Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

CAUSA SUI - "PEWT'R SESSIONS 2 (EL PARAISO)" (2011)

Ψυχεδέλειας η συνέχεια… Το πρώτο μέρος από αυτά τα θανατηφόρα sessions δεν το πήρα καν χαμπάρι – κυκλοφόρησε νωρίτερα μέσα στη χρονιά και χάθηκε, μάλλον, μέσα στον αμέτρητο πλήθος των δίσκων που βγαίνουν κάθε μήνα. Ευτυχώς, έπεσα πάνω στη δεύτερη κυκλοφορία και έγινα καλά. Και, μέσα στη παραζάλη της ρυθμικής κιθαριστικής καταιγίδας, όλα τα σχόλια μου φαίνονται εντελώς περιττά. Γιατί να μπω στη διαδικασία, άραγε, να χαρακτηρίσω αυτό το πράμα σαν kraut; Σαν βαριά κιθαριστική ψυχεδέλεια; Σαν τζαμάρισμα βγαλμένο από κάποια μαστουρωμένη μπάντα, πίσω στα 70’s; Ότι ταμπέλα κι αν του βάλω, η ίδια η μουσική, που ξεχειλίζει από τα τρία ατελείωτα κομμάτια αυτού του δίσκου, θα την τινάξει μακριά δίχως δεύτερη σκέψη σα ‘ναι κάποιο ενοχλητικό ερπετό. Διότι η συνεργασία του κ. Ron Schneiderman (από τους Sunburned Hand of the Man) με τους Δανούς Causa Sui (που αποτελούνται από τους Jakob Skøtt, Jonas Munk, Rasmus Rasmussen and Jess Kahr), αυτά τα sessions που ηχογράφησαν όλοι μαζί όταν ο κ. Ron επισκέφτηκε την Κοπεγχάγη το 2009, είναι, τουλάχιστον, απογειωτικά. Οι παραμορφώσεις και τα πετάλια κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους πάνω στα ατελείωτα σόλο, τα drums δε σταματάνε να ορμούν με ξεσηκωτική ενέργεια, οι γραμμές πάνω στις οποίες κινείτε το μπάσο σε κολλάνε στο τοίχο, η ψυχεδέλεια δοκιμάζει εντόνως τα όρια της free-rock, οι διαστρωματώσεις είναι συνεχείς και καταιγιστικές, ο θόρυβος ακονίζει τα μαχαίρια του σε μία ασταμάτητη ανηφορική πορεία. Ναι, ναι, ξέρω. Πολλοί θα πείτε: “σιγά ρε μάστορα, τα έχουμε ξανακούσει αυτά”. Εννοείτε. Η μουσική που υπάρχει σε αυτά τα sessions, κάτι ανάμεσα σε Can και Hawkind, κάτι παραπλήσιο με τους Guru Guru και τους Ash Ra Tempel, είναι παλιομοδίτικη, έχει παιχτεί καλύτερα κατά το παρελθόν, μοιάζει κάπως ανεπίκαιρη. Ε, και; Άμα είναι καλός ο μπακλαβάς, δεν χρειάζονται δεύτερες σκέψεις. Και αυτό το τεμάχιο, όχι μόνο είναι γωνιακό, αλλά στάζει από παντού μέλι. Ελπίζω μόνο να υπάρχουν σε κάποια αποθήκη, καλά φυλαγμένα από τη σκόνη, την υγρασία και τον ήλιο, και αλλά ηχογραφημένα sessions από εκείνες τις τρεις εβδομάδες. Έχω την υποψία ότι όλα θα είναι, απλά, τέλεια.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Sølyst -" Sølyst" (2011)

