Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

YAIR YONA - "WORLD BEHIND CURTAINS" (2012)

Ο ισραηλινός Yair Yona, είναι ένας ακόμη μουσικός που καθοδηγείται από την αγάπη του για την Αμερικανική φολκ μουσική, ιδίως το Finger-picking των John Fahey και Leo Kottke (ή αλλιώς Tahoma) και για την Βρετανική φολκ μουσική των 60s-70s, με τον Bert Jansch να αποτελεί κάτι σαν προσωπικό του ίνδαλμα. Ο πρώτος του δίσκος (Remember) ήταν ένα σαφώς συμπαθητικό άκουσμα για φανατικούς λάτρεις του είδους – γρήγοροι ρυθμοί, συχνά εναλλασσόμενες μελωδίες στην κιθάρα, υψηλού επιπέδου τεχνική – δύσκολα όμως θα συγκινούσε οποιονδήποτε δεν ανατριχιάζει με το Yellow Princess ή το The Grail and the Lotus. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος και για το νέο του δίσκο, αν δεν κατόρθωνε να εμπλουτίσει τόσο πολύ και τόσο προσεκτικά τον ήχο του, με τρόπο ιδιαιτέρως ενδιαφέρον. Δεν είναι μόνο τα ανατολίτικα και μεσογειακά στοιχεία που εισβάλλουν στο ταχύτατο finger-picking, είτε από ρυθμούς και μελωδικές γραμμές, είτε από ήχους, με έγχορδα όπως το μπουζούκι. Είναι επίσης το πιάνο και το βιολί, που σε στιγμές αποκτούν κεντρικό ρόλο, είναι η έμφαση στην ατμόσφαιρα που δίνει ο Yona, είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει το είδος: καταφέρνει να χτίσει συνθέσεις, πλάθοντας μια κινηματογραφική αίσθηση στη μουσική, με πλούσιες ενορχηστρώσεις, πολλές διαστρωματώσεις και έντονη ατμόσφαιρα. Υπό αυτή την οπτική γωνία ο Yona μοιάζει αρκετά με τον James Blacksaw, αν και σε αντίθεση με τον τελευταίο εστιάζει περισσότερο στη πολλαπλότητα των μελωδίων (με αποκορύφωμα το poetry nights in valhalla), καταφέρνοντας, τελικά, να αποδώσει με ένα εντελώς δικό του τρόπο, το πολυαγαπημένο αυτό μουσικό είδος.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

BAND OF HOLY JOY - "HOW TO KILL A BUTTERFLY" (2011)

