπεδη φωνή του και το πάθος που ξεχειλίζει στα λόγια και στην κιθάρα του καταφέρνουν να πλάσουν κομμάτια εξίσου άμεσα και διαπεραστικά, που αν και δύστροπα στο αυτί, μπορούν άνετα να τρυπώσουν μέσα σου και να σε υποχρεώσουν να ακούσεις ξανά και ξανά αυτόν τον δίσκο. Με άλλα λόγια το ταλέντο και η αξία του μεγάλου αυτού μουσικού, είναι αναγνωρίσιμα από τα πρώτα κιόλας κομμάτια που έγραψε στο studio – άσχετο αν μέχρι την δεκαετία του ’80 είχε μείνει πλήρως στην αφάνεια και από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 άρχισε, επιτέλους, να γίνεται κάπως γνωστός, για να αποκτήσει σίγα-σιγά την θέση που του ανήκει στο μουσικό στερέωμα. Αυτήν δηλαδή ενός γνήσιου, αξιόλογου και αρκετά επιδραστικού εκπροσώπου της ανεξάντλητης, Αμερικάνικης Folk.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

HANGEDUP & TONY CONRAD - "TRANSIT OF VENUS" (2012)

Για τον Tony Conrad, δεν χρειάζεται να πω κάτι. Είναι ο πατριάρχης της drone, μία μυθική μορφή, πολυτάλαντος και πολυπράγμων, που έχει αφήσει το δικό του στίγμα στην ιστορία της μουσικής. Τους Hangedup ομολογώ πως τους είχα ξεχάσει. Μία από τις μπάντες της Constellation που είχε ξεπηδήσει στα ντουζένια του post-rock και είχε βγάλει τρεις δίσκους, ο ένας εκ των οποίων (Kicker in Tow) μου έχει μείνει σαν ένας από τους καλύτερους της όλης σκηνής, μα μετά εξαφανίστηκαν, χάθηκαν, δεν ήξερα καν ότι υπάρχουν ακόμη σαν σχήμα και όταν έβαλα να ακούσω αυτή τη συνεργασία δεν είχα πολύ μεγάλες προσδοκίες, είχα την εντύπωση πως θα ήταν ένας καλός αυτοσχεδιασμός και τίποτα περισσότερο. Έσφαλα, βέβαια.
Από το πρώτο λεπτό αυτός ο δίσκος σε υποχρεώνει να παρατήσεις οτιδήποτε κάνεις και να μείνεις κολλημένος στα ηχεία. Τα μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια είναι άκρως ψυχεδελικά, βίαια, με τους ρυθμούς να εναλλάσσονται στα drums και τους θορύβους να εισβάλλον σε διαφορετικά επίπεδα, που επικάθονται το ένα πάνω στο άλλο και μετατρέπονται όσο περνάει η ώρα σ’ ένα παραισθητικό και σχεδόν μελωδικό θόρυβο. Είναι τέτοια η ενέργεια που ξεχύνεται από τα drums του Eric Craven, που θαρρείς πως τα κοπανάει με μίσος, φτιάχνοντας βρόγχους από κροταλίσματα και ρυθμικά ξεσπάσματα και είναι τέτοια η δυναμική και η ορμή των drones που χτίζουν ο Conrad με τη Gen Heistek που σε αφήνουν περίπου παράλυτο και με ανοιχτό το στόμα. Το κάθε κομμάτι, απελευθερωμένο από κάθε είδους φόρμα, με μία σχεδόν punk ηχητική αισθητική είναι έντονα επιθετικό, με τους θορύβους και τον ρυθμό να ακολουθούν μια καταιγιστική πορεία. Στο σύνολο του το Transit Of Venus έχει μια πηγαία ένταση, μια έρπουσα μαυρίλα και σε ανατριχιάζει με την ζωντάνια του ήχου – θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα live album ή για να το πω καλύτερα, αν δυναμώσεις την ένταση παρασύρεσαι και νομίζεις πως οι τρείς μουσικοί βρίσκονται κάπου στην άκρη του δωματίου σου. Τέλειο soundtrack για την κατάπτωση της αστικότητας, βάλτε το στα ακουστικά και κάντε μια βόλτα στην Κυψέλη. Θα ανακαλύψετε την απόλαυση που κρύβει η αποσύνθεση.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

ON A STEADY DIET OF HASH, BREAD & SALT: COMPILATION WITH COVERS ON REBETIKA (2012)