Πολλοί από εσάς πιθανότατα θα έχουν πετύχει κάπου το όνομα Kreidler, ένα γερμανικό kraut συγκρότημα, με πορεία περίπου δεκαπέντε ετών. Ο ντραμερ της μπάντας, ο κύριος Thomas Klein, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη και μόνος του και για ένα χρόνο δούλευε τα 11 κομμάτια που περιέχονται στο δισκό Solyst, κομμάτια σχετικά μικρής διάρκειας που ο ίδιος τα χαρακτηρίζει σαν Tribal Dub Krautrock. Η μουσική είναι αρκετά στατική και μηχανική, οι ρυθμοί έντονοι και επιθετικοί, τα λιγοστά πλήκτρα ακούγονται επιτηδευμένα παλιομοδίτικα. Με λίγα λόγια στον ήχο αυτής της κυκλοφορίας έχουν φωλιάσει όλες οι παλιές και κλασσικές αξίες της kraut. Γιατί όμως Tribal και Dub;
Πάνω σε αυτές τις αξίες και με τη μεθοδικότητα ενός γερμανού (στερεότυπο, το ξέρω, αλλά για ένα περίεργο λόγο δεν μπορώ να το αποφύγω στη συγκεκριμένη περίπτωση), ο Klein δομεί ένα άκρως ενδιαφέρον μουσικό ιδίωμα, με επίμονες λούπες, με αφρικάνικους ρυθμούς και κρουστά, με ατμοσφαιρικά dub εφέ, με τον μινιμαλισμό της επιτακτικής επανάληψης και το μαξιμαλισμό των πολλών διαστρωματώσεων από διαφορετικά κρουστά και από διαφορετικούς ρυθμούς, που προσδίδει αρκετό όγκο στο τελικό αποτέλεσμα. Αποτέλεσμα το οποίο είναι σαφώς αρκετά tribal - με όλα τα μοτίβα που αραδιάζει ο Klein, το ένα πάνω στο άλλο με προσεκτική φροντίδα - και επίσης είναι αρκετά dub, με το θολό και σκοτεινό περιβάλλον που κτίζεται νωχελικά γύρω από τη ρυθμικότητα. Ακούγοντας για πρώτη φορά το Solyst, στο μυαλό μου το κατέταξα κάπου δίπλα στο Cut Hands, το project του W.Bennett και το afro-noise. Όπως εκεί ο Bennett με ένα μοναδικό τρόπο κατορθώνει να συνδυάζει το afrobeat με το μονολιθικό noise, έτσι και εδώ ο Klein επιτυγχάνει να μπολιάσει την ποικιλομορφία των αφρικάνικων ρυθμών και την ατμόσφαιρα του dub στο εκστατικά μονότονο kraut. Τελικά, πρόκειται για ένα δίσκο που είναι, χονδρικά, ένα είδος από μόνος του, πολύ κοντά φυσικά σε όλη τη γκάμα των Jaki Liebezeit, Neu!, Kraftwewrk. Αυτό που σου μένει ακούγοντας το Solyst είναι πως μπορεί να είναι εξωτικός και ταυτόχρονα παγωμένα βορειοευρωπαϊκός, ψυχεδελικός και παράλληλα χορευτικός, σκοτεινός, μα με φωτεινές γωνίες.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011

FOVEA HEX - "HERE IS WHERE WE USED TO SING" (2011)