Ήδη από το ξεκίνημα τους πίσω στις γοητευτικές 80s post-punk ημέρες, οι Band of Holy Joy είχαν ταυτιστεί με μία άλλη άποψη για την βρετανική pop. Με γερές βάσεις στην παραδοσιακή βρετανική folk , μεταλλαγμένη για τις ανάγκες ενός πολιτικοποιημένου μποέμ του αστικού περιβάλλοντος, μια πιο ανθρωπινή, συναισθηματική, αντιεμπορική, χύμα, άμεση και ειλικρινής pop είναι αυτή που πρεσβεύει ο Johnny Brown και η παρέα του. ‘Έτσι, έρχονταν πάντοτε σε πλήρη αντίστιξη με τις νεορομαντικές ονειροπολήσεις συναδέλφων τους, που κυριάρχησαν στα 80ς και την χαζοχαρούμενη αφέλεια της brit pop που ακολούθησε. Πάντοτε, η BOHJ είχαν το δικό τους πιστό ακροατήριο και αυτό μάλλον τους αρκούσε. Εξάλλου, η όλη πορεία τους είναι γεμάτη συγκλονιστικές κορυφώσεις που σκιάζονται από λάθος επιλογές και «αντιεπαγγελματικές συμπεριφορές» με πρόχειρα παραδείγματα την παταγώδη αποτυχία τους όταν προσπάθησαν να παίξουν με τους όρους της brit pop αγοράς στο νερόβραστο “ Positively Spooked” και την διάλυση , ουσιαστικά, της μπάντας αμέσως μετά το αριστούργημα τους “Love Never Fails” . Ακόμη, και μετά την επανασύνδεση τους στα 00s και την σταθερή προώθηση τους μέσω του Wire αλλά και του πανέμορφου τους site, αισθάνεσαι ότι πάλι οι βρετανοί τραγουδοποιοί κάνουν τα πράγματα στο δικό τους καλλιτεχνικό χρόνο και όπως πραγματικά νομίζουν. Από την μία πραγματοποιούν συναυλίες παθιάρικες, συγκινητικές και ατελείωτες όπως είδαμε και εμείς στην Αθήνα στο καταγώγιο του Rodeo, κυκλοφορούν σε λίγες κόπιες θεματικά μίνι-άλμπουμ για τον Barrows και τον John Wesley και όταν έχουν στα χέρια τους 5-6 καλά κομμάτια (βλ. Punklore), δεν καταφέρνουν ποτέ να τα κυκλοφορήσουν ευρέως. Αλλά δεν μπορείς να τους κρατάς κακία, αυτήν τη ελευθερία έκφρασης γουστάρεις να έχει η αγαπημένη σου pop μπάντα, όσο και αν δημιουργικά δεν αποφεύγει σκαμπανεβάσματα. Έτσι, και το πρώτο τους «κανονικό» άλμπουμ μετά από 10 χρόνια, που κυκλοφόρησε πέρσι, περιέχει μερικά υπέροχα κομμάτια που σπιλώνονται ελαφρώς από τις αναμενόμενες από αυτούς ατέλειες που τόσα χρόνια έχουμε μάθει να αγαπάμε. Βασικό συστατικό των συνθέσεων είναι το μεράκι των δύο παλιοσειρών της μπάντας. Από την μία βιολί του Chris Brierley χτίζει μελωδικά όλα τα κομμάτια και κάθε του δοξαριά σου τρυπά πραγματικά την καρδιά. Από την άλλη, ο μοναδικός Johnny Brown για άλλη μια φορά γράφει στίχους που σε εμπνέουν να δεις την ζωή λίγο πιο συναισθηματικά αλλά και πολιτικά ταυτόχρονα, ενώ οι ερμηνείες του βρίθουν από το Μπρεχτικών διαστάσεων πάθος του. Οι ενστάσεις μου έχουν να κάνουν με τους υπολοίπους της μπάντας και ιδίως τους νεαρούς στο rhythm section που μου ακούγονται πλαδαροί και χωρίς καθόλου φαντασία. Αισθάνεσαι, κάποιες στιγμές, ότι οι Brown και Brierley τους καλούν στην υπέρβαση αλλά αυτοί κωλοκάθονται σαν βαρίδια κάτω. Και η παραγωγή για τον χρόνο που αφιέρωσαν, είναι λίγο ξερή. Αλλά όταν ο άλμπουμ ξεκινά με έναν ακόμη ξεσηκωτικό ύμνο όπως το “Go Break The Ice”, η μουρμούρα οφείλει να σταματά. Και όταν, μάλιστα, στην συνέχεια βρίσκεις 3-4 ψυχωμένα, γεμάτα σάρκα και αίμα , ζωντανά κομμάτια το βουλώνεις και απολαμβάνεις. Προς το δεύτερο μισό του άλμπουμ, η ένταση καταλαγιάζει λιγάκι για να προβληθούν μια σειρά από αφηγηματικές μπαλάντες, όλο θεατρικότητα και δυναμισμό που καταπιάνονται με τις καινούργιες άναρχο- οικολογικές / νεοδιαφωτιστικές ανησυχίες του Brown, δοσμένες με έναν ανθρώπινο λυρισμό μακριά από δογματισμούς και στείρα σλόγκαν. Η δικής μας αγαπημένη pop μπάντα επέστρεψε, yei!

