Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

DREAMCOLOUR – INNER WORSHIP (2010)

Το παραδέχομαι ότι έχω λιγάκι κουραστεί να ψάχνω δεξιά κι αριστερά σε κάθε blog για την επόμενη ξεχωριστή drone/noise/experimental μπάντα. Αναγκαστικά ακούς πολύ σαβούρα και η όρεξη σου για νέα ακούσματα κάποιες φορές φθίνει. Τους Dreamcolour, τους πλησίασα μετά από σύσταση του μεγάλου στυλοβάτη (ίσως με την κυριολεκτική έννοια…) αυτού του blog McPan. ‘Έτσι, με αρκετή επιφυλακτικότητα στην αρχή, δοκίμασα να ακούσω αυτήν την 60άρα κασέτα των άσημων καλιφορνέζων. Και πράγματι, έχουμε να κάνουμε με ένα λαμπερό διαμαντάκι του αμερικάνικου underground. Η πρώτη πλευρά ξεκινά ένα κοινοβιακό μακροσκελές jamming από το εννεαμελές σχήμα που δημιουργεί σταδιακά μια ευμετάβλητη ψυχεδελίζουσα cosmic drone πλατφόρμα, όπου τα υμνικά πνευστά μπορούν να πατήσουν ανάλαφρά πάνω της και να πραγματοποιήσουν μια σειρά από εκστατικά σολαρίσματα στο πνεύμα του Albert Ayler. Στην δεύτερη πλευρά, τα πνευστά παίρνουν ένα πιο συνοδευτικό ρόλο, καθώς η μπάντα επιδίδεται σε ένα πιο συγκρατημένο αλλά ταυτόχρονα jazzy ενδοσκοπικό παίξιμο, που σταδιακά χαλαρώνει όλο και περισσότερο για να καταλήξει σε μια σχεδόν ambient drone κατάνυξη. Σίγουρα, κατά την διάρκεια της ακρόασης του “Inner Worship” διάφοροι έκπτωτοι αστέρες του αμερικάνικου underground ( βλ Jackie-O-Motherfucker προ “Change” εποχής, Double Leopards και λοιπές δυνάμεις της Eclipse Records) έρχονται φυσικά στο νου. Όμως, οι Dreamcolour , με τoν ανάλαφρο αυθορμητισμό που παίζουν με αυτήν την μετεξέλιξη του communal free jazz, αποκτούν τη δική τους ιδιαίτερη υπόσταση και μια καλή θέση στην δική μου εικονική δισκοθήκη.

((E A R)) ((E Y E))

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

V/A - "TO SCRATCH YOUR HEART: EARLY RECORDINGS FROM ISTANBUL" (2010)