Είχα μεγάλη προσμονή για αυτόν το δίσκο. Σχεδόν το ονειρεύτηκα ένα βράδυ περιμένοντας να έρθει το πακετάκι της Janet records από την συμπαθή Ιρλανδία. Βλέπετε η η τριλογία “Neither Speak or Remain Silent”, με την οποία επανήλθε ανέλπιστα στην δισκογραφία η Clodagh Simonds το 2005, αποτέλεσε ένα ιδιαίτερο, μοναδικό θα έλεγα, μουσικό μείγμα κέλτικης τραγουδοποιίας και ανοικτών drone ηχοτοπίων . ‘Ετσι, το παρελθόν της Simonds στα 70ς με την συμπαθητική girlie folk rock μπάντα Μellow Candle, πέρασε και σε δεύτερη μοίρα, μπροστά στη μουσική που ΤΩΡΑ μπορεί να δημιουργήσει. Και είναι ίδιον μεγάλων καλλιτεχνών, όπως είναι ο Robert Wyatt ή ο Scott Walker, να μπορείς στα 58 πλέον να κάνεις τόσο ζωντανή και σύγχρονη μουσική, όταν ένα τέτοιο βαρύ βιογραφικό για άλλους θα ήταν βαρίδι. Πράγματι, ο νέος δίσκος της ταλαντούχας Ιρλανδής έχει όλη την διαχρονική μαγεία για να σταθεί δίπλα στο “Comicopera” και στο “Drift” ή στο “ Murder Ballads” του Martyn Bates και σίγουρα έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος από το “Lookaftering” της συνομήλικης της Vashti Bunyan. Σε σχέση με την τριλογία, το “Here is Where We Used to Sing” δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη δημιουργία στρογγυλών, ολοκληρωμένων τραγουδιών, με τους στίχους να καθοδηγούν τις συνθέσεις και το πιάνο να υφαίνει εύθραυστες αλλά καλοσχηματισμένες μελωδίες. Η ενορχήστρωση παραμένει αποστομωτική, με τα διακριτικά και αλλά καίρια treatments του μόνου σταθερού μέλους των Fovea Hex πέραν της Simonds, Michael Begg, να τοποθετούνται μ ε τέτοιο επιστημονικό τρόπο ώστε να επιβραβεύουν τις επιλαμβανόμενες ακροάσεις με κρυφά διαμαντάκια στις κλειστές γωνίες των συνθέσεων. Φυσικά, σε όλα τα κομμάτια συμμετέχουν φίλοι και γνωστοί της Simonds προσδίνοντας τον ιδιαίτερο τόνο σε καθένα από αυτά. Έτσι, στο “Play Another” το τσέλο της Kate Ellis ρίχνει την βαριά σκιά του στα ευκίνητα electronics του Begg, στο “Falling Things” τα νεανικά φωνητικά της must-check-out πιτσιρίκας Laura Sheeran δένουν αρμονικότατα με τα κρυστάλλινα δεύτερα της Simonds, ενώ ο Brian Eno με τα έναστρα πλήκτρα του φωτίζει πανέμορφα το “Every Evening” και πετάει, ταυτόχρονα, την ρετσινιά του άχρηστου μαϊντανού. Και πάλι, όμως, είναι τα αιθέρια, εξωκοσμα φωνητικά της Simonds που καθορίζουν τους Fovea Hex.O τρόπος που ξεγλιστρούν μέσα από το ονειρώδες μουσικό πέπλο και έρχονται στο προσκήνιο για να εκφέρουν αυτούς τους ποιητικούς υπερρεαλιστικούς στίχους είναι το μεγάλο ατού της Simonds. Nομίζεις, ότι κυριολεκτικά είναι ένα με την μουσική και εκεί που έχεις υπνωτιστεί με από το υπνοφόρο σύνολο, έρχονται υπογείως στις κορυφώσεις των κομματιών να σε ανεβάσουν στα ουράνια. Μαγεία… Μια drone folk ελεγεία που, σε αντίθεση, με πολλούς εκσυγχρονιστές του είδους δε φοβάται να στηριχθεί σε αληθινά τραγούδια με καλοφτιαγμένους στίχους. Γι αυτούς που ορέγονται τα πιο φευγάτα, πειραματικά ηχοτόπια της τριλογίας υπάρχει το bonus CD με τρία μεγάλης διάρκειας remix από τους Begg, Potter, Basinski και που είναι όσο φευγάτα φαντάζεστε. Εγώ θα επιμείνω να φλέγομαι από την δύναμη των στίχων του κανονικού CD. Και έτσι επειδή αξίζει να το δείτε τυπωμένο, ιδού οι στίχοι του κορυφαίου των κορυφαίων κομματιών του άλμπουμ “A Hymn To Sulphur” : YOU ARE A ROAR / YOU ARE THE SURGE OF SIRENS AT THE DOOR / YOU ARE THE RADIANT HEAT BEHIND THE HEART BEAT / YOU ARE THE CALL TO WAR / YOUR FACE IS AFLAME / I GAZE AND I GAZE AGAIN – FIRE IN MY VEINS ABLAZE AGAIN / SOMETIMES I WISH, I WISH I WAS BORN OF SEA / SO I COULD DIVE AND SWIM AND GLEAM AND SHIMMER WAVE AFTER WAVE / OH BUT I WAS BORN RED GOLD TO THIW GLAZE OF FLAME – WE BURN AND WE BURN ALL DAY… / EVEN AS I BLAZE I WILL SING YU LOVE SONGS AND PRAISE / FOR WHEN I CALL FOR SOMEBODY, SOMEBODY BRINGS ME MY CUP OF JOY

((E A R)) ((E Y E))

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

PETER EVANS QUINTET - "GHOSTS" (2011)

