Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

NATHAN BOWLES - "NANSEMOND" (2014)

Ο Nathan Bowles δεν είναι ο μοναχικός αμερικάνος μουσικός που προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει ή έστω απλά να παίξει, παραδοσιακή μουσική του τόπου του με ένα banjo ή μια κιθάρα. Όχι. Αυτό είναι μόλις το δεύτερο προσωπικού album και δεν είναι γνωστός από αυτά. Είναι γνωστός από τους Pelt και τους Black Twig Pickers, από τις συνεργασίες του με τον Steve Gunn, με τον Glenn Jones και με τόσους άλλους. Αρέσκετε στο να παίζει με παρέα και να εξερευνά την ψυχεδέλεια του αυτοσχεδιασμού – κάτι που το κάνει με τρομερή απλότητα και αμεσότητα, λες κα παίζει μέσα από παρτιτούρες. Και φυσικά, δεν παίζει μόνο banjo. Παίζει κάθε είδους κρουστά, πιάνο, κτλ. Είναι, εν ολίγοις, πολυπράγμων και πολύ ταλαντούχος.
Στο πρώτο του solo δίσκο ο κ.Bowles ασχολήθηκε περισσότερο με την folk από τα Απαλάχια όρη – κοφτοί ρυθμοί, στακάτο παίξιμο, πολύ fingerpicking – εκεί όπου το τακούνι της δερμάτινης μπότας χτυπάει με ορμή και ταχύτητα το ξύλινο σκονισμένο δάπεδο, για να γίνω κομματάκι γλαφυρός – το πιάσατε το νόημα. Σε αυτό το δεύτερο solo (που παρεμπιπτόντως δεν είναι και τόσο solo, μιας και εμφανίζονται διάφοροι φίλοι και γνωστοί, σαν τον Tom Carter και τον Steve Kruger) πάει μερικά βήματα παρακάτω. Οι συνθέσεις ακούγονται σαν αυτοσχεδιασμοί μεν, αλλά πρέπει να είναι δουλεμένες αρκετά, μιας και χτίζονται σταδιακά στον χρόνο, σε ομόκεντρους κύκλους. Οι μελωδίες είναι υπόγειες, ο ρυθμός – στα περισσότερα κομμάτια – υπονοείτε, όλος ο δίσκος σου αφήνει την αίσθηση μιας βαθιάς διερεύνησης του είδους.
Από τον τίτλο του δίσκου, που κάθε άλλο παρά τυχαίος είναι (ψάξτε λίγο, τόσο δα, μην τα περιμένετε κι όλα στο πιάτο) από τους τίτλους των κομματιών, από την δομή του δίσκου, από την ροή των κομματιών, από το πιάνο - όποτε εμφανίζετε, που ακούγετε λες και ορμάει ξαφνικά το πνεύμα του Chris Abrahams - και από τα drone περάσματα, γενικά σε όλα του τα στοιχεία αυτός ο δίσκος δείχνει να έχει φτιαχτεί με ιδιαίτερη προσοχή· το αποτέλεσμα είναι, κοντολογίς, τέλειο.
Δεν ξέρω για ‘σας, μα εγώ με άνεση θα μπορούσα να ακούω τον Nathan Bowles ώρες ολόκληρες, δίχως να βαρεθώ δευτερόλεπτο, δίχως να μου δίνει την αίσθηση ότι επαναλαμβάνετε ούτε μία στιγμή.


((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

NOVEMBER 2014 : SEVEN DINOSAURS OF US AVANT ROCK DELIVER THE GOODS


Σε μια χρονιά που κατά την γνώμη μου η παραγωγή καλής ποιότητας άλμπουμ από νέες μπάντες / καλλιτέχνες από το ευρύτερο US avant rock πεδίο είναι ισχνότερη από ποτέ, υπάρχουν, ευτυχώς, μερικά πολύ αξιόλογα comebacks από τις παλιές καραβάνες του χώρου. Ιδού μερικά σημαντικά παραδείγματα επιστροφών – success stories :


Ξεκινώντας, πρέπει να σταθώ στην πολύ προσεχτική desert blues πρόταση της κ. Lyndia Lunch. Aν και το συγκεκριμένο στυλ είχε αποθεωθεί στα 90s από τους μετρ του είδους Steve Wynn, Gallon Drunk,Nick Cave, Mark Lanegan και τους λοιπούς αστέρες του τότε κραταιού στην Ελλάδα Fractal Press, η σκοτεινή punk ντίβα από την Νέα Υόρκη χιλιάδες χλμ μακριά από την έρημο, στο "Fistful Of Desert Blues" έχει το ποιητικό βάθος και την βιωματική εμπειρία για προσδώσει στις πικρές και σκοτεινές μπαλάντες την απαραίτητη δόση σκληρότητας, απόγνωσης και ερημίτικης μοναξιάς. Ταυτόχρονα, η φωνή της, ταλαιπωρημένη, αγωνιώδης, ερωτική, έχει γρεζάρει ένα κλικ παραπάνω από την τελευταία φορά που την άκουσα, σε βαθμό που σε συνδυασμό με την εμπειρία της μεγάλης ηλικίας της την τοποθετεί πια σχεδόν δίπλα από την πελώρια σκιά του Johny Cash επί American recordings. Aπό κοντά ακολουθεί και το σποραδικό, αραχνοειδές κιθαριστικό στυλ του Grove γεμάτο υποχθόνια southern slides, άτονα ξεσπάσματα και σπαρακτικές μελωδικές ακολουθίες, όλα δοσμένα στην σωστή δόση σε μια παραγωγή που φτάνει το επίπεδο του sound design ενός soundtrack. Συνολικά, η παράφορα αλήτικη προσέγγιση των δύο στο κορεσμένο μουσικά είδος καταφέρνει τελικώς το στόχο της : να με παρασύρει αβίαστα και ατμοσφαιρικά στην σκοτεινή πλευρά του έρωτα, θέμα κλασσικό σε κάθε σοβαρό desert blues πόνημα.