Ακόμη μία πολύ καλή συλλογή με μουσική του παρελθόντος, από την Honest Jon's. Έπειτα από τη Βαγδάτη και τη Μέση Ανατολή, σειρά έχει η πόλη των δύο ηπείρων, το πολιτιστικό κέντρο της ανατολικής μεσογείου για πολλούς αιώνες, η Κωνσταντινούπολή ή Ιστανμπούλ. Ηχογραφήσεις σε παλιά 78άρια, από τις πρώτες τρεις δεκαετίες του εικοστού αιώνα, καλοδιατηρημένα, τοποθετούνται σε δύο χορταστικά c.d. και 4 βινύλια. Το μουσικό περιεχόμενο έχει την απλότητα, την αμεσότητα και τη συναισθηματικότητα της παραδοσιακής μουσικής καθώς και μία πολυπολιτισμική υφή – όσο ακούς τη συλλογή τόσο συνειδητοποιείς το πόσο πολύ συγγενεύουν η Τούρκική, η Ελληνική, η Εβραϊκή, η Αρμένικη, η Βουλγαρική μουσική ταυτότητα. Τα 32 κομμάτια της συλλογής συνθέτουν ένα ψυχοτρόπο ψηφιδωτό με αυτοσχεδιασμούς σε φλάουτο, λαούτο, σε λυρικούς λαρυγγισμούς, στο κλαρίνο, το ξυλόφωνο, κτλ, στοιχειωμένο με βαριά συναισθήματα, που, υποθέτω, έχουν να κάνουν αρκετά με τα συμβάντα εκείνης της εποχής – με τον βίαιο τρόπο ορισμού των νέων συνόρων και την οριστική ρήξη των αρμονικών σχέσεων των λαών σε μία πόλη που πάντα ανέπνεε από την ανομοιογένεια. Μην περιμένετε λοιπόν να ακούσετε μεγάλες ορχήστρες εδώ, χαρούμενη μουσική για γλέντι. Τα κομμάτια που αποτελούν τη συλλογή είναι λιτά, περιεκτικά, συμπυκνώνουν όλη τη κουλτούρα του αυτοσχεδίου, της ιστορίας της εγκεφαλικής μουσικής, των ανατολίτικων κλιμάκων και της ελεύθερης, από κάθε άποψη, μουσικής έκφρασης. Περισσότερα από 100 χορταστικά λεπτά, που σε καθηλώνουν στη μαγεία τους και σε βυθίζουν σε άλλες εποχές – ο τίτλος scratch your heart είναι απόλυτα πετυχημένος και αντιπροσωπευτικός.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

ATTESTUPA - "BEGRAVEN MOT NORR" (2010)

Θυμάμαι πέρσι, αρχές του έτους, όταν είχα ακούσει το πρώτο δίσκο αυτής της μουσικής κολλεκτίβας, ένα ψυχεδελικό και υποτονικο φολκ, μου άρεσε αρκετά και τώρα, όταν πήρε το μάτι μου το νέο τους πόνημα, από την Release The Bats, ανυπομονούσα να το ακούσω. Πρόκειτε για δύο κομμάτια, συνολικής διάρκειας κάτι λιγότερο από 40 λεπτά, όπου η μπάντα από το Goteborg της Σουηδίας, ακροβατεί σε διάφορες μελωδίες, μέχρι η μουσική να κολλήσει σε κάποιες από αυτές και από τα ήχεια να βγεί ένα βαρύ και ατομοσφαιρικό funeral folk, με ρυθμικά drums, με βαριές φωνές που χάνονται κάπου στο βάθος, με απόλυτα μαύρη αισθητική και ηχόχρωμα πολύ κοντά στο black metal. Ο δίσκος εξελλίσεται αργόσυρτα, με field recordings, όπως ο ήχος τρεχούμενου νερού στην αρχή, με έγχορδα στο φόντο και διάφορους ήχους και θορύβους που περνούν σε δεύτερο επίπεδο, σα χαλί, μέχρι τα τα πλήκτρα ή η κιθάρα ή το μπάσο να καταπιαστούν με πολύ απλές μελωδικές γραμμές (δύο με τρεις τόνους το πολύ) και τότε, σα προβαρισμένη ορχήστρα, εκτονώνει όλη την ένταση σε ένα συναισθηματικό, κάπως επικό, απλό μα γεμάτο, σκοτεινό folk. Τα δύο αυτά κομμάτια, πέρα από τη πολύ δυνατή συνοχή που έχουν και τη μεταδοτική τους ατμόσφαιρα, δίνουν την εντύπωση πως είναι ηχογραφημένα σε ένα και μοναδικό τζαμάρισμα, κάπου στην εξοχή, το σούρουπο, δίπλα στο χίονι και τη θάλλασα, στη σκιά και την ομίχλη κάποιου τραχιού Σουηδικού τοπίου, για το τελετουργικό κάποιας μυστικιστικής κάστας.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

ALASDAIR ROBERTS – “THE AYRTIME ORG” (2010)