    Rebetika, a truly underground music created at the beginning of the 20th century, was, in its preamble form, the music vehicle to express a culture bumbling under a constantly changing society – a culture based on drugs, haunted by poverty. Unfortunately, in its birth land Greece, Rebetika was transformed through the decades, became soft and gradually deteriorated to a stupid folklore music consumed by the neogreek unmusical masses and tourists alike. For us, early 20s – late 30s Rebetika represents the rawest, purest and yet finest form of Greek folk music ever recorded. We regard this music as lyrically powerful, sentimentally resourceful and musically chaste as the blues.
    Driven by our homage to it, this compilation tries to throw bridges between the dusty old roads of Rebetika and the shiny new twisty alleys, paved by the free form music pioneers of nowadays. As fanatic spectators we frequently hear the past couple of years, musicians from the scene declaring their love and respect for Rebetika and at the same time more and more compilations with original tracks from 78rpm recordings comes to surface. The interest is growing. So we thought this is the right moment to invite musicians to delve into the roads of Rebetika and come up with a fresh, if not radical, reinterpretation of their own.
    We sent three originals to each one and to our surprise, most people reacted positively and either picked one of the three songs to cover or preferred another one they believed more fitting. And even more surprisingly, the actual cover songs the musicians sent us back are of the best quality and wide variety we could hope for. From passionate heartfelt true-to-the-form takes, to completely improvised or fusion attempts to noise rock deconstructions, every contribution sounds vital and captivating. Our humble hope that you will download and enjoy this compilation as much as we did and our wildest dream is that this could set fire to new generations of fearless Rebetika explorers both in our land and abroad.


T R A C K L I S T :

01. Daniel Padden - "Adinatisa O Kaymenos"
02. Nettle - "Black Eyes"
03. Costa and Nero - "Rast'e Tou Teke"
04. D Charles Speer - "Aman Yiala Yiala"
05. Andy Moor / Yannis Kyriakides - "Touto To Kalokeraki (This Summer)"
06. Steve Gunn - "Trouba"
07. Ignatz - "Stin Ypoga"
08. Sam Shalabi - "Rebetikaud"
09. CWK Joynes & Son Ensemble feat. William Sathya - "23 Minore Mane"
10. Amen Dunes - "Sousta Politiki"
11. Free Piece of Tape - "Burning School"
12. Astral Social Club - "Efoumernam Ena Vradi"
13. Plankton Wat - "Hash Smugglers Blues"
14. Mike Cooper & Viv Corringham - "New Rembetika/14"
15. Caligine - "Με Πιάνουνε Ζαλάδες"


The compilation is free and you can hear it here:
[BANDCAMP] - [FMA]
Or you can download it from:
[MEDIAFIRE] - [FILECLOUD] - [SENDSPACE]

On Track 1 Alex South plays clarinet & bass clarinet. Mastering by Emma Peel. Cover by McPan.

Tracks 1,6,7,8,15 originally by A.Kostis
tracks 5,11 by Kostis Bezos
track 2 by Rosa Eskenazy
track 3 by Jack Gregory
track 4 is traditional
track 9 by Stratos Pajioumdzis
track 10 by Antonis Dalgas
track 12 by Markos Vamvakaris
track 14 by Sotiria Bellou.


Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

TWO WINGS - "LOVE'S SPRING" (2012)
















Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που αποθέωνα σε αυτές τις σελίδες τις εξώκοσμες φωνητικές ιδιότητες της μικρής αλεπουδίτσας από τη Γλασκώβη Hanna Tuulikki, όταν με έχει ξετρελάνει με το αιθέριο avant folk του σχήματος της Nalle. ‘Εκτοτε, την απόλαυσα στις συμμετοχές στις ανατολίτικο folk project Family Elan και περίμενα με κρυφή αγωνία το επόμενο της βήμα. Και να σου ξεπετάγεται ένα άλλο σχήμα, οι Two Wings, όπου η Tuulikki συνεργάζεται με τον κιθαρίστα Ben Reynolds, μέλος των εταίρων folk rockers Trembling Bells έως το κορυφαίο τους κατ’ εμέ “Carbeth”. Η πληροφόρηση που είχα πριν ακούσω το “Love’s Spring” ήταν ότι πρόκειται για το πιο προσγειωμένο, εύπεπτο και συμβατικό ήχο που έχει βγάλει η Τuulikki και η αλήθεια είναι πως αρχικά απογοητεύτηκα λιγάκι από την ροκάδικη americana κατεύθυνση του άλμπουμ. Με τέτοια ιδιαίτερα, σπλαχνικά χλιμιντριστά φωνητικά που μόνο σε μεγάλες ντίβες του βρετανικής εγκεφαλικής pop συναντάς, όπως είναι η Siouxie και η Kate Bush, αισθάνομαι ότι η αυτοπεριορίζεται σε αυτό το σχήμα στο ρόλο της βατής – όσο είναι δυνατόν βέβαια –ερμηνεύτριας.