Άλλη μια παλιοπαρέα που έδωσε τον καλύτερο εαυτό της φέτος είναι οι αγαπημένοι μου Pere Ubu με καλλιτεχνικό καθοδηγητή πάντοτε τον τρελάρα David Thomas. Ο τύπος πρέπει να βρίσκεται συνεχώς στην πρίζα, αφού η μπάντα προσχώνεται με κάθε καινούργιο άλμπουμ σε όλο και πιο απάτητα, ερεβώδη, πειραματικά μουσικά έλη. Το φλέρτ με τον ηλεκτρονικό θόρυβο και τα post-industrial ηχότοπια είχε ξαναπάρει τα πάνω ήδη από το άψογο Lady From Shangai πέρσι, αλλά εδώ στο θεματικό κύκλο τραγουδιών που αποτελεί το “Carnival of Souls” , βρίσκεται στο απόγειο του. Το ξεκίνημα του άλμπουμ είναι ψαρωτικό, με βίαια κιθαριστικά riffs, συντριπτικά drums και κλασσική Pere Ubu αυτοκαταστροφική μελωδική γραμμή, σαν η μπάντα να θέλει να υπογραμμίσει ότι αν θέλει έχει ακόμα ένα κολασμένο, vτελιριώδες post-punk ξέσπασμα στο τσεπάκι της. Από εκεί και μετά, σταδιακά οι ενορχηστρώσεις εμπλουτίζονται με ψυχεδελικά theramins, δυσαρμονικά κλαρινέτα και πίπιζες, μυστηριώδεις λούπες, προωστικά ρυθμικά beats. Όλα ακούγονται δύστροπα και απόμακρα, αλλά την ίδια στιγμή σουρεαλιστικά οικεία, όπως μόνο αυτοί ξέρουν να κάνουν. O ηχητικός καμβάς που στήνουν έτσι, σε μαγνητίζει και σε στροβυλλίζει από κομμάτι σε κομμάτι σε μια κατάδυση στο εσωτερικό έρεβος που κρύβει ο παράξενος κόσμος του ερμηνευτικά αξεπέραστου Thomas, στην καρδιά ενός πρωτόλειου American darkness.


Kι αν από τους Pere Ubu δεν αποτελεί έκπληξη μια ποιοτική δουλειά, η θριαμβική επιστροφή των post- punk θρύλων Chrome με άφησε με το στόμα ανοικτό και τα αυτιά να αιμορραγούν από το μπριζομένο sci-fi κεραυνό του “Feel It Like A Scientist” . Ο Helios Creed, ένας hard rockin’ 58οχτάρης , καυτός και έτοιμος όσο δύο 25άρηδες, είναι σε φοβερή φόρμα. Η κιθάρα του είναι πνιγμένη κάτω τόνους βδελυρού διαπλανητικού πλαγκτόν και επιδίδεται σε ένα σεληνιασμένο κοσμικό boogie που έρχεται από τις πιο ηδονικές (μαύρες) τρύπες αυτού του γαλαξία. Προσθετικά, το στακάτο drumming έρχεται να σκάσει πάνω στα πιτσαρισμένα, μεταλλαγμένα ηλεκτρονικά εφέ που σκάνε από κάθε συμπαντική κατεύθυνση και χτίζουν τον χαρακτηριστικό Chrome ήχο. Η μαγκιά τους είναι ότι, όπως οι αγαπημένοι space metallers Voivod, μπορούν να ξεγλιστρούν αλώβητοι μες την εξωγήινη τους αλλοφροσύνη ανάμεσα σε διάφορα παρακλάδια του rock -gothic, hard rock, industrial, punk, electro – και διατηρούν αυτή την cybertronic ηλεκτρομαγνητική ενέργεια στο μάξιμουμ. Mια ενέργεια που περικλείει τα ιδία περίπου kilojoules όσα εκτοξέυσαν και οι πρόσφατοι Swans.

Φοβερές στιγμές εμπνευσμένης υπόγειας math rock ενέργειας απόλαυσα και στο αριστουργηματικό “Chills On Glass” των Dead Rider. Προσωπικό ουσιαστικά project του Todd Rittmann κιθαρίστα των υπερ-υποτιμημένων alt rockers US Maple από το μεταμοντέρνο Σικάγο. Δηλώνω ένοχος υπεροψίας και ασχετοσύνης που δεν είχα ακούσει τα δύο προηγούμενα άλμπουμ των Dead Rider.Πάλι καλά που επανακυκλοφόρησε το ντεμπούτο-διαμάντι των US Maple φέτος και τους πήρα χαμπάρι. O ήχος τους είναι συγκέρασμα διαστρεμμένου jazz rock στην σχολή Captain Beefhaert με τα υποχθόνια γωνιώδη κιθαριστικά μοτίβα του Rittmann να αγκιστρώνουν από τον γιακά, κατηφούς και λασπώδους US alt rock που φέρει όλη την χυδαιότητα των Butthole Surfers και την ανωμαλία των Jesus Lizard, σάπιου βιομηχανικού post-noise που ακουμπά τον σημερινό ήχο των Wolf Eyes, μπασάτου σχεδόν αισθησιακού electro-rock που είχα να ακούσω από την εποχή του “Cruise Yourself” των Girls Against Boys και μελωδικά πνιγηρού πειραματικού indie pop με όλη των ιδιαίτερη δυναμική των πρώτων Liars. Όπως καταλαβαίνεται, σχήμα είναι ένα αχαλίνωτα, πολυσυλλεκτικό post-rock εργαστήρι που με κάποιο τρόπο ο Rittman το κατευθύνει ώστε το όλο πειραγμένο σύνολο να ακούγεται αυθεντικά περίεργο και δύστροπο όσες φορές κι αν πάτησα το repeat. Μια μοναδική πρόταση που πολλοί παροπλισμένοι post-rockers του Σικάγο θα ζηλέψουν.