((REMOVED BY KIND REQUEST)) ((E Y E))

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

HANNE HUKKELBERG - "FEATHERBRAIN" (2012)

Το ότι αυτή η Νορβηγίδα έχει εκπληκτική φωνή, δε περιμέναμε δα να το μάθουμε στο τέταρτο album της. Ότι τα κομμάτια της διατρέχονται από μία παγωμένη, μα ταυτόχρονα άμεση, λυρικότητα, είναι κοινός τόπος και στις τρεις προηγούμενες κυκλοφορίες της. Όπως επίσης πως η ποπ μουσική που φτιάχνει έχει μια δύστροπη αφαιρετικότητα, ή ότι οι δίσκοι της θυμίζουν κάτι από Bjork, ή ότι πάντα κατάφερνε να κάνει καλά κομμάτια που για ένα περίεργο τρόπο δεν δένανε καλά στο σύνολο - ακούγοντας τους προηγούμενους δίσκους, με εξαίρεση ίσως το ντεμπούτο της, υπήρχε μια υπόνοια πως κάτι έλειπε, κάτι δε πήγαινε καλά, κάπου κουραζόσουν στην ακρόαση. Ε, όχι πια.
Το Featherbrain, είναι άψογο. Πέρα από τις αδιαμφισβήτητα εντυπωσιακές ικανότητες της φωνής της Hukkelberg, πέρα από την ονειρική ατμόσφαιρα, τις γλυκές μελωδίες, κτλ, αυτή η κυκλοφορία περιέχει ένα ατελείωτο οπλοστάσιο από μουσικά στοιχεία, διαφόρων ειδών και εποχών, μπολιασμένα ιδανικά πάνω σε αυτή τη ποπ ιδιωματική μουσική. Είναι ένα album που θέλει προσεκτική ακρόαση, ίσως και ακουστικά, απαιτεί προσοχή στους στίχους – σε κερδίζει αυτομάτως με την εναλλαγή των στοιχείων, με τη δουλεμένη και μελετημένη κλιμάκωση κάθε κομματιού και το πώς κατορθώνει, μέσα σε όλα αυτά, να παραμένει δύστροπα αφαιρετικό. Οι μουσικές αναφορές που υπάρχουν πίσω από κάθε κομμάτι είναι αμέτρητες (τόσες που αν ξεκινήσω την απαρίθμηση δε θα τελειώσουμε ούτε αύριο) και αυτό αποτελεί ένα ρίσκο για τη συνοχή, άλλα και για την ποιότητα του δίσκου και σε αυτό το ρίσκο η συμπαθέστατη σκανδιναβή τα καταφέρνει περίφημα, κάτι σαν φλος ρουαγιάλ από χέρι…

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

RICHARD YOUNGS - "CORE TO THE BRAVE" (2012)