Στο μυαλό μου δεν χωρά, πλέον, αμφιβολία : ο Peter Evans είναι η νέα μεγάλη δύναμη στο χώρο της free jazz . Είτε με το εκπληκτικό περσινό “nature/culture” σόλο διπλό CD, είτε εδώ με την συνέχεια του oχι τόσο τυπικού jazz κουιντέτου που διευθύνει, ο Evans προσφέρει αδιαλείπτως εκστατικούς ακουστικούς οργασμούς που ερεθίζουν ,κυρίως, τον μετωπιαίο λοβό του εγκεφάλου περιπαίζοντας με τις ανώτερες πνευματικές λειτουργίες του ακροατή. Κι αυτό, γιατί, η πολύπλοκη, πυκνογραμμένη, λαβυρινθώδης μουσική του “Ghosts” μόνο ως ένα ιντριγκαδόρικο νοητικό παίγνιο μπορείς να την εκλάβεις, ώστε να μην ζαλιστείς από τις ιλιγγιώδη ταχύτητα μουσικής σκέψης του Evans. Πέρα από τον εν λόγω συνθέτη / μέγα μάστορα της τρομπέτας, το κουιντέτο αποτελείται από τους Carlos Homs (πιάνο), Jim Black (κρουστά), Tom Blancarte (μπάσο) που συμμετείχαν στο επίσης καταιγιστικό περσινό “Live In Lisbon”. Το νέο μέλος είναι ο Sam Pluta στην ζωντανή ηλεκτρονική επεξεργασία μέσω laptop. Η φιλοδοξία τους είναι να στήσουν μια ενδελεχή “συζήτηση” μεταξύ και του παρωχημένου hard-bop και της 50s -60s κλασικίζουσας modal jazz με τη σύγχρονο , απαγκιστρωμένο από την παράδοση, Ευρωπαϊκό αυτοσχεδιασμό. Τα τέσσερα ακουστικά όργανα υφαίνουν για μερικά δευτερόλεπτα συνήθως post-jazz ρευστές μικροδομές που έχουν ως αφετηρία την jazz παράδοση, για την ανατρέψουν αμέσως μετά με την αντιπαράθεση πιο άτονων ηχητικών συμπλεγμάτων. Ο ρόλος του Pluta είναι να μαζεύει τις σκόρπιες νότες του εξαπολύουν οι υπόλοιποι, να τις παραμορφώνει λιγάκι και να τις διοχετεύει ως ηχώ –φάντασμα στην τελική μίξη. Έτσι, δημιουργείτε ένα ακόμη υψηλότερο επίπεδο πολυπλοκότητας, με την μουσική τελικά να απειλείται καταρρεύσει από το όλο αυτόν τον όγκο της πληροφορίας. Τελικά, όμως, ο ιδιοφυής Evans με τις καίριες παρεμβάσεις της πολυφωνικής τρομπέτα του ωθεί και τους υπολοίπους να συγκεντρωθούν στην επόμενη ηχητική κορύφωση. Αυτό το συναντάς συχνά στο άλμπουμ, αλλά καταφαίνεται απόλυτα στον κλιμακωτό, μαξιμαλιστικό καταιγισμό με τίτλο "323” – την κορυφαία free jazz στιγμή της χρονιάς κατ’ εμέ. Από την άλλη, δεν λείπουν και οι χαλαρές στιγμές στα καθάριας ομορφιάς jazz standards “Ghosts” και “Stardust”. Και εκεί ο Evans δεν πατά σθεναρά στην βασική μελωδία. Παρεμβάλει νότες, τραβάει άλλες κι ο Pluta τις λειαίνει ακόμα περισσότερο, προσδίνοντας μια φουτουριστική διάσταση ακόμη και σε μια από τις πλέον αρτηριοσκληρωτικές μουσικές δομές. Νομίζω, τελικά, ότι ο Peter Evans είναι ο άνθρωπος που η jazz χρειάζεται για να πετάξει πέρα στον 21ο αιώνα

((E A R)) ((E Y E))

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

MONKEY PUZZLE TRIO - "THE WHITE WORLD" (2011)

Κάποιες φορές είναι ξεχωριστή απόλαυση να ακούς τι νέο μπορούν να φτιάξουν τρεις παλιοσειρές του ευρύτερου avant ήχου όταν βρεθούν, υπό ικανές συνθήκες, μαζί. Για τους Monkey Puzzle Trio, φυσικά, μιλάω - το φιλόδοξο νέο project της αυτοσχεδιαστικής τραγουδίστριας Viv Curringham με βαρύ βιογραφικό στην improv σκηνή της Νέας Υόρκης, με τον πολύπειρο drummer Charles Hayward με το μυθικό παρελθόν στους This Heat και τον Nick Doyne-Ditmas στο μπάσο από την πειραματική σκηνή του Λονδίνου. Η μουσική του “White World” ηχογραφήθηκε μέσα σε 3-4 μέρες και κατ’ ένα βαθμό είναι απόρροια αυτοσχεδιασμών του γκρουπ πάνω στις φωνητικές γραμμές που ανεβοκατεβαίνει η Corringham. Στόχος είναι , πάντοτε, να αναδυθούν, μέσα από τον αυτοσχεδιασμό, νεόπλαστα τραγούδια και όχι απλά μια σειρά ακανόνιστων ηχητικών συμβάντων. Στο μυαλό, δηλαδή, και των τριών είναι δημιουργία ενός ηχητικού συνόλου που θα στέκεται ως τραγούδι στιγμιαίας σύνθεσης. Τελικώς, ο στόχος επιτυγχάνεται κατά το ήμισυ καθώς είναι έμφυτη τάση και στους τρεις να ξεφεύγουν ακόμη και από τις πιο χαλαρές δομές ενός τραγουδιού. Η Corringham επιδίδεται με ευχέρεια σε μια ατελείωτη ποικιλία από καλαίσθητους βοκαλισμούς, με σαφείς μη-Δυτικότροπες επιρροές, που παίζουν με την φαντασία του ακροατή. Κάτι σαν μια πιο ντροπαλή Diamanda Galas που εμφανίζεται σε φινετσάτες γκαλερί και όχι στο Gagarin. Η προσπάθειες της, όμως, είναι , μάλλον θελημένα, αφημένες στο background, λόγω της ιδιάζουσας dubby μίξης του δίσκου. ’Έτσι, περισσότερο λειτουργούν ως ένα γλιστερό χαλί για να πατήσει πάνω του το φορμαρισμένο rhythm section. H αλήθεια είναι, ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά στο παικτικό στυλ του Charles Hayward από τις 80s art rock ρίζες του. Διαρκής δυναμισμός και γυμναστική ενέργεια χωρίς, όμως, την εφευρετικότητα των μεγάλων jazz drummers.Μαζί με τις γεμάτες μπασογραμμές του Doyne-Ditmas, χτίζουν μια αυτοπροωθούμενη ηχητική μηχανή που έχει φτιαχτεί στα μέτρα της κλασσικής Can σχολής. Σε κάποιες στιγμές, μαρσάρουν σκληρά και σε παρασέρνουν μαζί τους, άλλοτε, μάλλον, καθυστερούν να αντιληφτούν τα σήματα από την πλευρά της Corringham και αράζουν σε έναν χαλαρό dub κόσμο. Έτσι, το “White Wolrd” έχει και την σπιρτάδα της ζωντανού αυτοσχεδιασμού αλλά και την ελαφρότητα ενός νεο-dub / jazz / funk ακούσματος. Χωρίς να σε συγκλονίζει, σου χαϊδεύει ευχαρίστα τα τριχωτά σου κύτταρα του οργάνου του Corti.