Με ακόμη μεγαλύτερη διάθεση για θόρυβο, σύγχυση και αποπροσανατολισμό συγκροτήθηκε το noise supergroup Dan l Boone. Mέλη τους ο noise freak Alexander Moskos (Aids Wolf, Drainolith), o πολύς Nate Young (Wolf Eyes φυσικά) , ο underground guitar hero Neil Hagerty(πρώην Royal Trux φυσικά, φυσικά) και οι Charles Ballas που είναι μαζί με τον Hagerty στους αποδομηστές του rock’n’roll Howling Hex. O ήχος τους εξεπίτηδες και καθεαυτού πολύπλοκος έως χαοτικός. Σε πρώτη φάση, ακούγονται σαν αυτοσχεδιάζουν και οι τέσσερις ταυτόχρονα προς τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις. ‘Άλλος τραγουδά κάτι σαν παραπονιάρικα blues ή μονολογεί ακατάληπτα, άλλος ξερνά καυτό κιθαριστικό feedback , άλλος να εκτοξεύει άτονα συγκρουσιακά power electronics και άλλος πλέκει ψιλοβελονιά ηλεκτρονικές ψυχεδελικές ακολουθίες άρρυθμες και τραχιές. Σε δεύτερη φάση, όμως, μετά από μερικές ακροάσεις, αφού πρώτα η προσοχή μου διασπάστηκε σε χίλια σημεία, αρχίζω υποσυνείδητα να απορροφώμαι μέσα στον χαοτικό κόσμο τους. Κι αυτό, μάλλον, αποτελεί απόδειξη της αφανούς δουλειάς που έχει πέσει για το project από τους τέσσερεις ώστε να δημιουργήσουν κάτι τόσο δύσπεπτο και στριφνό. Σε κάνει να αναρώτησε συνεχώς αν αυτό που ακούς έχει έστω την παραμικρή λογική βάση ή αν είναι όντως αποκύημα των πλέον ανώμαλών μουσικών μυαλών στην άλλη πλευρά του ατλαντικού. Tελικά, καταφέρνουν να σε αιχμαλωτίσουν νοητικά μες την άτονη θορυβώδη μουσική τους παράνοια με ένα τρόπο, που μόνο στους διαλυμένους πια Το Live and Shave In LA έχω βιώσει ξανά.

Πάνω που είχα κολλήσει με τους Dan’l Boone, παίρνω χαμπάρι ότι η πρώην σύντροφος και συνεργάτης του Hagerty στους Royal Trux, η απόλυτη avant garde rock γκόμενα Jennifer Herrema, τρέχει το δικό της project Black Bananas και είπα να τους τσεκάρω. Και ουάου τι αποκάλυψη! Δισκάρα! Όπως, οι Royal Trux στα 90ς αποδομούσαν και αναμόρφωναν με τον ιδιαίτερα σκαμπρόζικο τους τρόπο το classic 70s rock, έτσι και αυτό το παρεάκι της Herrema έχει βαλθεί να ξεσκίσει το αυτό το εμετικό 80s FM/AOR/sleaze rock που τόσο έχω μισήσει στην πρώτη μου νιότη ως μεταλλάς, χωρίς να αφήνει το εξίσου αναγουλιαστικό ρομποτέκ 80s synth pop εκτός της αισθητικής επίθεσης. Oι δομές του αυτών των εύπεπτων στυλ είναι η βάση για τις πιπεράτες συνθέσεις που ενσωματώνουν στοιχεία και πιο σύγχρονες τάσεις όπως το chillwave και το electro-rock. To τελικό αποτέλεσμα, βέβαια, φέρει την υπογραφή της Herrema : αλήτικο, φθαρμένο, ανατρεπτικό rock με σουβλερά hooks και μια έμφυτη τάση για λειτουργικούς πειραματισμούς με ότι της φαίνεται ενδιαφέρον. Μόνο που αυτήν τη φορά, έχει δώσει βάση τόσο στην παραγωγή που έχει πια περάσει από το βρώμικο lo-fi σε ένα φουτουριστική γυαλιστερό hi-fi, καθώς και στην χρήση synthizers και ηλεκτρονικών beats που προσθέτουν ηχητικό βάθος και φρέσκα ηχοχρώματα. Όμως, πιστεύω, αυτό που κάθιστά το Rad Times Xpress IV κορυφή είναι ότι έχει καταφέρει να συνδυάσει τόσο πολλά διαφορετικά μουσικά συστατικά μαζί με μια χαρακτηριστικά cool, χαλαρή και ασόβαρη διάθεση που μόνο με την Herrema στο πηδάλιο μπορεί αβίαστα να βγει.

  Τέλος, αν γουστάρετε κάτι τελείως απερίσκεπτα κεφάτο ακούστε το άλμπουμ επιστροφή των Half Japanese με τίτλο που δεν φανερώνει την διάθεση των αδερφών Fair για ανεπιτήδευτο ξεφάντωμα. “Overjoyed” λοιπόν, και όπως τραγουδά δύο διαφορετικές φόρες στο άλμπουμ ο Jad Fair ετοιμαστείτε να βουτήξετε σε μια λίμνη από σοκολάτα! Σε μια κλασσική περίπτωση δεύτερης νιότης ο συμπαθής 60άρης από το Maryland έχει βαλθεί να ξεπεράσει ακόμη και τον Σάκη Ρουβά στην σχετική διαφήμιση ως χορηγός θετικής ενέργειας. Με την βοήθεια του John Dieterich στην παραγωγή, οι αγαπημένοι «μισογιαπωνέζοι» αποχαιρετούν τον art punk lo fi ήχο για ένα πιο ακόμα πιο εξωστρεφές φαζαριστό indie rock με σαφές αναφορές στο ΝΥ cool garage rock των Velvet Undeground ή την πιο sexy εκδοχή τους, τους Modern Lovers. Eδώ, όμως, δεν θα ακούσεις ιστορίες για ναρκωτικά και καταραμένους έρωτες. Αντίθετα, κυριαρχεί παντού ένα παιδιάστικο αισιόδοξο μήνυμα για την δύναμη του αληθινού έρωτα, την υπεροχή των chocolate cakes έναντι του αλκοόλ και την δυνατότητα όλων μας μετατραπούμε σε ένα λαμπερό αστεράκι αν το προσπαθήσουμε. Κι αν στο χαρτί αυτά μοιάζουν ανόητα και αφελή, όταν τα ακούς μέσα σε αυτό το απολαυστικό μείγμα από κουδουνιστές κιθάρστικές μελωδίες, ξυραφένια riffs, δυνατά grooves και τουλάχιστον ιδιόρρυθμα φωνητικά δεν μπορείς παρά να παρασυρθείς στην καινοφανή χαρούμενη ηλιθιότητα των Half Japanese. Ναι, κάνε το βήμα και κυλίσου μαζί τους στην μεγάλη κολλώδη εφηβική ροζ τσιχλόφουσκα που σκαν μες τα μούτρα σου με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο!