Ασταμάτητος, όπως πάντα, ο Richard Youngs έχει ήδη προλάβει μέσα στο 2012 να κυκλοφορήσει 2 album. Οι περισσότεροι μουσικοί μοιάζουν χαμένοι και μπερδεμένοι με τη νοοτροπία που έχει υπερισχύσει περί κυκλοφοριών, από τη στιγμή που το internet άλλαξε τα δεδομένα. Πλέον, εδώ και καιρό, οι δίσκοι, στη μεγάλη πλειονότητα τους, δεν αποτελούν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που τα κομμάτια, οι συνθέσεις, δουλεύονται ξανά και ξανά, μέχρι να φτάσουν στο επιθυμητό επίπεδο – το επίπεδο αυτό έχει κάπως εξαλειφθεί, από τη στιγμή που ο ίδιος ο δίσκος, σαν αντικείμενο, παραγκωνίζεται σταδιακά από την διαδικασία ακρόασης, μπαίνει στη σφαίρα του υλισμού και του φετιχισμού - η νέα μουσική διαχέεται από το internet και αποκτάει μια υπόσταση εφήμερου. Οι περισσότεροι μουσικοί λοιπόν, χαομένοι λίγο από αυτή την έννοια του εφήμερου, κυκλοφορούν κάθε τρεις και λίγο κομμάτια και δίσκους - πολλές φορές η ποσότητα δείχνει πιο σημαντική από την ποιότητα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι σε αυτή τη παγίδα έχει πιαστεί και ο Youngs, με τρεις, τέσσερις και πέντε κυκλοφορίες κάθε χρόνο, μα άμα τις ακούσεις αυτές τις κυκλοφορίες, καταλαβαίνεις πως απλά, ο άτιμός, το ‘χει.
Έχει παρουσιάσει τα πάντα που μπορούν να χαρακτηριστούν σαν πειραματικά, αυτοσχεδιαστικά, folk ή pop, κι όμως συνεχίσει να εκπλήσσει με το εύρος στο οποίο μπορεί να κινηθεί – λες και τα μουσικά είδη είναι ένα είδος παιχνιδιού για αυτόν και σα μικρό παιδί παίζει πότε με το ένα και πότε με το άλλο. Σε αυτό το δίσκο λοιπόν, σε πιάνει από τα μαλλιά από την αρχή, ο χαρακτηριστικός τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί τις λούπες και τη διαστρωμάτωση τους, είναι εδώ επιθετικός και θορυβώδης, ένα distortion επικάθεται πάνω στα πάντα. Ο ρυθμός του δίσκου είναι γρήγορος, εξουθενωτικός και όλα τα κομμάτια μουλιάζουν σε παραμορφωμένες, βαριές μπασσογραμμές, στα όρια του progressive ή του metal. Το μόνο πράγμα που παραμένει ίδιο σε όλες τις κυκλοφορίες του Youngs είναι η φωνή του – επίπεδη και ήρεμη, δίχως μεγάλο τονικό εύρος, λίγο συναισθηματική και αρκετά απόμακρη, περισσότερο σα να απαγγέλει ρυθμικά, παρά σα να τραγουδάει. Που σε αυτή τη κυκλοφορία, από τη Root Strata αυτή τη φορά, ίσως μοιάζει εκ πρώτης ακροάσεως παράταιρη μα, όπως συμβαίνει πάντα με αυτόν το τύπο, με μια πιο προσεκτική ματιά, είναι αυτή η φωνή που δίνει ένα άλλο επίπεδο μαγείας στη μουσική του.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

RED TRIO + JOHN BUTCHER - "EMPIRE" (2011)