((E A R)) ((E Y E))

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

ALEX MONK – “SAFETY MACHINE” (2011)

Το “Safety Machine” είναι η πρώτη επίσημη κυκλοφορία του βρετανού ερασιτέχνη ψυχεδελά Alex Monk. Μετά από ένα συνεχές ράβε – ξήλωνε που διήρκησε 3 χρόνια στο flat του Αlex στο Λονδίνο, αποκρυσταλλώθηκε η τελική μορφή των 14 κομματιών που περικλείονται στο διπλό LP. H ηχητική παλέτα που χρησιμοποιεί ο Monk για να δώσει πνοή στις, εμπνευσμένες κατά τα άλλα, μουσικές ιδέες του, είναι πλέον πολυφορεμένη και γι αυτό προβλέψιμη: μελωδικό fingerpicking στην ακουστική κιθάρα, παραμορφώσεις με τα πέταλα της ηλεκτρικής, βόμβοι και αναλογικά εφέ από vintage πλήκτρα, προηχογραφημένοι ήχοι, μελωδικές φράσεις σε παραδοσιακά όργανα όπως το μαντολίνο και το αρκοντεόν. Όμως, ο ανεπιτήδευτος και χαλαρός τρόπος που μπλέκει όλα αυτά τα στοιχεία το ένα μετά το άλλο στις μακροσκελείς, συνήθως, συνθέσεις του, κάνει το σύνολο να έχει μια ιδιαίτερη ποιότητα. Μοιάζει σκοτεινό και απροσπέλαστο με ένα ποιητικό τρόπο. Ταυτόχρονα, αν και στιγμές τεχνικά η μουσική του έχει την διακριτική απλότητα του ambient, ποτέ δεν μένει σε ρόλο ηχητικής ταπετσαρίας – κομπάρσου, αλλά με ύπουλη ζοφερή αρμονικότητα έρχεται συχνά πυκνά στο προσκήνιο και αρπάζει την προσοχή του ακροατή μεμιάς. Οι επιρροές του Monk πολλές και εμφανείς. Πρωτάρης είναι, λογικό και αυτό. Στα τραγουδιστά “Masks Survive” και “Spiders” φαίνεται να εμπνέεται από τα μετα-αποκαλυπτικό crooning του Bill Fay με στοιχεία Bowie θηλυπρέπειας, ενώ στα πιο αργόσυρτα υποβλητικά “Cabiria” και “Crossing” υπάρχει μια καλά φτιαγμένη gothic ατμόσφαιρα. Αλλού, όπως το άψογο “ Walking With Beatrice ” η ουσία του 70ς Eno εκτίθεται σε στην πρώιμη ψυχεδέλεια του “Piper At The Gates Of Dawn”. Συνολικά, η μουσική του “Safety Machine” έχει εμποτιστεί σε σημείο κορεσμού από αυτήν τη διαχρονική βρετανικότητα που προσδίνει έναν νεφελώδη μελαγχολικό χαρακτήρα στο τελικό προϊόν. Έτσι, το “Safety Machine”, ως ατμόσφαιρα, θα ταίριαζε καλύτερα σε μια ιδανική δισκοθήκη δίπλα στο “Ape Of Naples” των μεταγενέστερων Coil, στο περσινό “Landings” του Richard Skelton ή στις πιο εσωτερικές στιγμές του Richard Youngs. Όχι ότι φτάνει την ποιότητα των προαναφερθέντων ιερών τεράτων ο Monk ακόμη, αλλά έχει βάλει τις βάσεις για πολλά μελλοντικά αριστουργήματα.