 

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

MIKE & CARA GANGLOFF - "BLACK RIBBON OF DEATH, SILVER THREAD OF LIFE" (2014)


Μέλος των Pelt και των Black Twig Pickers ο κ. Gangloff έχει συμμετάσχει σε ουκ ολίγες κυκλοφορίες, εκ των οποίων το περσινό προσωπικό του δημιούργημα “Poplar Hollow”, τη συνεργασία του με τον Steve Gunn (Melodies Of The Savage Fix) και ετούτη εδώ, μαζί με την γυναίκα του, επίσης μέλος των Black Twig Pickers. Η μουσική που ξεδιπλώνεται σε αυτό το album δεν θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό από απλή και καθαρή αμερικάνικη folk. Από την Α capella εκδοχή του O Death του Charlie Patton, με το οποίο ανοίγει ο δίσκος, την διασκευή του περίπου αναγεννησιακού κομματιού της Νέας Αγγλίας David's Lamentation, μέχρι τα καθαρά κομμάτια της Appalachian folk, με το βιολί και το banjo – σαν τα δύο πρώτα Black Ribbon και το Cherry River Line, το ζεύγος Gangloff μένει προσηλωμένο στη μουσική παράδοση της Αμερικής, αποδίδοντας την με τον καλύτερο τρόπο.
Το Black Ribbon Of Death, Silver Thread of Life στέκεται κάπου ανάμεσα στους Pelt και τους Black Twig Pickers. Δεν είναι ακριβώς αυτοσχεδιαστικό, ούτε τόσο ψυχεδελικό και επίσης δεν σε προκαλείς να κοπανάς τα χέρια σου, ούτε να βγάζεις κραυγές σαν κλασσικός γελαδάρης, μα από την άλλη είναι όλα αυτά μαζί. Με άλλα λόγια, αν και τα κομμάτια έχουν διαφορετικό ύφος μεταξύ τους, καταφέρνουν να δημιουργούν ένα σύνολο που σε κρατάει μέχρι τέλους μιας και δεν είναι καθόλου κουραστικό, επαναλαμβανόμενο, επιτηδευμένο. Α, και να μην το ξεχάσω, στο ζεύγος έχουν απίθανες φωνές που δένουν τελεία αυτό που παίζουν.
Τυχαίνει τελικά όλοι οι μουσικοί αυτής της κολεκτίβας που ξεκινάει με τους Pelt και απλώνεται σε πολλούς κύκλους, να είναι πρώτης κλάσης. Να ξέρουν τι θέλουν να κάνουν και να μπορούν να κάνουν άψογα. Από τους μοναδικούς και απολαυστικούς αυτοσχεδιασμούς τους και τα ψυχεδελικά τους drone, μέχρι την παραδοσιακή μουσική του τόπου τους, όλοι τους γνωρίζουν τέλεια πώς να χειριστούν την κάθε ιδέα που έχουν, το κάθε είδος με το οποίο καταπιάνονται. Είδατε, αν δεν είναι κάποιος κολλημένος και αγαπάει αυτό που κάνει…

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

THE TERMINALS - "SINGLES & SUNDRIES" (2014)


Εντάξει, δεν υπάρχουν και πολλά να ειπωθούν για αυτή τη συλλογή. Ούτε το βιογραφικό των The Terminals θα αραδιάσω εδώ – σε ποιες άλλες μπάντες συμμετέχουν οι μουσικοί που τους απαρτίζουν ή το πόσο σημαντικοί ήταν για την σκηνή της Νέας Ζηλανδίας ή για τον μοναδιαίο τους ήχο – για όλα αυτά μπορείτε να βρείτε αρκετές σελίδες στο internet που τα αναφέρουν όλα αναλυτικότατα. Ούτε φυσικά θα αρχίσω να εκθειάζω τους δίσκους τους μέσα στα 90’s, με τις χαρακτηριστικές κοφτές και επιθετικές κιθάρες, το κάθε κομμάτι που είναι μια ευθύβολη ρήψη ενέργειας και μελωδίας.
Όχι. Το μόνο που θα πω για αυτή την κυκλοφορία – που περιέχει μερικές από τις καλύτερες στιγμές της μπάντας – είναι πως ξεκινάει με ένα από τα πιο γνωστά τους κομμάτια (The Deadly Tango), ή έστω πιο γνωστό σε ‘μένα, που θυμάμαι πως με είχε ξετρελάνει τότε, στα τέλη του ’90 και δεν περίμενα να μου αρέσει το ίδιο και τώρα – μιάμιση δεκαετία και βάλε μετά. Τότε, εξάλλου, δεν είχα μεγάλο εύρος ακουσμάτων, τα αυτιά ήταν κάπως παρθένα και στην ποιότητα και στην ποσότητα, και ομολογώ ότι τα περισσότερα πράγματα που άκουγα τότε τώρα με αφήνουν αδιάφορο ή τα βρίσκω τουλάχιστον βαρετά. Όχι όμως αυτούς εδώ. Τώρα που τους ξανακούω η γνώμη μου δεν αλλάζει καθόλου. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο αυτό που είχαν κάνει: το μπόλιασμα των pop μελωδιών σε έναν σκληρό και κάπως punk ήχο, πλούσιο όμως σε αυτοσχεδιασμούς και θορυβώδη ξεσπάσματα.
Στο μυαλό μου, λοιπόν, συνεχίζουν να στέκονται δίπλα στους Fugazi – χωρίς να έχουν και πολλές ομοιότητες στον ήχο, ούτε φυσικά στους στίχους, νομίζω πως η μουσική τους ακολούθησε μια παράλληλη πορεία. Ακόμη και στο τέλος. Στο ήπιων τόνων, ζεστό και εσωστρεφές The Last Days Of The Sun (που απουσιάζει εντελώς από αυτή τη συλλογή), μπορεί κάποιος να βρει αναλογίες αντίστοιχες με το λιτό, χωρίς ουρλιαχτά και εντάσεις, The Argument των Fugazi.
Αλλά μην ακούτε έμενα. Κατεβάστε την δισκογραφία τους και τοποθετήστε την στον φάκελο που έχετε τις κλασσικές και αγαπημένες κυκλοφορίες. Εκεί, άλλωστε, είναι η θέση των The Terminals.