Σε αυτήν την όμορφη κυκλοφορία δίδεται η ευκαιρία σε όσους από εμάς παρακολουθήσαμε με το στόμα ανοικτό την ανεπανάληπτη αυτοσχεδιαστική solo ζωντανή εμφάνιση του Bucher πριν από λίγες μέρες στην Knot Arts, να τεστάρουμε αν καταφέρνει να παράγει εξίσου συναρπαστικούς ήχους από το tenor sax του στο πλαίσιο ενός free jazz κουαρτέτου. Βέβαια, για να μην κρυβόμαστε, αυτοί μάλλον που θα αισθάνονταν ότι πρέπει να αποδείξουν κάτι είναι οι Red Trio, παρά ο εμπειρότατος βρετανός. Κι αυτό, διότι αυτή είναι μόλις η δεύτερη κυκλοφορία για το νεανικό jazz τρίο από την Πορτογαλία, αποτελούμενο από τους Rodrigo Pinheiro( πιάνο ), Hernani Faustino ( κοντραμπάσο ), Gabriel Ferrandini (drums και κρουστά) .Σίγουρα, από τα λεπτά του “sustained” που ανοίγει το CD, η προσοχή σου αυθόρμητα επικεντρώνεται στα κελαριστά, υψίφωνα multiphonics του Butcher και στην ατελείωτη ποικιλία πανομοιότυπων αλλά ταυτόχρονα διαφορετικών ήχου που εκπέμπει το σαξόφωνο του. Στην αρχή, οι πορτογάλοι μοιάζουν να περιορίζονται σε ένα ρόλο συνοδευτικό δίπλα στον big John, χωρίς να προκαλούν ανατροπές στην πορεία του αυτοσχεδιασμού. Ίσως, επειδή δεν έχουν ακόμη φθάσει αυτήν την μοναδική ποιότητα στην υφή του ήχου που παράγει ο Butcher, να διστάζουν να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Στο σπονδυλωτό “pachyderm” οι Red trio μοιάζουν να έχουν απελευθερωθεί αρκετά από τα όποια κόμπλεξ κατωτερότητας και οδηγούν μεθοδικά τον Butcher σε μια υψηλής ενέργειας fire jazz απογείωση που ακούγεται αρκετά πρωτόλεια για το πιο μετρημένο στυλ του και έτσι τον σπρώχνουν σε μια νέα περιοχή και γι αυτόν. Στο μακροσκελές ομώνυμο κομμάτι που κλείνει την στούντιο συνεύρεση φαίνεται πως έχουν πια γνωριστεί μουσικά για τα καλά μεταξύ τους και επιχειρούν μια πιο αφηρημένη προσέγγιση στον αυτοσχεδιασμό με τον Pinheiro στο πιάνο να δοκιμάζει επιτυχώς και τα πιο χαμηλά του πλήκτρα, τον drummer να αλλάζει συνεχώς κατευθύνσεις και τον butcher να ξεσπά με απρόσμενες ριπές – κραυγές μέσα από το σαξόφωνο του, λες και πρόκειται να ξεράσει τα πνευμόνια του πάνω στο επιδέξιο trio. Μετά από μια τέτοια κορύφωση το CD κλείνει λιγάκι υποτονικά με μια ζωντανή ηχογράφηση στο Ιmaxinasons φεστιβάλ, που υπολείπεται σε επίπεδο ευρηματικότητας, αλλά και ποιότητας ηχογράφησης. Συνοψίζοντας, για μένα η κορυφαία στιγμή του John Butcher σε group κατάσταση παραμένει το αριστούργημα του αναγωγισμού “Field” με τους Polwechsel και Tilbury, αλλά σίγουρα η πιο free jazz οπτική που επικρατεί εδώ, δεν στερείται ουσία.

((E A R)) ((E Y E))

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

SHIN JOONG HYUN – “BEAUTIFUL RIVERS AND MOUNTAINS: THE PSYCHEDELIC ROCK SOUND OF SOUTH KOREA” (2011)

Σε αυτήν την πληρέστατη συλλογή – πορτοφόλιο της πολυτάραχης καριέρας του άγνωστου στη δύση κιθαρίστα / τραγουδοποιού / παραγωγού Shin Joong Hyun περιέχονται μερικά ασκόνιστα διαμάντια της 60-70ς κορεάτικης ψυχεδελικής σκηνής, που πιστέψτε με δεν είχε και πολλά να ζηλέψει από την αντίστοιχη αμερικάνικη, εκτός ίσως από τα ναρκωτικά και τις ελευθερίαζες χίππισες. Άλλωστε, η καριέρα του ίδιου του Κορεάτη master την οποία θυμάται η συλλογή εδώ, τερματίστηκε άδοξα όταν οι διωκτικές αρχές της τότε χούντας ανακάλυψαν κάποια γραμμάρια μαριχουάνα απάνω του και τον έστειλα κατευθείαν στην ψειρού. Ευτυχώς, ο μικροκαμωμένος μας φίλος είχε προλάβει να διαγράψει μια δεκαετή πορεία στην εγχωρία rock / pop σκηνή και να περάσει σχεδόν από όλα τα μουσικά υποείδη που ξεπήδησαν εκείνα τα γόνιμα χρόνια. Η αγάπη του για το rock n roll γεννήθηκε, κλασσικά, από την ακρόαση του σταθμού της αμερικάνικης βάσης της Seoul και εδραιώθηκε με την αγορά εισαγόμενων από τις ΗΠΑ δίσκων στο αντίστοιχο τοπικό παζάρι της βάσης. Το τρομερό μουσικό ταλέντο του Shin, του επέτρεψε να απορρόφηση ακόρεστα αυτές τις επιρροές και να τις παντρέψει με τις μελωδίες, τις γραμμές και τους τρόπους της παραδοσιακής μουσικής της Κορέας δημιουργώντας, ανάλογα με την έμπνευση και τους κατά καιρούς συνεργάτες του, μοναδικά υβρίδια. Όλα τα έχει ο μπαχτσές του Shin. Από πρωτόλειο boogie, δακρύβρεκτες φθινοπωρινές μπαλάντες, πρώτο Κ-Pop χιτάκια, μακροσκελή blues τζαμαρίσματα, έως και προχωρημένο psych rock, μελιστάλακτο ακουστικό folk με γυναικεία φωνητικά και οργανικό επικό prog rock. Και όλα αυτά κοσκινισμένα από ένα μοναδικό κορεάτικο φίλτρο που προσδίδει μια προκλητικά εξωτική διάσταση σε εμάς του δυτικούς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι συνθέσεις δε στέκονται στο ύψος της εποχής που τις γέννησε. Από τις συλλογές που σου ανοίγουν την όρεξη να ψάξεις και τα originals.`