((E A R)) ((E Y E))

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

FIRE! & JIM O' ROURKE - "UNRELEASED?" (2011)

Αυτός είναι από τους δίσκους που σε κολλάνε στον τοίχο από το πρώτο δευτερόλεπτο και δεν σε αφήνουν να ανασάνεις μέχρι το τελευταίο. Η Σουηδική υπέρ-μπάντα, οι Fire!, αποτελείτε από τους Johan Berthling (κιθαρίστας και ιδρυτής της Hapna), Mats Gustafsson (σαξοφωνίστας που έχει κάνει περίπου τα πάντα), Andreas Werliin (drummer, ο νεαρός της παρέας) και αυτή είναι η δεύτερη κυκλοφορία τους. Ο Jim O’ Rourke από την άλλη ύστερα από ένα μικρό διάστημα σιωπής, έχει επιστρέψει δριμύτερος το τελευταίο καιρό, με το όνομα του να φιγουράρει σε διάφορες ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες. Το Unreleased? – πέρα από ένας έξυπνα χιουμοριστικός και ειρωνικός τίτλος για δίσκο – κολλάει στα αυτιά σαν βδέλλα. Τα τέσσερα κομμάτια που περιέχει είναι επιθετικά και κατά στιγμές οργιωδώς καταιγιστικά, ηλεκτρισμένα και έντονα. Σαν χαρακτηρισμός για αυτή τη κυκλοφορία ο πρώτος που μου έρχεται είναι το kraut – το οποίο διατρέχει, τα από 9 έως 18 λεπτά, κομμάτια. Κοφτά επαναλαμβανόμενα μοτίβα, μουλιασμένα στη στατικότητα drums, ένα θορυβώδες μάγμα που πάει και πάει και πάει με μία τόσο ορμητική δυναμική, που κάθε κομμάτι θα μπορούσε άνετα να κρατάει μία και δύο ώρες. Από εκεί και πέρα, ναι, αυτοσχεδιασμός είναι ο δεύτερος χαρακτηρισμός. Αυτοσχεδιασμός που πατάει πάνω σε αυτό τον Kraut βάλτο, με τον Gustafsson να κεντάει κάθε φορά που το σαξόφωνο παίρνει τον πρώτο ρόλο, τον Jim O’ Rourke να γεμίζει εξαίσια τον όγκο του ήχου και τον Berthling να ακούγετε, ιδίως στο Happy Ending Borrowing Yours, σαν άλλος Derek Bailey – με λίγα λόγια το σύνολο θυμίζει καλοκαρδισμένη jazz μπάντα σε ένα ελεύθερο τζαμάρισμα, μόνο που η αισθητική του ήχου δεν είναι ακριβώς jazz. Παραπέμπτει περισσότερο στο rock, για να μην πω στο no-wave επιπέδου Rhys Chatham. Φυσικά, οι χαρακτηρισμοί θορυβώδες, ρυθμικό, ψυχεδελικό, περιττεύουν. Είναι τόσο συνώνυμοι αυτού του ήχου που θα μπορούσα να μην τους αναφέρω καν. Αυτό που πρέπει να αναφέρω είναι πως η άτιμη η Rune Grammofon πρόσθεσε άλλο ένα έπος στο κατάλογο της.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

TONETTA - "777 Vol 1 + 2" (2011)

