Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

EYELESS IN GAZA - “EVERYONE FEELS LIKE A STRANGER” (2012)















Η απρόσμενη αλλαγή του καιρού προς το συννεφιασμένο και μουντό τις τελευταίες μέρες μας έδωσε ένα υπέροχο γκριζωπό ουρανό που ταιριάζει γάντι με το γνωστό και αγαπημένο μελαγχολικό βρετανικό post folk στυλ των Eyeless In Gaza. ‘Έτσι και εγώ είπα να παρουσιάσω χωρίς πολλά-πολλά το νέο τους CD για να το ακούσετε πριν σκάσουν οι μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού και την βγάλουμε με την psych reggae Sun Araw και τα σπανιόλικα της Josphenine Foster. Στο 13ο άλμπουμ , λοιπόν, του χαμηλού προφίλ post-punk / avant folk διδύμου από το πάντοτε βροχερό Warwickshire, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει σε σχέση τα δύο τελευταία αριστουργήματα της μπάντας “Summer Salt” και “All Under The Leaves”. Κι εδώ η μοναδική χημεία των Martyn Bates και Peter Becker ξεδιπλώνει μεστά και περιεκτικά τραγούδια που πατούν στις κομψές, στρογγυλές μελωδίες του Bates αλλά και εμπλουτίζονται από πλείστα ορχηστρικά στοιχεία κάθε φορά. Σε αυτό το άλμπουμ, ισχυρίζονται ότι μπολιάζουν στον ήχο τους περισσότερα ακουστικά folk κιθαριστικά περάσματα, κάτι που ισχύει ως ηχητικό συστατικό σε κάποια κομμάτια. Από την άλλη, διατηρούν το προσωπικό τους ύφος, με τα ατμοσφαιρικά σκοτεινά περάσματα των πλήκτρων και τους μη επιθετικούς, μαλακούς ρυθμούς που πλάθουν χαλαρά τα tambourine, drumbox, pulse και λοιπά τεχνητά κρουστά. Στο κέντρο, βέβαια, θα βρείτε την υπέροχη φωνή του Bates : αέρινη, αβαρής, σχεδόν θηλυπρεπής για κάποιους η φωνή του. ‘Όμως, το εύθραυστο του falsetto μετά από χρόνια παιδέματος καταφέρνει να ακούγεται κυρίαρχο και ισχυρά αντηχών προς κάθε σημείο του ηχητικού πεδίου που καταλαμβάνει και αποτελεί και το ιδανικό όχημα για τους ιδιαίτερα προσεγμένους, επιμένων νεορομαντικούς του στίχους. Με αυτό το όπλο στα χέρια των Eyeless In Gaza, θα έλεγες ότι η ευρηματικότητα των συνθέσεων θα πέρναγε σε δεύτερη μοίρα. Η αλήθεια είναι ότι όσους μουσικούς νεοτερισμούς κι αν σκαρφιστούν θα υπερκαλύπτονται από το συναισθηματικό βάθος που δημιουργούν οι μελωδικές γραμμές του Bates. Και, προσωπικά, όσο και αν καταπιάνονται με free folk επιρροές τύπου Six Organs ας πούμε, τους προτιμώ το λυτό “Amongst The Gathering Skies” όπου μόνο με δύο απλές μελωδίες στη μελόντικα και την ανυψωτική φωνή του Bates, εξυφαίνουν ένα πανέμορφο ηχοτόπιο που σε συγκινεί ψυχικά, όσο λίγα στις μέρες μας.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

CHRIS CORSANO - "CUT" (2012)