Ο ιδιαίτερα αγαπητός σε αυτό το blog Σκωτσέζος τραγουδιστής / τραγουδοποιός ετοιμάζεται για το νέο full length “Too Long In This Condition” και ως πρόγευση προσφέρει ένα free-download EP με 4 νέα κομμάτια. Βέβαια, τα υπέροχα αυτά τραγούδια δεν είναι δικές του συνθέσεις αλλά ελεύθερες διασκευές σε παραδοσιακές καληδονιακές folk μπαλάντες . Εδώ, ακούς έναν Roberts απογυμνωμένο από τις πολύπλοκες ενορχηστρώσεις του κατά τα άλλα άριστου “Spoils”. Απολαμβάνεις ,λιτά, το τόσο χαρισματικό, υψίφωνο σκωτσέζικο κελαίδισμα του να εκφέρει μυσταγωγικά μια ακόμη σειρά από παθιασμένες, αιματοβαμμένες, σχεδόν Βιβλικές ανθολογίες .Μάλιστα, ως απόδειξη της καλλιτεχνικής ανάτασης που διανύει αυτήν την περίοδο ο Roberts, δώστε βάση ΚΑΙ στο ιδιότυπο κελαριστό solo στο μέσον του “Little Sir Hugh”. Κάπως έτσι μια βαριά μουσική παράδοση κρατιέται ζωντανή, ουσιαστική, φλεγόμενη . Ότι δηλαδή δε συμβαίνει με την δική μας… ε;

((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

MARK VAN HOEN – “WHERE IS THE TRUTH” (2010)

O Μark Van Hoen ήταν παλαιότερα γνωστός στα ευρύτερα indie κυκλώματα της από την συμμετοχή τους στους υπέροχους shoegazers Seefeel και την μετέπειτα πιο pop electronic δουλειά του ως Locust. Τα τελευταία χρόνια έχει χαθεί από το προσκήνιο καθώς ασχολείται κάποια λίγο εχθρικά στο ευρύ κοινό πειραματικά soundscaping projects . Με το “Where Is The Truth”, όμως επιστρέφει σε πιο εύπεπτο ήχο με μεγάλη επιτυχία. Το άλμπουμ μοιάζει να είναι φτιαγμένο από παλιομοδίτικα υλικό: κλιμακωτή, post-rock σε σύλληψη ροή των κομματιών, άψογα παιγμένα ala Brian Eno σύνθια, trip-hoppy /soul αισθαντικότητα στα λίγα μελωδικά φωνητικά που χρησιμοποιεί. Όμως, ο Van Hoen τα δένει όλα τόσο ταιριαστά που ίσα-ίσα αντιλαμβάνεσαι τις 90’ς καταβολές του ήχου του. Ίσως, γιατί υπάρχει μια εσωτερική συναισθηματική αναζήτηση σε πρώτο πλάνο σε όλο το άλμπουμ, καθώς ο Van Hoen ανακάλυψε στα 46 (!) του ότι έχει μεγαλώσει με θετούς γονείς – εξ ου και ο τίτλος “Where Is The Truth”. Πάντως, εάν θέλετε να ακούσετε ένα άριστα δομημένο άλμπουμ σύγχρονης electronica που δεν είναι ούτε hypnagogic, ούτε dubstep, τότε βρήκατε τον μάστορα σας.

((E A R)) ((E Y E))

FLASHBACK REPOSITORY - "FLASHBACK REPOSITORY" (2010)