((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

JAKOB OLAUSSON - "MORNING & SUNRISE" (2011)

Αυτός είναι ένας από τους δίσκους που θα ακούσεις ξανά και ξανά και κάθε φορά θα σου αρέσει όλο και περισσότερο. Ίσως αυτό να οφείλετε στο παλιομοδίτικο ύφος που υπάρχει στις συνθέσεις του Σουηδού αυτού αγρότη, ή ίσως η μπάσα, εκφραστική και μελαγχολική φωνή του – συνοδευόμενη πάντα από ένα βαθύ echo – ή μπορεί να είναι η κιθάρα του, άλλοτε να μουρμουράει αλλόκοτα ξεκούρδιστη και άλλοτε νηφάλια, μελωδική και κουρδισμένη. Κιθάρα που απλώνετε σε πολλά επίπεδα σε κάθε κομμάτι, πλάθοντας έτσι πολλές μελωδικές γραμμές. Μπορεί βέβαια να είναι η ψυχεδελική χροιά που διατρέχει όλα τα κομμάτια, ή ίσως η ροή του δίσκου, με πολλές κορυφώσεις αλλά και πολλά περάσματα που η μουσική εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς, νωχελικά και απολαυστικά, χρησιμοποιώντας τα κενά σα μέρος της σύνθεσης. Κάτι από όλα αυτά, δε μπορεί, θα καταφέρει να σε κάνει να μην προσπεράσεις στα γρήγορα αυτό το δίσκο. Και έπειτα, μετά τις πρώτες ακροάσεις, θα σε γοητεύσουν τα παράταιρα σόλο πάνω από τα ακόρντα, σόλο που παραπέμπουν στους πιο σκοτεινούς και θολούς ήρωες της τραγουδοποιίας, σαν τον Jandek και τον Ed Askew. Θα σε κερδίσει, σίγουρα, η αμεσότητα των κομματιών, η απλότητα του ήχου και η προσεγμένη, αλλά όχι γυαλισμένη, ερασιτεχνική ηχογράφηση. Είναι τελικά από τους δίσκους που στέκονται σε μία χρονική απροσδιοριστία, δεν μπορείς να πεις με σιγουριά ότι έχει ηχογραφηθεί αυτή τη χρονιά, αυτή τη δεκαετία, ή το ’70, ή το ’60. Είναι ένα διαμάντι τραγουδοποιίας, που επιβάλλει την ατμόσφαιρα του και, τελικά, αυτό είναι που θα σε κάνει να τον αγαπήσεις. Να τον ακούσεις ξανά και ξανά.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

PIMMON - "THE OANSOME ORBIT" (2011)