Ένας από τους πιο παραγωγικούς μουσικούς σήμερα, ο Corsano έχει προλάβει πριν τα σαράντα του να παίξει μαζί με αμέτρητους μουσικούς σε αμέτρητες κυκλοφορίες και ταυτόχρονα να δημιουργήσει ένα εντελώς δικό του μουσικό πλανήτη στα προσωπικά του album. Κάτι σαν μουσικό φαινόμενο λοιπόν ο Αμερικάνος drummer-percussionist, εξερευνά ασταμάτητα και με τρομερή ενέργεια νέους ήχους, νέες φόρμες και νέους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκφραστεί πίσω από τα κλαπατσίμπαλα και τα κρουστά του και τα επιτεύγματα του μόνον άφωνο μπορούν να σε αφήσουν. Στο νέο του λοιπόν album, προχωράει λίγο παραπέρα στο ανεξερεύνητο αυτό πλανήτη, αποδομώνοντας ακόμη περισσότερο το ρυθμό και τη μελωδία, με βασικά του όπλα τον αυτοσχεδιασμό και τον ακατάπαυστο πειραματισμό με καινούργια αντικείμενα και τους ήχους που μπορεί να βγάλει κοπανώντας τα. Καταλήγει με 19 κομμάτια, διάρκειας από μερικά δευτερόλεπτα μέχρι και κάμποσα λεπτά, που καλύπτουν μια τεράστια γκάμα ειδών και ρυθμών, με αρκετά εμβόλιμα drones. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, ακούγοντας όλο το Cut, μένεις με την εντύπωση πως έχεις ακούσει μία ολόκληρη ορχήστρα σε έναν ελεύθερο και, φυσικά, έντονο αυτοσχεδιασμό και όχι απλά και μόνο ένα άτομο που παίζει, κυρίως, κρουστά. Αυτό εν μέρει οφείλετε στην ποικιλία των αντικειμένων που χρησιμοποιεί (εκ των οποίων καμπάνες, μεταλλικά αντικείμενα, πλαστικούς σωλήνες, βιολιά) και εν μέρει στη αστείρευτη φαντασία που διαθέτει να πλέκει όλους αυτούς τους ήχους σε ένα ενιαίο σύνολο. Το αποτέλεσμα ακούγεται να ακροβατεί ανάμεσα στον Harry Partch και τον Steve Reid, ανάμεσα στους πηγαίους αφρικανούς ρυθμούς και σε πρώιμα αμερικάνικα είδη. Και όλο αυτό καταφέρνει ο άτιμος να το κάνει εύκολα προσβάσιμο σε όλα τα αυτιά, δεν δημιουργεί δηλαδή μια κουφή πειραματίλα, μα ένα στερέωμα από ηχητικά πυροτεχνήματα τόσο φιλικό και ζεστό, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέχρι και σαν μουσικό υπόστρωμα καθημερινότητας. Κάτι που ελάχιστοι μουσικοί της πειραματικής σκηνής μπορούν να κάταφέρουν.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

VALLEY OF FEAR - "S/T" (2012)

Μια σκοτεινή, βίαιη και επιθετική χιονοστιβάδα βγαίνει από τα ηχεία καθώς ξεκινάει αυτό το περίπου album (είναι μόλις τριάντα λεπτά, άσχετο αν ακούγονται σαν δύο ώρες), που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, καθ’ όλη τη διάρκεια των τεσσάρων κομματιών του. Μαθαίνοντας το ποιοι βρίσκονται πίσω από αυτό το καταιγιστικό θόρυβο, οι Matthew Bower (Skullflower, Voltigeurs, Total), Justin Broadrick (Godflesh, Jesu) και Samantha Davis (Voltigeurs, Harm) δηλαδή, όλα φαίνονται λογικά. Οι βαριές παραμορφώσεις στις κιθάρες, η επική διάθεση των κομματιών, η βαριά ψυχεδέλεια, το φλερτάρισμα με το black metal. Ο θόρυβος είναι το βασικό συστατικό αυτού του δίσκου, ένας βρώμικος και λασπωμένος θόρυβος που καταβρέχει τα πάντα, τις όποιες αργόσυρτες υπόνοιες μελωδιών, τα όποια ρυθμικά μοτίβα. Τα drums, ηλεκτρισμένα και αυτά, ακολουθούν με μια παγωμένη συνέπεια αυτόν το θόρυβο, βγάζοντας μια έντονη industrial υφή. Ο μαξιμαλιστικός συρφετός των παραμορφώσεων στις κιθάρες έρχεται τόσο κοντά στο black metal όσο καμία άλλη εκδοχή του Bower, ενώ, αντίστοιχα, το επίμονο άπλωμα και η ξεροκέφαλη επανάληψη αυτών των παραμορφώσεων έρχεται τόσο κοντά στην ψυχεδέλεια όσο καμία άλλη εκδοχή του Broadrick. Με λίγα λόγια, έχοντας ακούσει κάτι από αυτούς τους βετεράνους μουσικούς στο παρελθόν, μπορείς να φανταστείς ποια μπορεί να είναι η κατάληξη μιας συνεργασίας τους και από αυτό που φαντάζεσαι το Valley Of Fear είναι δύο φορές καλύτερο. Το ηχητικό τείχος ορθώνεται από το πρώτο δευτερόλεπτο, σκοτεινό, αποδομιστικό και κυρίαρχο και εξόχως μαγευτικό.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