Κάτι λιγότερο από 30 λεπτά είναι αυτή η κυκλοφορία από την Olde English Spelling Bee, που χωρίζεται σε δύο μόλις κομμάτια, τις δύο δηλαδή πλευρές της συλλεκτικής έκδοσης των 425 κοπιών βινυλίου. Μια πλειάδα μουσικών, μια μουσική κολεκτίβα καλύτερα, είναι υπεύθυνη για αυτά τα δύο κομμάτια, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σαν drone, ψυχεδέλεια και ambient μουσική. Από ήρεμους ήχους δημιουργείται ένα μουσικό υπόβαθρο, ένα ατμοσφαιρικό χαλί πάνω στο οποίο πατάνε ήχοι από synths, σκόρπιες νότες που συνδέουν αργόσυρτες μελωδίες, ένα χαλαρωτικό και αιθέριο κολλάζ με πολλά delay και reverbs. Υπάρχει μια ολόκληρη θεωρία πίσω από αυτό το δίσκο, που έχει να κάνει με συνειδητά, υποσυνείδητα και μύθους, που δικαιολογεί, εν μέρει, αυτή τη space αισθητική που διατρέχει όλη την διάρκεια των δύο πλευρών του δίσκου, που κατορθώνουν να έχουν μια καλή ροή – η πολυεπίπεδη drone συρραφή και οι ήχοι που επιπλέουν από πάνω της κυλούν ευχαρίστα, δεν κουράζουν και σε καμία στιγμή δε βαλτώνουν, κάτι που είναι σαφώς πολύ σημαντικό για τέτοιου είδους μουσική και επίσης πολύ σημαντική είναι η ψυχεδελική υφή που βγαίνει εντελώς αβίαστα και σε αυτό, θυμίζει, κάπως αμυδρά, τον Lichens.

((E A R))
((E Y E))

ZS - "NEW SLAVES" (2010)

Έχει σκάσει μύτη εδώ και μερικές μέρες στα μουσικά Blog, αυτό το περίεργο και γοητευτικό album, μα το άκουσα μόλις χθες και μου πήρε, ολίγον, τα μυαλά. Οι ZS είναι ένα τρίο από το Brooklyn, ( Sam Hillmer (σαξόφωνο), Ian Antonio (κρουστά και electronics), Ben Greenberg (ηλεκτρική κιθάρα και electronics) και το New Slaves βγαίνει από την Social Registry. Ο ήχος της μπάντας είναι πειραματικός, υπερβολικά στατικός, θορυβώδης, με πολλή ενέργεια και περιέργους ήχους και η αλήθεια είναι ότι είτε θα σε κερδίσει στα πρώτα δευτερόλεπτα, είτε δεν θα σου αρέσει καθόλου από την αρχή. Τα (χωρίς φωνητικά) κομμάτια δεν δείχνουν να έχουν ιδιαίτερη εξέλιξη με το χρόνο, για την ακρίβεια τα περισσότερα από τα οχτώ μέρη στα οποία χωρίζεται ο δίσκος (που πολλές φορές ενοποιούνται) δεν έχουν καμία απολύτως εξέλιξη. Κοφτοί ήχοι που κινούνται σε κύκλους, χωρίς μελωδικές προφάσεις, μια βαβούρα από την κιθάρα και το σαξόφωνο, όλα «πειραγμένα» σε τέτοιο βαθμό που δεν αναγνωρίζονται, ένα διαρκές επαναλαμβανόμενο πράγμα που κολλάει σα βδέλλα στον εγκέφαλο. Είναι κάπου ανάμεσα στη free jazz, την electronica και το noise και υπάρχουν σαφείς ομοιότητες με Boredoms (κυρίως), Black Dice, John Zorn – για να αναφέρω μερικούς. Αυτό το πρωτόλειο υβρίδιο μοιάζει να έχει μεγάλα αποθέματα ενέργειας και αμεσότητας, είναι στιγμές που νομίζεις πως ακούς αλλόκοτη χορευτική μουσική και σε γενικές γραμμές είναι ένα επίπεδο πιο πάνω από πολλά μουσικά σχήματα που κάνουν κάτι παρόμοιο, μιας και οι ZS καταφέρνουν να βγάλουν ένα αξιοπρόσεκτα «ζωντανό» και ευθύ ήχο.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

T++ - "WIRELESS" (2010)