Σας την έσπασε η hi-fi στροφή του Ariel Pink; Σας κουράζει η πολιτική ορθότητα των σχημάτων που προμοτάρει η Not Not Fun; Έχετε βαρεθεί να περιμένετε να σπάσει την σιωπή του ο Andrew WK; Tην βρίσκατε με το κολλητό boxer του Αxl Rose και τις leazy τσιρίδες του πιτσιρικάδες; Γουστάρετε κατά βάθος τον Captain Beefheart στο κεφάτο Shiny Beast περισσότερο από ότι στο ιλιγγιώδες “Trout Mask Replica”; Ε, τότε o Τοnetta είναι το νέο hype που πρέπει να τσεκάρετε οπωσδήποτε. Δεν με ενδιαφέρει τι κάνει ο Tonnetta στο YouTube. Δεν ασχολούμαι με το προκλητικό του image, τα σαδομαζό αξεσουάρ που μοστράρει στα videos του, τα τακούνια του ή τους γραμμωμένους κοιλιακούς. Ποτέ δεν ψάρωσα από αυτά, αλλιώς θα γούσταρα και την Geni Zeva. Ακούω τον Τοnetta για την μουσική του αποκλειστικά. Και ο τύπος τα σπάει. Ηχογραφεί από τα 80ς και πραγματικά δεν μπορείς να καταλάβεις ποιο από τα 35 κομμάτια – χιτάκια που περικλείονται στα δύο μέρη του 777 ηχογραφήθηκε πίσω το 1983 ή μόλις προχθές. Κολλάει γάντι με τον θαμπό υπναγωγικό pop ήχο που είναι τόσο της μόδας, αλλά ταυτόχρονα η φάση του είναι τόσο ιδιαίτερη που σε κάνει να αναρωτιέσαι από κατέβηκε αυτός ο τύπος τώρα. Η εκτελεστική του μέθοδος που χρησιμοποιεί στην μουσική του είναι σχετικά απλή : η χαλαρή micro-house χαριεντίζεται με ψευδo - funky μπασογραμμές και hard rockin σολάκια με την απαραίτητη lo-fi βαβούρα στην παραγωγή. Η μεγάλη ατραξιόν είναι, βέβαια, η μπάσα, sexy φωνή του Tonetta. Αυτός ο hyper – cool τρόπος που αρθρώνει τα πιο αναίσχυντα, ηδονιστικά στιχάκια από την εποχή του “Lick My Decals Off Baby” με τον απαραίτητο για το 2011 αμφισεξουαλικό προσανατολισμό. Συνήθως, μοστράρει στην αρχή του κομματιού τον ρεφραίν ή απλά τον τίτλο που είναι σχετικά κοινότυποι και μετά σου πετά 1 – 2 στροφές με τελείως προκλητικό περιεχόμενο που ανατρέπει την βατότητα ενός τρίλεπτου τραγουδιού. Και η μαγκιά του είναι ότι ακολουθεί αυτήν την τακτική και στα δύο άλμπουμ, χωρίς να ρίχνει την ποιότητα στιγμή . Μια ιδιαίτερη ποπ ιδιοφυΐα, λοιπόν, ο Tonetta και σε όποιους αρέσει. Tουλάχιστον, εμένα με ενθουσίασε. Φαντάζομαι, πώς ένα κομμάτι με τίτλο “Doin A Dyke Tonight” θα ξετρέλαινε και τον Ron Swanson της σειράς “Parks and Recreation”. Άσχετο, αλλά όσοι γνωρίζουν, θα επικροτήσουν! Για αυτούς με τα πιο straight γούστα, θα την βρουν με το σχόλιο - παρωδία του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στο “Red, White And Blue”.Για όλους έχει ο τρελο-τονέττας!

((E A R - 1)) ((E A R - 2)) ((E Y E))

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

GROUP DOUEH - "ZAYNA JUMMA" (2011)

Κάπου το 2007, τα λαγωνικά της Sublime Frequencies, κούνησαν φιλάρεσκα τις ηχητικές απολήξεις των μυτών τους στον σκονισμένο αέρα των παρυφών της ερήμου της Σαχάρας και μυρίστηκαν μία μουσική όαση. Έτρεξαν λυσσασμένα προς το μέρος της εκρηκτικής Touareg μουσικής και κάπως έτσι, με τις γλώσσες να πέφτουν πλαταγίζοντας στις άκρες των σαγονιών τους, ανακάλυψαν τους Group Doueh. Από τότε μέχρι σήμερα η μαροκινή μπάντα έχει κυκλοφορήσει 4 album, το ένα καλύτερο από το άλλο και δειλά-δειλά έχει επεκταθεί στο δυτικό κόσμο, περιοδεύοντας πέρυσι στην Ευρώπη και προγραμματίζοντας μία ακόμη περιοδεία φέτος που περιλαμβάνει και τη βόρειο Αμερική. Εξερευνώντας σε κάθε κυκλοφορία τους πολλά μουσικά στοιχεία, δοκιμάζοντας διαφορετικές νόρμες και πλευρές που μπορεί να καλύψει ο ήχος τους, οι Group Doueh δεν επαναλαμβάνονται ποτέ. Από τη στιγμή βέβαια που έχουν αποφασίσει να αναφέρονται σε δυτικά αυτιά, αυτή η διερεύνηση σημαίνει πως μάλλον έχουν πάψει να είναι η καλύτερη μπάντα για τοπικούς γάμους και πως ο ήχος τους γίνεται ολοένα και πιο προσιτός για τη δύση, πιο εγκεφαλικός και λιγότερο σωματικός, πιο δομημένος και δουλεμένος και λιγότερο εκστατικά μονότονος. Το Zayna Jumma είναι η πρώτη “κανονικά” ηχογραφημένη κυκλοφορία τους και περιέχει ένα ξέφρενο drum-kit, σκόρπια εφέ στις κιθάρες, δίνει περισσότερη βαρύτητα στις μελωδίες, με το τελικό αποτέλεσμα του ήχου να είναι αρκετά πλούσιο, αρκετά βαθύ, αρκετά προσεγμένο στη παραγωγή. Φυσικά, δεν έγιναν ξαφνικά κουστουμάτοι αστέρες της ethnic μουσικής, νεόκοποι γυρολόγοι της κουλτούρας της βορείου Αφρικής – ασφαλώς και όχι. Παραμένουν γνήσιοι εκφραστές αυτής της πηγαίας και παρορμητικής μουσικής, της Touareg, της rock έκφρασης της αραβικής Αφρικής. Μιας μουσικής που περιέχει παλαμάκια και Αραβικές κραυγές, ντέφια και τελετουργικά χορωδιακά φωνητικά και ταυτόχρονα μετεωρίζεται ανάμεσα στο kraut, το 60’s garage, τη πρωτόλεια ψυχεδελική μουσική – τόσο έντονα ρυθμική, όσο μόνο η αφρικάνικη μουσική μπορεί να γίνει. Ο γκουρού της μπάντας, ο κ.κ. Salmou Baamar, χτίζει μία οικογενειακή δυναστεία κάτω από την ομπρέλα της Sublime Frequencies, με τις φήμες να λένε ότι μαθαίνει drum-kit στο δωδεκάχρονο γιο του και κιθάρα σε ένα πιτσιρίκι μόλις 9 ετών και διευθύνει τη μουσική αυτή κολεκτίβα με τον καλύτερο τρόπο, οδηγώντας την, σαν γνήσιος ηγέτης, στο δρόμο της μουσικής τελειότητας.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