((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

RICHARD YOUNGS - "RED ALPHABET IN THE SNOW" (2014)


Για τον Richard Youngs έχουμε γράψει πολλές κριτικές σε αυτό το blog – αποτελεί έναν από τους πιο αγαπημένους μας μουσικούς. Μέσα σε δυόμιση περίπου δεκαετίες έχει καταφέρει, ο άτιμος, να δημιουργήσει ένα κάρο κυκλοφορίες· σε βαθμό που, και ο πιο μεγάλος του fan, εύκολα χάνει την μπάλα. Πολλές από αυτές είναι καλές, κάποιες είναι μέτριες, κάποιες το πολύ ενδιαφέρουσες, κάποιες κακές. Τα τελευταία δύο- τρία χρόνια έχει επιδοθεί σε έναν ανεξήγητο μαραθώνιο με στόχο να ηχογραφήσει σε όλα τα είδη μουσικής. Pop, noise, dub, Techno, κοκ. Αυτή η προσπάθεια, όσο respect κι αν είναι σαν σκέψη, δεν έχει αποδώσει πάντα καρπούς. Ναι, υπάρχουν μερικοί δίσκοι υπέροχοι (όπως το Valley Of Ultrahits) όμως οι περισσότεροι είναι μέτριοι, ίσως και κακοί – σε βαθμό εκνευριστικό. Σε βαθμό που να σκέφτεσαι, καλά όλα αυτά ρε αγόρι μου, αλλά δεν πιάνεις πάλι την κιθάρα και την folk, που την ξέρεις και την κατέχεις; Γιατί σε αυτό, στη βρετανική folk και στην ακουστική κιθάρα, όπως και να το κάνουμε, είναι από τους κορυφαίους της εποχής μας.
Ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελείται μόνο από δύο κομμάτια. Στη βάση τους instrumental, στη βάση τους μόνο με κιθάρα. Το ύφος; Αυτό στο οποίο μας έχει συνηθίσει από την εποχή της Jagjaguar: Λιτές μελωδίες που επικαλύπτονται μεταξύ τους, δοσμένες μέσα από ασυγχρόνιστες λούπες, φαινομενικά παράταιρες. Η ακουστική κιθάρα παίρνει πάλι τον πρώτο λόγο και χτίζει έναν ατμοσφαιρικό, ζεστό και καθαρά βρετανικό ιστό – όχι τόσο συναισθηματικό, μα περισσότερο ψυχεδελικό με μια πολύ υπόγεια ροή των υπόλοιπων εγχόρδων που χρησιμοποίει (banjo και sitar – για παράδειγμα). Όλα βέβαια ακολουθούν μια κυκλική πορεία, λες και τα κομμάτια αναπνέουν, μέσα από τις ανεξάντλητες λούπες του Youngs, που συνεχώς εμπλουτίζονται, όλο και πιο ασυγχρόνιστα και ταυτόχρονα διαολεμένα συγχρονισμένα. Κάπου, μέσα στα 17 περίπου λεπτά που διαρκεί το κάθε κομμάτι, εμφανίζονται κρουστά ή οι λούπες σταματάνε στιγμιαία για μια απλή μελωδία ή κάπου ακούγονται φωνητικά, μια φλογέρα – γενικά, αν και πεισμωμένα επαναλαμβανόμενα, τα δύο αυτά κομμάτια έχουν παραδόξως μια progressive πορεία – εναλλαγές που αρμόζουν άλλωστε στην βρετανική folk.
Είναι αλήθεια, αυτό το ιδιωματικό folk πράμα που μπορεί να παίξει μόνο αυτός, είναι τόσο μοναδικό, παραισθητικό και απολαυστικό που δύσκολα ξεκολλάς από πάνω του. Είτε σε δίσκους του παρελθόντος (όπως τα May, The Naive Shaman, Autumn Response, Under Stellar Stream) είτε σε κυκλοφορίες σαν αυτό το ταπεινό 12’’. Και, προσωπικά, δεν το χορταίνω, ούτε το βαριέμαι. Τουναντίον, θα έλεγα.



((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

XYLOURIS WHITE - "GOATS" (2014)


Kάλιο αργά παρά ποτέ! Με την παρούσα συνεργασία η κρητική μουσική, μια έκφανση της παραδοσιακής ελληνικής μουσικής, τρώει ένα σκαμπιλάκι στα οπίσθια που μάλλον έπρεπε να το είχε γευθεί καιρό τώρα. Μεταμορφωμένη, εδώ, η ως μια τίμια ethno/psych μουσική πρόταση μπορεί πια να αναμετρηθεί στα ίσια με άλλες παρόμοιες προσπάθειες όπου ξένες παραδοσιακές φόρμες έχουν αποτελέσει πεδίο έμπνευσης για πολλούς πειραματιστές.