Πίσω από το όνομα Pimmon βρίσκετε ο Αυστραλός Paul Gough, που, για να μη το παίζω ξερόλας, είχα ακούσει ελάχιστα πράγματα από αυτόν, κύριως σε συνεργασίες όπως αυτή έδω και το τελευταίο του album από την Room40, με ξάφνιασε ευχάριστα. Ο Pimmon έχει ήδη πάνω από 15 χρόνια στο κουρμπέτι της ηλεκτρονικής-ατμοσφαιρικής μουσικής και θεωρείτε ένας από τους πατριάρχες του είδους στη πατρίδα του. Το απολαυστικά μεγάλης διάρκειας “The Oansome Orbit” στα βασικά του συστατικά δε διαφέρει από πολλές κυκλοφορίες με τις οποίες έχει πλημμυρίσει η πιάτσα: αυτό το λίγο retro, λίγο ατμοσφαιρικό, λίγο ‘80s drone, με παλιομοδίτικα μπιμπλίκια, που φλερτάρει με το new wave, κτλ. Όμως στο αποτέλεσμα διαφέρει. Αρκετά. Τα ηχοτόπια που καταφέρνει να χτίσει ο κ. Gough, δεν προσπαθούν επιτηδευμένα να γίνουν δυστοπικά, με κάτι από Blade Runner. Έχουν ένα πολύ δουλεμένο βάθος και εύρος, μια εντυπωσιακή διαστρωμάτωση, μια μεγάλη γκάμα διαφορετικών, περίπου ασύνδετων, ήχων. Κάτι που προσφέρει στο δίσκο μια πλούσια εναλλαγή καταστάσεων – από τους τραχείς ανατριχιαστικούς βόμβους, στις μελαγχολικές αρμονίες από έγχορδα, από το περίπου λευκό θόρυβο των παραμορφώσεων, στο γήινο ψηφιδωτό από ήχους υδάτων και αέρα. Ο τρόπος με τον οποίο ξεπηδούν οι μελωδίες μέσα από τους ατελείωτους βόμβους, από τα πλήκτρα και τα έγχορδα, από την αφαιρετική αισθητική και τα επιθετικά distortions και, τέλος, η συνεχής κυματιστή ροή που διατρέχει όλες τις συνθέσεις, πραγματικά καταφέρνουν να σε παρασύρουν στο δικό τους, σκοτεινό και απόμακρο μικρόκοσμο των θορύβων του κόσμου, μακρόκοσμο των βόμβων του πλανήτη.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

HAUNTED HOUSE - "BLUE GHOST BLUES" (2011)

Οι Haunted House, ήταν μια μπάντα που είχε φτιάξει ο Loren Connors κάπου τη δεκαετία του ’90, με μικρή διάρκεια ζωής, περίπου 2 ετών και τη συμμετοχή των Andrew Burnes, Suzanne Langille, Neel Murgai. Πάνω από μία δεκαετία μετά, το συγκρότημα επιστρέφει με ένα δίσκο που δανείζεται το τίτλο του από ένα κομμάτι του Lonnie Johnson (1899-1970), έναν από τους πιο γνωστούς μπλουζίστες. Η μουσική που περιέχει βέβαια το Blue Ghost Blues, απέχει αρκετά από τον ήχο του Johnson. Οι δύο κιθάρες (Connors και Burnes) μπλέκονται σε μία συνεχόμενη θορυβώδης ομίχλη από παραμορφώσεις και feedback, πλάθοντας μια ατμόσφαιρα στεγνή και παγωμένη, δίχως κανόνες και ηχητικές μορφές, δίχως πολυπλοκότητες και πολυεπίπεδες αναλύσεις ήχου – ένα χαλί θορύβου που κινείτε σαν ερπετό ή αλλιώς, σαν παλιό noise-rock. Οι μελωδίες ξεπηδούν αργά μέσα από την ηχητική διαστρωμάτωση των θορύβων, με τρόπο απόμακρο και ψυχρό και το επίπεδο συνεννόησης ανάμεσα στον Connors και τον Burnes, είναι τόσο άψογο που πραγματικά σε παρασύρει. Πίσω τώρα από τις κιθάρες, δεσπόζουν τα drums του Murgai. Ρυθμικά, βίαια και λίγο τελετουργικά, όχι μόνο ενισχύουν την αίσθηση του παλιομοδίτικου κιθαριστικού θορύβου που διατρέχει το album, μα προσθέτουν και ένταση, ενέργεια και δυναμική – με έναν απροσδόκητα φυσικό και απλό τρόπο, περίπου στα χνάρια του Jonathan Kane, ή των This Heat. Διάσπαρτα, μέσα σε αυτό το κουβάρι θορύβου, εμφανίζεται η φωνή της Langille, η οποία δε τραγουδάει, μα μουρμουράει, παραμιλάει, φωνάζει, απαγγέλει – ερμηνεύει, με λίγα λόγια, με εντελώς θεατρικό τρόπο, γεμάτο συναισθήματα και εκφραστικότητα. Αυτός ο δίσκος είναι πραγματικό διαμάντι, με μία υπόγεια ανεπεξέργαστη δύναμη, τραχιά και απόμακρη.