ALEXANDER TURNQUIST - "HALLWAY OF MIRRORS" (2011)

Αυτός ο νεαρός κύριος, μόλις 23 παρακαλώ, κατοικοεδρεύει στη Νέα Υόρκη και έχει ήδη προλάβει να κυκλοφορήσει τέσσερα album. Η μουσική που πλάθει συγγενεύει αρκετά με αυτή του James Blacksaw. Ιδιαιτέρως τεχνική, βασισμένη στη δωδεκάχορδη κιθάρα, στις έντονες μελωδίες, στη βαριά ατμόσφαιρα. Μέσα σε κάτι περισσότερο από μίση ώρα που διαρκεί το Hallway of Mirrors από την VHF, ο Turnquist καταφέρνει να πείσει για την αρτιότητα και την δυναμική των συνθέσεων, που εξελίσσονται σε ομόκεντρους κύκλους. Οι μελωδίες παρατάσσονται η μία μετά την άλλη, γύρω από ένα κλειστό πυρήνα επαναλαμβανόμενων μοτίβων, σχεδόν μάντρα θα έλεγα, στη δωδεκάχορδη κιθάρα. Από εκεί και πέρα, το πιάνο και το vibraphone συμμετέχουν ενεργά στη δομή αυτών των μελωδίων, που ορθώνονται επικές και επιβλητικές σε ένα σύνολο τόσο έντονα στατικό που γίνετε περίπου ψυχεδελικό - που είναι σα να σε τοποθετεί σε ένα κλειστό χωλ γεμάτο καθρέπτες, όπου χάνεσαι και ζαλίζεσαι από την επανάλληψη των αντανακλάσεων και απο την πολλαπλότητα των ειδώλων. Τα ίχνη των επιρροών είναι εύκολα αναγνώσιμα: John Fahey, Jack Rose, Steve Reich. Αν δεν ήταν τόσο καλά παιγμένο, με την βοήθεια των Christopher Tignor στο βιολί και Matthew O’Koren στο vibraphone, αν η παλέτα των τόνων που συνθέτουν τις μελωδίες δεν ήταν τόσο μεγάλη και τόσο πολύχρωμη, αν υπήρχαν περισσότερα κλισέ και στερεότυπα από τη πολυφορεμένη ρομαντική νέο-φολκ, αν τα κομμάτια δεν ήταν τόσο συμπαγή και χρονικά περιορισμένα, ίσως θα είχαμε να κάνουμε με μία κυκλοφορία της σειράς, μία ακόμη από τις πολλές που αναπαράγουν αυτό το είδος μουσικής. Όμως δεν είναι έτσι. Ο Turnquist κατορθώνει να διαφέρει, κατορθώνει να δείχνει αξιοζήλευτη ωριμότητα (για την ηλικία του) και να μην πλατειάζει. Μέσα από τα 5 χωρίς καθόλου φωνητικά κομμάτια του, αποδεικνύει ότι μπορεί να κάνει ένα από τα κορυφαία album της χρονιάς, στο συγκεκριμένο μουσικό είδος.

((E A R))
((E Y E))