VILLAGE OF SPACES - "ALCHEMY AND TRUST" (2011)
















Το ξέρω ότι έρχομαι κατόπιν εορτής στην περίπτωση των Village Of Spaces. Μάλλον θα έχετε ενημερωθεί για το λαμπρό ντεμπούτο των βλάχο- αμερικανών από τα ενθουσιώδη για αυτούς γραπτά του πάντοτε υπερβολικού David Keenan. Όσο και ο χαρακτηρισμός «το “Alchemy and Trust” είναι το καλύτερο acid folk άλμπουμ της πενταετίας» είναι το ίδιο ακραίος με την προκλητική στάση του εν λόγω Σκωτσέζου κριτικού να επιλέξει το “Lulu” ως άλμπουμ του 2012, η ποιότητα του 33λέπτου CD είναι δεδομένη. Δεν μπορείς παρά να χαλαρώσεις όμορφα το αραχτό, ειδυλλιακό, γήινο και μάλλον κρυφοχίπικο στυλ του ζευγαριού από το Maine. Χρησιμοποιούν με αναζωογονητική απλότητα και κάποια εφηβική αφέλεια τις άγουρες φωνές τους για να φτιάξουν παραδόξως εύηχα αγόρι / κορίτσι ντουέτα που εξυμνούν πίσω από το νέοψυχεδελικό τους προκάλυμμα την ξέγνοιαστη ποιμενική ζωή στην αμερικάνικη επαρχεία. Ντύνουν αυτές τις μελιστάλακτες μελωδίες με επαγγελματικές σχεδόν θα έλεγε κανείς ενορχηστρώσεις, κάτι που τους διαφοροποιεί από τις πιο «πρόχειρες» που ακούμε από αντίστοιχες μπάντες ζευγαριών του US Underground, όπως είναι οι συχνά αποκομμένοι από τη μουσικότητα και σίγουρα ψυχεδελικά χαμένοι Matthew Valentine & Erika Elder ή οι κουραστικά φορές lo-fi, λάτρεις του παράφωνου Cherry Blossoms. Εδώ, ουκελέλε, μαντολίνο, πλήκτρα, ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα δένονται σε ένα αρμονικό όλον αβίαστα και μαζί με τα αλληλεπικαλυπτόμενα ουράνια φωνητικά δημιουργούν χωρίς βιασύνη ή φτιασιδώματα ολοκληρωμένα κλασσικά για το είδος τους κομμάτια που φέρουν μεγάλη ταξιδευτική δυναμική. Πραγματικά, μέσα στην γκρίζα τσιμεντούπολη και ατελείωτα αστικά αδιέξοδα μας, οι Village Of Spaces βγάζουν τον χίπη / νατουραλιστή / ελεύθερο καμπινγκά από μέσα σου με τα πιο απλοϊκά psych folk τερτίπια και γι αυτό τους χαιρετίζω και εγώ ταπεινά με την σειρά μου ως το απόλυτα δικαιολογημένο hype των free folk ημερών μας.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

VOLCANO THE BEAR - "GOLDEN RHYTHM / INK MUSIC" (2012)