Από την άλλη, το άλμπουμ είναι καλοδουλεμένο και πραγματικά γλυκόπιοτο. Στο ξεκίνημα του, ξελογιάζεσαι από το πιο φευγάτο τραγούδι του το “Eikon”. Η μελωδική γραμμή ξετυλίγεται με περίτεχνους ελιγμούς , καθώς η Tulliki τραγουδά τσιριχτά σαν να βρίσκεται στο μέσον ενός ερωτικού αναβρασμού που δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει. Ακούγεται ξεμυαλισμένα εφηβική, ζωώδης, ποθητή ίσως απειλητική και σίγουρα όχι γλυκανάλατη. Από το δεύτερο κομμάτι και πέρα αυτό το ελευθέρας βοσκής πλάσμα μπαίνει σιγά-σιγά σε ένα όμορφα σμιλεμένο folk rock καλούπι. Σαφώς μπάντα του Reynolds είναι μια καλοκουρδισμένη country folk μηχανή με αναφορές στους πατέρες και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Ακούς ισόποσα και τις όμορφες slide κιθάρες των Band αλλά και τους πιο brit folk βουκολισμούς των Fairport Convention. Μάλιστα, στην πιο prog στιγμή του άλμπουμ ,το 9λέπτο ομώνυμο ,η βασική μελωδία στο φλάουτο παραπέμπει κατευθείαν στους Incredible String Band. Οι στίχοι πραγματεύονται, φυσικά, τον έρωτα και τα παρελκόμενα του και έτσι ακροβατώντας ανάμεσα στις γλυκές μπαλάντες , τις παραπονιάρικες bluesy κιθάρες, τα ορχηστρικά ξεσπάσματα και τις φωνητικές εκπλήξεις εκ μέρους της Tuulikki το αποτέλεσμα είναι ένα μεστό folk rock που ακούς με ευχαρίστηση. Ελπίζω, μόνο, πάνω στο πιο «εμπορικό» άνοιγμα της Tuuliki εδώ να μην έχει εγκαταλειφθεί η υπόθεση Nalle.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

V/A - "DABKE: SOUNDS OF THE SYRIAN HOURAN" (2012)


Dabke, αν το κατάλαβα καλά, σημαίνει κάτι σαν στέκεσαι στα πόδια σου και πρόκειται για ένα χορό από μαντραχαλάδες πιασμένους από τους ώμους, να χοροπηδάνε σαν κατσίκια, με τον μπροστάρη να κρατάει συνήθως ένα μαντίλι και να αυτοσχεδιάζει σε κινήσεις. Κάτι σας φέρνουν στο νου όλα αυτά, ε; Μόνο που στη Μέση Ανατολή αυτός ο χορός δεν είναι αποτέλεσμα μιας λίγο γλυκανάλατης και λίγο αδιάφορης, αν όχι εκνευριστικής, μουσικής, αλλά της ίσως πιο δυνατής και γεμάτης ενέργεια μουσικής του πλανήτη. Ο κύριος Mark Gergis, από την Sublime Frequencies, ο άνθρωπος στον οποίο οφείλει την φήμη του εκτός Συρίας ο Οmar Souleyman, ηχογράφησε Dabke κομμάτια από εφτά γάμους και μας τα προσφέρει σε αυτή την απογειωτική συλλογή. Οι ρυθμοί είναι, το λιγότερο, καταιγιστικοί, τα σόλο στα πνευστά ασταμάτητα, τα φωνητικά χαοτικά και γεμάτα κραυγές και echo, η τεστοστερόνη ξεχειλίζει από κάθε νότα, ντέφια, νταούλια και όλα τα λοιπά παραφερνάλια που στοιχειοθετούν ένα αυθεντικό πανηγύρι στην ανατολική μεσόγειο, βρίσκονται εδώ με τέτοια ένταση που δεν σου αφήνουν επιλογή παρά να τα ακολουθήσεις στο ασυγκράτητο παραισθητικό τριπάκι τους – πρόκειται για 40 λεπτά που ο ρυθμός παραμένει αμείωτος σε κάθε δευτερόλεπτο και παραμένει αποστομωτικά σκαρφαλωμένος σε μια τρελή κορύφωση ταχύτητας. Αν σας αρέσει ο Omar, σίγουρα θα σας αρέσει και αυτή η συλλογή. Αν πάλι δεν έχετε συμφιλιωθεί με τον ανατολίτη που κρύβεται μέσα σας, αν νομίζεται ότι χορευτική μουσική σημαίνει μόνο μπιτάκια, μπλιπλίκια ή γρήγορες κιθάρες, μάλλον δεν θα σας παρασύρει η ψυχεδελική ορμή αυτών των κομματιών – εσείς χάνεται.

((E A R))
((E Y E))