Τέσσερα μόλις κομμάτια περιέχει αυτή η κυκλοφορία από την Honest Jon’s, αρκετά μεγάλα σε διάρκεια, με αποτέλεσμα να χωρέσουν σε δύο 12’’. Πίσω από το αινιγματικό Τ++, κρύβεται ο βετεράνος παραγωγός Torsten Profrock, μέλος των Monolake και της τέκνο σκηνής της Γερμανίας, με πλούσιο βιογραφικό και συμμετοχή σε πολλές κυκλοφορίες . Σαν Τ++ εμπλουτίζει τα ρυθμικά και επιθετικά μέρη, το dub, τη χορευτική μουσική, με πολλά διαφορετικά στοιχεία που δίνουν τελικά μια έντονη ατμόσφαιρα. Σαν άκουσμα το Wireless απλώνεται από την πειραματική ηλεκτρονική μουσική, μέχρι το dubstep και σα δομή οι κοφτοί επαναλαμβανόμενοι ρυθμοί του ρέουν στο χώρο πλάθοντας μια λίγο σκοτεινή και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Δεν μιλάμε για κάτι απλό και λιτό – το σύνολο είναι πλούσιο σε ήχους, διακρίνονται samples από αφρικανικές μουσικές, τα Beats είναι πολυεπίπεδα, η παραγωγή κάπως βρώμικη και μουντή. Η τελική αίσθηση που σου αφήνει αυτή η κυκλοφορία, είναι η αλλόκοτη δύναμη που εμπεριέχει με τη μίξη αυτών των, κατακρεουργημένων μεν διακριτών δε, ήχων από την Αφρική με τη καθαρή τέκνο μουσική, η βαριά και μονολιθική του εξέλιξη και η ευκολία αυτών των τεσσάρων κομματιών να σε παρασύρουν στο ρυθμικό τους κόσμο.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 23 Μαΐου 2010

DENSELAND – “CHUNK” (2010)

Οι Denseland είναι ένα πολύ ενδιαφέρον νεοσύστατο avant electronica τρίο που αποτελείται από τον improv vocalist David Moss από την Αγγλία με βαρύ βιογραφικό κυρίως στο θέατρο και τους άσημους σχετικά βερολινέζους Hannes Strobl (μπάσο και ηλεκτρονικά) και Hanno Leichtmann (κρουστά και ηλεκτρονικά). Στο “Chunk” ασκούνται με επιτυχία σε μια πολύ πρωτότυπη μίξη post techno ρυθμικότητας με την πιο άτονη και μινιμαλιστική πλευρά του σύγχρονου improv. Ο Leichtmann χτίζει ένα αδιάκοπα ρέον κρουστικό ηχητικό χαλί και ο Strobl ολοκληρώνει τις λεπτομέρειες είτε με μυστηριακές μικρολoύπες είτε με jazz/funky μπασογραμμές. Την διαφορά, όμως, την κάνει ο ευρηματικότατος Moss που στα πιο ρυθμικά κομμάτια επιδίδεται σε ακατάληπτους βοκαλισμούς δημιουργώντας μικρά sound-poetry αριστουργήματα. Από την άλλη, όταν η μουσική γίνεται πιο άμορφη και ελευθεριακή δε διστάζει να παραγάγει αλλοιωμένους λαρυγγισμούς που δένουν άψογα με το μουσικό υπόβαθρο σε βαθμό που δύσκολα τους ξεχωρίζεις από τις ηλεκτρονικά τερτίπια των γερμανών. Έτσι, το “Chunk” αποκτά το σπάνιο χάρισμα να λειτουργεί και ως ρευστή ambient electronica μουσική που μπορεί να παίζει στο υπόβαθρο καθημερινών αστικών δραστηριοτήτων, αλλά και ως ένα πολύπλοκο αυτοσχεδιαστικό κολλάζ που εάν το ακούσεις προσεκτικά θα αντικρίσεις μια υποβόσκουσα σουρεαλιστική διάσταση που μπορεί να σε “καταπιεί” αβίαστα.