((E A R))
((E Y E))

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

DANIEL PADDEN - "SHIP CHOP" (2011)

Στον καινούργιο του δίσκο, ο βρετανός Daniel Padden αφήνει στην άκρη τα όργανα, την κιθάρα, το πιάνο, τα πνευστά, όλα όσα μας είχε συνηθίσει σαν μέλος των Volcano The Bear και των The One Ensemble. Το Ship Chop είναι διαφορετικό, μιας και στην ουσία αποτελεί μια ατελείωτη μίξη ethnic μουσικής, κυρίως κάπου ανάμεσα στη μέση και την άπω ανατολή. Ο τρόπος με τον οποίο ο Padden δημιουργεί αυτό το ψηφιδωτό από samples είναι τόσο ήπιος που πολλές φορές δεν ξέρεις αν έχει επέμβει, αν έχει προβάλλει λούπες πάνω σε λούπες, που τελειώνει τι και που αρχίζει κάτι άλλο. Τα περισσότερα κομμάτια κρατάνε αρκετά σε διάρκεια και σε μαγνητίζουν τόσο πολύ στο κόσμο τους, που δεν μπορείς να διακρίνεις τα όρια. Εντάξει, αυτό δεν συμβαίνει σε όλη τη διάρκεια του δίσκου, αλλά ακόμη και στα σημεία που οι τομές και οι επικολλήσεις είναι ξεκάθαρες, ο Padden έχει βρει ένα τέλειο τρόπο να τις δέσει, λες και μια ζωή ήταν παραγωγός ή dj. Φυσικά στο τελικό αποτέλεσμα υποβόσκει το γνωστό από τους Volcano The Bear χιούμορ, φυσικά και είναι άκρως εξωτικό και αιθέριο, με τα μαγευτικά ανατολίτικα κρουστά και τις υπνωτιστικές μελωδίες, τα περίπου τελετουργικά φωνητικά και τα απλά – μα όχι απλοϊκά – χορευτικά ιδιώματα. Οι πήγες του Ship Chop μοιάζουν να προέρχονται περισσότερο από κάποιο κινηματογραφικό περιβάλλον – δεν είναι ακριβώς αυτή η υποκουλτούρα ή η χαμένη κουλτούρα αν προτιμάτε, που βγαίνει μέσα από τις κυκλοφορίες της Sublime Frequencies ή της Finders Keepers ή όποιας άλλης εταιρίας ασχολείται με αυτό το είδος του μουσικού μεμοραμπίλια για δυτικούς, μα ακριβώς αυτό το κινηματογραφικό περιβάλλον (να υποθέσω ότι τα περισσότερα samples τα έχει τραβήξει από soundtrack;) δίνει μία ξεχωριστή ατμόσφαιρα καθώς τα μουσικά μέρη εναλλάσσονται – κάτι σαν mixtape πάρα σαν mash-up. Ή, με άλλα λόγια, ένα ηχητικό κολλάζ με περίσσιο σεβασμό και με περίσσια ευγένεια.

((E A R))
((E Y E))