‘Oπως παλιότερα o Arto Lindsay με το fado, οι Sun City Girls με την ινδική, μεξικανή, αραβική κτλ o Haino με την γιαπωνέζικο Noh και φυσικά πάμπολλοι βρετανοί με την δική τους folk, έτσι και ο Ψαρογιώργης - γιός του superstar της Κρητικής μουσικής Ψαραντώνη- την βλέπει αλλιώς και κοιτάει να απλώσει το ερμητικό, λακωνικό ύφος των παραδοσιακών ριζίτικων δρόμων πέρα από τα Όρη και τα βουνά της λεβεντογέννας. Συνοδοιπόρος του σε αυτό το πρωτοπόρο μουσικό ταξίδι ο ελληνικής καταγωγής / αυστραλιανής υπηκοότητας αεικίνητος δαμαστής των κρουστών και των κυμβάλων Jim White. Και η χημεία μεταξύ τους είναι απολαυστική. Κατ’ αρχήν, ατομικά, Ξυλούρης, ο αναδεικνύεται σε μέγα μάστορα του λαούτου. Μιλάμε για βιρτουόζο. Το παίξιμο του είναι ευρύ και ευφάνταστο, στιγμές απότομο, κοφτό, σχεδόν post- punk, άλλοτε λυρικό, μελωδικό και ανοικτό σαν μια φωτεινή εκδοχή του John Fahey πνιγμένη στο κρητικό λάδι. Από την άλλη, Ο White, όπως έχει κάνει με επιτυχία στο παρελθόν σιγοντάροντας των Warren Elis στους Dirty Three, συμπεριφέρεται ιδανικά σε ένα τόσο ευαίσθητο γητευτή εγχόρδων όπως ο Ξυλούρης. Γνωρίζει πότε να επιταχύνει και να κλιμακώσει με βαθειά κυκλωτικά χτυπήματα, πότε να παίξει αλαφροπάτητα ώστε να αφήσει χώρο να ξεδιπλωθούν οι περιπαικτικές μελωδίες του λαούτου.

Τα περισσότερα κομμάτια, βασίζονται βέβαια σε μια βασική μουσική ιδέα παρμένη από την παράδοση σαν την σούστα και το συρτό αλλά στην πορεία μεταλλάσσονται με ελεύθερο πνεύμα σε μικρές εκρήξεις εμπνευσμένων ανατροπών στην φόρμα, κρατώντας τον συναισθηματικό κορμό του αυθεντικού ακέραιο όμως. Γ ι αυτό και το πείραμα είναι πραγματικά επιτυχημένο. Δεν αναλίσκεται σε αντιφορμαλιστικές αυτοσχεδιαστικές εμμονές που τελικά δεν κρατούν το ενδιαφέρον. Ιδανικά, δεν χρησιμοποιούν απλά την Κρητική μουσική ως όχημα πειραματισμού, αλλά την εντάσσουν σε λιγάκι διαφορετικό πλαίσιο ώστε να μπορεί πάντοτε να αναπνέει τον ιδιαίτερο παθιάρικό μεσογειακό της αέρα. Και όταν προς το τέλος του άλμπουμ, μπαίνει αναπάντεχα και το ριζίτικο τραγούδι στο κόλπο με στίχο που εγκωμιάζει τους ποταμούς και τα δάση του αγαπημένου τόπου των δύο πολυταξιδεμένων μουσικών, δεν μπορείς παρά να συμπάσχεις κι εσύ με τον ειλικρινή νόστο του ξενιτεμένων κοπελιών.

Y.Γ. ...έχει και Guy Piccioto στην παραγωγή έτσι για να πωρώνομαστε οι φουγκαζικοί!

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

SUPERSILENT - "12" (2014)


Οι Supersilent είναι μια μπάντα που δεν είναι μπάντα. Παίζει κομμάτια που δεν είναι κομμάτια. Γράφει μουσική, δίχως να έχει τίποτα γραμμένο. Είναι ένα τρίο γρίφος.
Από το 1998 και τις πρώτες τρεις κυκλοφορίες του, οι Arve Henriksen, Ståle Storløkken και Helge Sten όταν βρίσκονται σαν Supersilent δεν μιλάνε καθόλου για μουσική, δεν ανταλάζουν απόψεις, δεν έχουν σημειώσεις· τίποτα προετοιμασμένο – παίζουν έναν καθαρό αυτοσχεδιασμό. Οι δίσκοι τους ονομάζονται μόνο με αριθμούς, τα εξώφυλλα του Kim Hiorthoy είναι όσο πιο απλά γίνεται (μόνο το χρώμα και ο αριθμός αλλάζει δηλαδή σε κάθε νέο album) – τα πάντα γύρω τους καλύπτονται με μυστήριο και με μια στενοκέφαλη, θαρρείς, αφαιρετικότητα. Όσο για την ίδια την μουσική τους; Ε, όποιος έχει ακούσει ξέρει: αν και δεν έχει εξάρσεις και εντάσεις, αν και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως γενικό ηχητικό χαλί, είναι τόσο ιδιότυπη και επιβλητική που ή σε πιάνει από τα μαλλιά, ή σε αφήνει εντελώς αδιάφορο – φυσικά οι όποιοι μουσικοί χαρακτηρισμοί και κατηγοριοποιήσεις για τον ήχο τους είναι πλήρως άστοχοι και άκυροι.
Το 12ο album τους λοιπόν έρχεται 4 χρόνια μετά το 11ο. Έχει προκύψει από 3 διαφορετικά session του 2011 – δεν ξέρω γιατί άργησαν τόσο να το κυκλοφορήσουν. Ο στεγνός και συμπαγής τους ήχος βέβαια παραμένει ίδιος: οι στιγμές της απόλυτης ησυχίας παίζουν τον δικό τους ρόλο πάνω στους αυτοσχεδιασμούς, τα βαριά drones, όποτε δεν σχηματίζουν μια απόκοσμη ατμόσφαιρα, συνθέτουν παραισθητικές αρμονικές, η τρομπέτα εμφανίζεται που και που σαν αυλός που γοητεύει φίδια με αργόσυρτες μελωδίες, κάποια beat σκόρπια ανάμεσα στα κομμάτια, ο ήχος του πιάνου επίσης. Η ροή των κομματιών είναι στιγμές που σε αποκοιμίζει, στιγμές που ακούγεται σαν τρελός εφιάλτης, στιγμές που γλυκαίνει λες και πάει να γίνει μελόδραμα - κοντολογίς η μουσική των Supersilent παίζει με τα αυτιά σου.
Τώρα οι διαφορές με τις υπόλοιπες κυκλοφορίες; Τι να πω. Οι περισσότεροι ψυχροί βόμβοι του Helge Sten ίσως, με πολλά σημεία να θυμίζουν τις κυκλοφορίες του ως Deathprod; Η μικρότερη συμμετοχή της τρομπέτας και γενικά τα λιγότερα σημεία δομής που σε κάποια τους album έκαναν κάπου-κάπου την εμφάνιση τους; Η ουσία βέβαια είναι αναλλοίωτη, ένα από τα 13 κομμάτια να ακούσεις καταλαβαίνεις αμέσως πως πρόκειται για Supersilent.
Ε, για το επόμενο ας μην περάσει τετραετία πάλι, εντάξει παλικάρια;