Είχα πιστέψει ότι αυτή η υπέρ-μπάντα δεν θα έβγαζε ποτέ ξανά studio album. Κάτι το γεγονός ότι τα μέλη της έχουν διασκορπιστεί στην Βρετανία, κάτι η συμμετοχή τους σε άλλα πράγματα ή σε solo ηχογραφήσεις, το είχα δέσει στο μυαλό μου, ότι μετά το ευφυέστατο Amidst The Noise And Twigs, μια πενταετία πριν, δεν θα ακολουθούσε τίποτα. Έσφαλα, βεβαίως. Να που οι μάστορες της ιδιότυπης σουρεαλιστικής-οπερετικής-γλυκόπικρης-μαύρης-αυτοσχεδιαστικής-εκκεντρικής-χιουμοριστικής-τζαζοφόλκ, μια μπάντα που αποτελεί ένα είδος από μόνης της, μοναδικό και μη αντιγράψιμο, επιστρέφει με δίσκο στην Rune Grammofon. Με ανυπομονησία λοιπόν κάθισα να ακούσω Golden Rhythm/Ink Music, μπας και πάρω πρέφα τι στο διάολο έχουν κάνει αυτή την φορά.
Από την αρχή φαίνεται πως οι VTB δείχνουν πιο συγκεντρωμένοι, πιο προσηλωμένοι, ο ήχος πιο συνεκτικός, πιο δομημένος. Σε αυτό το δίσκο δεν υπάρχουν τα χαοτικά περάσματα μέσα από drones και ξεκούρδιστα όργανα, υπάρχουν κανονικά κομμάτια, όσο κανονικά μπορούν να γίνουν από αυτούς τους μουσικούς. Το χιούμορ παραμένει αναλλοίωτο και η παράξενη ατμόσφαιρα επίσης (σαν να βρίσκεσαι σε δάσος σε ταινία τρόμου με μεταφυσικά στοιχεία, νύχτα με ομίχλη προφανώς, και ξαφνικά να εμφανίζονται παιδάκια που μανιασμένα κοπανάνε πλαστικά όργανα). Ο ήχος παρ’ όλα αυτά είναι πιο Rune Grammofon, δεν μπορώ να το εκφράσω καλύτερα. Είναι πιο αποστασιοποιημένος, πιο μελωδικός – ως ένα σημείο φυσικά – πιο ηλεκτρικός και δουλεμένος. Δίχως να χάσει το χαρακτήρα του και τον βασικό του πυρήνα, τα ξεκούρδιστα όργανα, τα ανεκδιήγητα φωνητικά και τις αλλοπρόσαλλες φωνές, τα παράταιρα ηλεκτρονικά στοιχεία που εμβολίζουν τυχαία τα κομμάτια, έχει αποκτήσει την σοβαρότητα που διέπει όλους τους δίσκους της εταιρίας, φέρνω ως παράδειγμα το “The Great Reimbursing” που ξεκινάει με ένα τρόπο που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι Supersilent. Τώρα, αν αυτός ο δίσκος είναι καλύτερος από το Classic Erasmus Fusion, το μέχρι στιγμής αποκορύφωμα του ήχου τους, είναι πολύ νωρίς για να το πει κανείς.

((LINK REMOVED BY REQUEST))
((E Y E))

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

V/A - "WHAT REMAINS OF EDEN" (2012)

Η Mississippi Records, γνωστή για τις συλλογές και τις επανακυκλοφορίες φολκλορικής μουσικής ανά τον κόσμο, μας προσφέρει εδώ ένα μυρωδάτο μπουκέτο τραγουδιών από τη Μικρά Ασία και τη Μέση Ανατολή, με σπάνιες ηχογραφήσεις ανάμεσα στο 1928 και το 1952. Ζουρνάδες και ούτια και λύρες και βιολιά, να κινούνται πάνω σε ορχηστρικά κομμάτια τίγκα στο συναίσθημα, σε αμανέδες που ψυχορραγούν, σε παραισθητικά dabke. Φυσικά η αμεσότητα όλων των κομματιών είναι δεδομένη, νιώθεις μια ανατριχίλα από τις φωνές που σέρνονται ξέπνοες σχεδόν, μα ξέχειλες από ένταση, στα Τούρκικα, στα Αραβικά, στα Ελληνικά. Η απλότητα και η δύναμη των συνθέσεων είναι προφανής και διαπεραστική. Ο αυτοσχεδιασμός επίσης, έκδηλος καθ’ όλη την διάρκεια της συλλογής, δεν γίνεται άλλωστε και αλλιώς, η μουσική αυτή βασίζεται πάνω στην έμπνευση της στιγμής και αυτή η έμπνευση είναι που διαχέει τον ψυχεδελικό χαρακτήρα, συνεχής και εμφανής στα ατελείωτα σόλο που σε παρασέρνουν στο μικρόκοσμο τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι πρότινος αυτά τα κομμάτια είχαν κυκλοφορήσει μόνο στις 78 στροφές. Μελωδίες και κομμάτια διαφορετικών ειδών, διαφορετικών λαών, που δένουν αρκετά καλά σε μια συλλογή που απαιτεί απόλυτη προσοχή, άλλωστε τα κομμάτια δεν είναι ούτε για χορό, ούτε επιδερμικά, ούτε για διασκέδαση, αντίθετα είναι βαριά και ασήκωτα, πλημμυρισμένα στη θλίψη, τον πόνο, το παράπονο, τη μελαγχολία, την απουσία, το συναίσθημα. Όχι, αυτά δεν είναι προνόμια της σημερινής εποχής, είναι διαχρονικά, έχουν εμποτιστεί σε αυτά χιλιετίες της ανθρωπότητας, είναι, όντως, ότι μας έχει απομείνει από το μύθο του κήπου της Εδέμ.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