((E A R)) ((E Y E))

Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

RANGDA - "FALSE FLAG" (2010)

Ξεκινώντας για μία ακόμη φορά με εγκυκλοπαιδικές γνώσεις (στην ουσία ένα απλό κοίταγμα στο Wikipedia), το όνομα αυτού του υπέρ-γκρουπ το έχει δανείσει μία θεότητα στο Μπαλί, μία κακιωμένη και δαιμονισμένη βασίλισσα, που έχει ολόκληρο στρατό από επίσης κακιωμένες μάγισσες και τρομοκρατεί το κόσμο, τρώει παιδία και επιτίθεται διαρκώς στον καλό Barong. Οι Rangda λοιπόν είναι ένα τρίο αποτελούμενο από μυθικής υπόστασης φιγούρες της πειραματικής και καθαριστικής σύγχρονης μουσικής. Έχουμε τους βιρτουόζους Ben Chasny ( Six Organs Of Admittance) και Sir Richard Bishop (με την 25 έτη καριέρα, κυρίως με τους μοναδικούς Sun City Girls και με πρόσφατα σόλο διαμάντια, ανατολίτικων κυρίως μελωδίων) στις κιθάρες και τον ανεξέλεγκτο Chris Corsano, έναν από τους πιο ταλαντούχους αυτοσχεδιαστές ντράμερ, με αναρίθμητες συμμετοχές σε αναρίθμητα διαφορετικά ακούσματα που ξεκίνησε από τους Sunburned Hand Of A Man. Όταν λοιπόν μου είπε ο Γεωργέας ότι βλεφάρισε κάπου ένα επερχόμενο άλμπουμ της Drag City με αυτούς τους τρείς, μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο. Εντάξει, οι περισσότερες τέτοιου βεληνεκούς συνεργασίες είναι υποδεέστερες των προσδοκιών, αλλά υπάρχουν και λίγες που ξεχωρίζουν. Ε, αυτή εδώ είναι μία από τις δεύτερες. Όταν άκουσα για πρώτη φορά το False Flag, δεν ήξερα τι να περιμένω, αυτοί οι μουσικοί είναι πλήρως απρόβλεπτοι, μα υπέθετα ότι θα υπήρχαν κάποιες σκόρπιες μελωδίες, 20λεπτά κομμάτια, ατμοσφαιρικοί θόρυβοι και συνεχής εναλλαγές σε ρυθμούς. Τελικά έπεσα έξω. Αυτός που κρατάει τα ηνία και τραβάει τους υπόλοιπους σε ένα εξαντλητικό session, είναι φυσικά ο Corsano, που είναι μανούλα σε κάτι τέτοια. Αυτός καταπιάνεται με δαιμονιώδεις ρυθμούς και πυρπολεί τα drums του με απίστευτη ενέργεια, με αποτέλεσμα οι Chasny και Bishop να αναγκάζονται σε ένα θορυβώδες, ψυχεδελικό θόρυβο, ένα χαοτικό ροκ βόρβορο. Οι κιθάρες βουίζουν και μουγγρίζουν όλη την ώρα και τα feedback είναι τέρμα. Αυτό συμβαίνει στα 4 εκ των έξι κομματιών, μιας και το Sacophagi είναι ζένα ήρεμο πέρασμα, με μαγευτικές εναλλασσόμενες μελωδίες και το τελευταίο κομμάτι, το Plain of Jars, είναι τελικά αυτό που περίμενα εγώ να ακούσω, ένα αργόσυρτο σε εξέλιξη και αυτοσχεδιαστικό σε αισθητική δεκαπεντάλεπτο έπος, άκρως ψυχεδελικό, μυστικιστικό και ατμοσφαιρικό – είναι εδώ που οι Chasny και Bishop παίρνουν την σκυτάλη από τον Corsano. Μόνη λοιπόν ένσταση τα κάπως ασύνδετα στη ροή δύο αυτά κομμάτια, τα οποία μπορεί, σε κάποιους, να λειτουργήσουν αρνητικά. Σε μένα πάντως, όχι.

((E A R))
((E Y E))