((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

ROBERT SCOTT Ft. TINY RUINS - "THE GREEN HOUSE" (2014)


Ο έρωτας και ο βήχας (και δη ο τσιγαρόβηχας, μιλάω εκ πείρας) ως γνωστόν, δεν κρύβονται. Και ομολογώ πως ποτέ δεν προσπάθησα να κρύψω το μεγάλο μου έρωτα για τη μουσική σκηνή της Νέας Ζηλανδίας. Σχεδόν ότι έχω ακούσει από αυτό το μικρό και απομακρυσμένο σημείο του πλανήτη ανά τα χρόνια είναι αριστούργημα. Από πού να αρχίσει κανείς και που να τελειώσει – μια αστείρευτη ποσότητα από μπάντες και κυκλοφορίες με μια αποστομωτική ποιότητα σε μελωδίες, πειραματισμούς, τραγουδοποιία.
Σε αυτά τα αριστουργήματα συγκαταλέγεται, με ευκολία, το καινούργιο πόνημα του Robert Scott. Για όσους δεν τον γνωρίζουν πρόκειται για έναν βετεράνο της σκηνής – κιθάρα στους The Bats, μπάσο στους The Clean. Από τα προσωπικά του album, νομίζω πως το φετινό είναι ίσως το καλύτερο. Κιθαριστική pop μουσική, με πολλά επίπεδα στις μελωδίες, με μια γλυκόπικρη αίσθηση - μια ακροβασία ανάμεσα στη μελαγχολική χαρά και την ανάλαφρη λύπη στην ατμόσφαιρα - με αρκετό βάθος στον ήχο· μα ταυτόχρονα αρκετά απλό και λιτό. Οι περισσότερες συνθέσεις είναι βασισμένες μόνο στην ακουστική κιθάρα – αν και δεν λείπουν οι πλήρεις ενορχηστρώσεις, με drums, πιάνο, πλήκτρα και όλα τα συναφή. Τα κομμάτια στα οποία συμμετέχει στα φωνητικά η Tiny Ruins, έχουν μια απροσδόκητη ζεστασιά και αμεσότητα και δίνουν το κάτι παραπάνω στο σύνολο. Σε γενικές γραμμές είναι οι πολύ συνεκτικές και καθαρές μελωδίες που κάνουν αυτή τη συνηθισμένο pop να ακούγεται τόσο ευχάριστα και στο repeat.
Δεν ξέρω τι στο διάολο γίνεται εκεί, στη Ν. Ζηλανδία, και ιδίως στο Dunedin και το Christchurch. Πως δηλαδή καταφέρνουν να έχουν έναν πολύ συγκεκριμένο ήχο όλες περίπου οι κυκλοφορίες, από τις πιο ακραίες noise μέχρι τις πιο απλές pop, οι κιθάρες να είναι τόσο κοφτές και ταυτόχρονα με γεμάτο ήχο, οι μελωδικές γραμμές τόσο έντονες και διαπεραστικές. Τελευταία έχουν βγει στην πιάτσα πολλές επανακυκλοφορίες από τα ιερά τέρατα της σκηνής και ιδίως της Flying Nun. The Bats, The Verlaines, The Clean, κτλ – ένας απίστευτος κατάλογος μουσικών διαμαντιών από τις δεκαετίες ’80 και ’90. Θα έλεγε κανείς πως τότε ήταν η χρυσή εποχή της Ν. Ζηλανδίας και μάλλον θα έχει δίκιο, όμως, τελικά, βγαίνουν συνεχώς αξιοπρόσεκτοι δίσκοι από εκεί – η παραγωγή δεν έχει σταματήσει ποτέ και υποθέτω πως δεν θα σταματήσει.
Υ.Γ. Αν κάποιος έχει καμιά άκρη για εκεί, κάποιον γνωστό, συγγενή, οποιονδήποτε που να προσφέρει εργασία ας επικοινωνήσει μαζί μου. Είμαι τόσο πωρωμένος που διατίθεμαι να φύγω και αύριο το πρωί.


((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

IGNATZ & DE STERVENDE HONDEN - "TEENAGE BOYS" (2014)