NO-NECK BLUES BAND -"YTIU" (2011)

Mε χαρά αντιλήφθηκα ότι παίζουν στην πιάτσα δύο «νέες» κυκλοφορίες της αγαπημένης αυτοσχεδιαστικής κολεκτίβας από την Νέα Υορκη, της πλέον ποιοτικής από την λεγόμενη New Weird America σκηνή. Εδώ, λοιπόν, έχουμε το “Ytiu” και σε λίγες μέρες κυκλοφορεί και το “CINo51” και τα δύο σε πολύ περιορισμένα αντίτυπα. Το “Ytiu” ηχογραφήθηκε πίσω στο 2009, όταν η κολεκτίβα ήταν σε ενεργή κατάσταση, στo studio των Faust στην Γερμανία. Και οι δύο πλευρές του LP, καταλαμβάνονται από δύο μακροσκελή ελευθέρας πλοκής και αμοιβαδοειδούς μορφής κομμάτια , χωρίς την πιο σφικτή δομή που εμφάνισαν για τα μέτρα τους στο “Clomeim” και το “Qvaris” παλιότερα. Κλεισμένη μέσα στο θρυλικό studio στo Scheer η μπάντα μοιάζει να βρίσκεται σε μια πρωτοφανή πνευματικά ενεργή κατάσταση, σε ένα κοσμικό συντονισμό που μπορεί να προέρχεται μόνο μετά από πολλές ώρες κοινού μουσικού διαλογισμού. Την στιγμή που ο Ηans-Joachim Irmler αποφάσισε να πατήσει το rec, είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται ο χαρακτηριστικός νεφελώδης, ασαφής avant rock NNCK ήχος, με την κιθάρα να συμπεριφέρεται στα American primitive blues με τον πιο νεοϋορκέζικα μινιμαλιστικό τρόπο, τα keyboards απέκτησαν όλη την κοσμική μαγεία της 70s Krautrock, και τα κρουστά να χτυπούν στο βάθος στον δικό τους τελετουργικό ρυθμό. Ο τρόπος που φαινομενικά άναρχα εγχέονται όλοι αυτά τα ηχητικά στοιχεία για να δημιουργήσουν το εθιστικό ψυχεδελικό μίγμα που σε ζαλίζει ευχαρίστα σε κάθε ακρόαση, είναι και η ιδιαιτερότητα τους. Σε αντίθεση με τα ψυχεδελικά 70s, τίποτα δεν ακούγεται προγραμματισμένο ή φορμαλιστικό. Το ψυχεδελικό όλον πηγάζει από έναν ανοικτό αυτοσχεδιασμό τόσο αβίαστα… Μάλιστα, προς το τέλος της πρώτης πλευράς, για άγνωστο λόγο, ξεκινά ένας πειραματισμός με άτονους ηλεκτρονικούς ήχους που η παιχνιδιάρικη του διάθεση μπορεί να συγκριθεί με τις πιο κούκου στιγμές του Jim O’ Rourke. Από την άλλη, όλο το τζαμάρισμα της δεύτερης πλευράς αφιερώνεται στον πρόσφατα τότε αποθανόντα Richard Wright των Pink Floyd και ίσως είναι ότι πιο κοντά στο πνεύμα του “Set The Controls For The Heart Of The Sun” που θα ακούσεις για χρόνια. Για μια ακόμη φορά άψογοι οι NNCK. Οι οπαδοί τους ελπίζουμε σε ενεργοποιηθούν και πάλι σύντομα!