Ένας από τους καλύτερους κιθαρίστες των τελευταίων χρόνων – και καλύτερος όχι γιατί έχει μια τρομερή και φοβερή τεχνική, όσο γιατί έχει καταφέρει να δημιουργήσει τον δικό του, εντελώς δικό του, ήχο – αφήνει τις solo ηχογραφήσεις και με την συνοδεία των De Stervende Honden (τι σημαίνει τούτο ιδέα δεν έχω – τα φλαμανδικά μου είναι τόσο καλά όσο τα οικονομικά του κράτους) δημιουργεί έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς.
Η αλήθεια είναι ότι ο Ignatz είχε αρχίσει να επαναλαμβάνεται. Ναι, σαφώς και το ιδιότυπο ύφος του ήταν και είναι ξεχωριστό – η ξεκούρδιστη κιθάρα, τα παράφωνα ακόρντα, οι ασυγχρόνιστες μελωδίες· ότι τέλος πάντων θεωρείτε γενικά λάθος στα χέρια του γίνεται, μαγικά σχεδόν, σωστό – και, ναι, οι πρώτοι δίσκοι του, ιδίως τα “ΙΙ”,“ΙΙΙ” και γενικά μέχρι το “I Hate This City” είναι κοντολογίς αριστουργήματα, μα από τότε περίπου και μετά άρχισε να κοπιάρει τον εαυτό του, ο ήχος του κατάντησε κάτι σαν μανιέρα, φαινόταν ότι χρειαζόταν κάτι να του δώσει μία καινούργια ώθηση και αυτό βρέθηκε τελικά στους De Stervende Honden. Μαζί με αυτούς λοιπόν χτίζει με έναν απολαυστικά υπέροχο τρόπο 5 μεγάλης διάρκειας ψυχεδελικά κομμάτια. Και πρέπει να ομολογήσω ότι δεν φανταζόμουνα ποτέ τον Ignatz να παίζει σε μπάντα, την κιθάρα του να πλαισιώνεται με κάτι περισσότερο από τις βραχνές παραμορφώσεις πάνω στις δύστροπες συγχορδίες – ο ηχητικός κόσμος που έπλαθε έμοιαζε πάντα να είναι μοναχικός. Κι όμως, τελικά, όχι.
Εντάξει· οι μελωδίες θυμίζουν πολύ Velvet Underground ή/και Nico, εντάξει· η παραγωγή παραπέμπει υπερβολικά στην δεκαετία του ’60, και εντάξει· μερικές φόρες είναι ενοχλητικό που δεν μπορείς να καταλάβεις τι ακριβώς ψελλίζει στους στίχους, μα με τίτλο Teenage Boys, τι άλλο περιμένετε δηλαδή; Και, άλλωστε, τι σημασία έχουν αυτά, όταν τα κομμάτια καταφέρνουν να κάνουν την δουλειά τους μαγνητίζοντας στον έντονο, ρυθμικό, ζωντανό και περίπου εκρηκτικό ήχο τους; Εξάλλου τα solo του Ignatz είναι το κάτι άλλο, θα τολμούσα να πω ότι θυμίζουν κάτι από Neil Young – όχι τόσο στην χροιά, όσο στο πόσο εύκολα γλιστράνε μέσα στη μελώδια – όπως, επίσης, και τα μελωδικά περάσματα είναι το κάτι άλλο· μετά από δύο-τρεις ακροάσεις σου καρφώνονται με άνεση στο μυαλό.
 Ή, για να το πω αλλιώς, στην κλασσική σύνθεση μπάσο-κιθάρα-drums δεν νομίζω να ακούσω τίποτα καλύτερο μέσα στον επόμενο χρόνο.


((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

BONNIE "PRINCE" BILLY - S/T (2013)




‘Έτσι είναι όλοι οι σπουδαίοι τραγουδοποιοί από τον Johnny Cash στον Neil Young κι από τον Bill Fay στον Bod Dylan :πάνω που τους έχεις ξεγράψει, πάνω που λες ότι η πρώτη μεγαλειώδης έμπνευση τους έχει αφήσει οριστικά επανέρχονται σχεδόν από το πουθενά και ξεπετάνε ένα αριστούργημα που σου υπενθυμίζει την μοναδική ποιότητα τους.

Αυτό αποδεικνύεται ότι ισχύει τελικά και για τον Will Oldham aka Bonnie “Prince” Billy με αυτήν την απροσδόκητη lo-fi μια και έξω ηχογράφηση που παρέδωσε ο ίδιος σε περιορισμένες κόπιες 30άρας κασέτας στο cult δισκάδικο Astro Black του Louisville. Η συγκλονιστική μουσική περσόνα του ενδοσκοπικού ερημίτη σολιψιστή που με συγκλόνισε στα 90’ς έως και το “Ease Down The Road” επιστρέφει με όλο της το σώμα και πνεύμα χωρίς προειδοποίηση. Η αλήθεια είναι ότι βλέποντας σε κάποιο blog το εξώφυλλο της κασέτας με τη μακρινή κουνημένη ιμπρεσσιονιστική φωτογραφία του ενός κτίσματος μες το δάσος κάτι μέσα μου ανασκίρτησε. Λες, επιτέλους, αυτό να είναι κάτι με ουσία και βάθος από τον χαμένο σε εξωστρεφείς εμπορικές alt country παραγωγές παλιόφιλο Will; Και ναι από το πρώτο χαλαρό άρπισμα και την λεπτή, στωική και μελαγχολική εκφορά των αμφίσημων στίχων του “I Heard from A Source” με έπιασε αυτό σφίξιμο στην καρδία που ένοιωθα όταν άκουσα για πρώτη φορά κομμάτια-ορόσημο του όπως το "New Partner" ή το "May It Always Be". Και παρακάτω, αν και το ύφος ή διάθεση μπορεί να γίνεται λιγότερο ή περισσότερο σκοτεινή από τραγούδι σε τραγούδι, η πετυχημένη φόρμα που έστησε ο Oldham εδώ διατρέχει όλο το μισάωρο που διαρκεί η ταπεινή κασετούλα. Σκελετωμένες οργανικές εκτελέσεις με την αδέξια τεχνική του στην κιθάρα να συνοδεύει κάθε τριγμώδες σκαμπανέβασμα της φωνής του, που παρεμπιπτόντως μοιάζει κι αυτή αναβαπτισμένη στο ζοφερό υγρό του προ “Superwolf” παρελθόντος του. Μαγικά, και η συνθετική/στιχουργική ικανότητα του ξαναβρίσκει την φόρμα. Πολλές από τις δυομισιάλεπτες βινιέτες που ξεδιπλώνει εδώ να συγκαταλέγονται στις κορυφαίες του στιγμές. Ακούστε το ανατριχιαστική παραδοχή μιας ψυχαναγκαστικής σχέσης στο “Triumph of Will”, τη τρυφερή πλευρά του πρόστυχου ερωτισμού στο “Make It Not An Evil Mark”, την υπαρξιακή αγωνία ενός σχεδόν αλκοολικού στο “This My Cocktail” και την μοχθηρή εξομολόγηση κάποιου που μόλις έκανε το «κακό» στο αρχετυπικό Oldham “Bad Man”.Ακούστε, και αν αγαπήσατε το “Viva Last Blues” ή το “I See A Darkness” θα ανατριχιάσετε.

Βέβαια, αυτή η απρόσμενη μεταστροφή με κάνει να αναρωτηθώ για τα πιθανά κίνητρα, σκοπιμότητες, εάν κοπιάρει τον εαυτό του ή ακόμη, λόγω του περιπαικτικού χαρακτήρα, μήπως απλά μας δουλεύει ο Will. Χμ… let’s not speculate για την ώρα ας απολαύσουμε ότι καλύτερο έχει παρουσιάσει εδώ και 12 χρόνια και το μέλλον θα δείξει.

((E A R))
((E Y E))