((E A R)) ((E Y E))

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

MICHAEL YONKERS & THE BLIND SHAKE - "PERIOD" (2012)

Λίγα πράγματα γνώριζα για τον κ. Yonkers, το ομολογώ, πριν από περίπου ένα χρόνο, όταν έσκασε σαν χιονοστιβάδα η επανακυκλοφορία της DeStijl, Microminiature Love. Δεν θα πω περισσότερα, οι πληροφορίες άλλωστε είναι κάπως άχρηστες την εποχή του ίντερνετ, μπείτε μόνοι σας και ψάξτε. Επίσης πρέπει να ομολογήσω πως δεν με έχουν καθηλώσει όλα τα album του Yonkers. Αλλά, η αλήθεια να λέγεται, ένας καλός δίσκος από αυτόν τον βετεράνο σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, τα σάλια να τρέχουν, το μυαλό θολωμένο και παραζαλισμένο από την ηλεκτρισμένη μαύρη μαγεία του. Και το Period, παρέα με τους The Blind Shake, για δεύτερη φορά μαζί, αν δεν κάνω λάθος, ε, είναι από αυτά τα album. Ο ρυθμός των κομματιών ξεσηκωτικός, η κιθάρα παλιομοδίτικη και γεμάτη ενέργεια, βαλτωμένη κάπου ανάμεσα στο punk και το no wave, οι στίχοι βαριοί να κολλάνε στο μυαλό, οι μελωδίες καταιγιστικά ανάλαφρες, να φτάνουν στο σημείο να φλερτάρουν με την country και η παραγωγή βρώμικη και θαμπή, όπως ακριβώς πρέπει να είναι δηλαδή. Τα κομμάτια του δίσκου είναι μικρά και διάρκεια, μα τόσο έντονα, που τα ακούς ξανά και ξανά και ξανά, ενώ πάνω από τον δίσκο αιωρείται μια υφή τραγυδοποιίας, πλήρως παράταιρη με τον ήχο που βγαίνει από τα ηχεία, που, παρεμπιπτόντως, αυτός ο ήχος δίνει τη εντύπωση μιας καλοδουλεμένης εφηβικής μπάντας και όχι μιας απλής συνεργασίας με πρωτομάστορα ένα τύπο με ηλικία που άλλοι είναι παππούδες. Το διαμάντι αυτό κυκλοφόρησε πέρυσι από την S-S Records, χαμπάρι δεν το πήρα, βγήκε ξανά στην πιάτσα φέτος από την Sub Pop και ζητώ συγνώμη από τον Γεωργέα που θα βράζει στο ζουμί του, είμαι σίγουρος ότι θα ήθελε πολύ να κάνει αυτός την κριτική, μα τον πρόλαβα. Sorry, δεν μπορούσα να κρατηθώ.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

GUNN - TRUSCINSKI DUO - "OCEAN PARKWAY" (2012)

Αριστούργημα! Δεν χρειάζονται άλλες λέξεις για να περιγράψουν αυτό το δίσκο, από τότε που έπεσε στα χέρια μου δεν μπορώ να σταματήσω να το ακούω. Αλλά, μιας και τη βρίσκουμε με το γράψιμο, θα προσθέσω μερικές ακόμη προτάσεις. Ηλεκτρική κιθάρα και drums ακούγονται μόνο σε αυτό το έπος, πέντε κομμάτια που πατούν πάνω σε γλυκόπικρες μελωδικές γραμμές και απλώνονται αυτοσχεδιαστικά για πολλά λεπτά, με τους δύο μουσικούς να έχουν μία εξωπραγματική χημεία μεταξύ τους. Το ύφος; Αμερικάνικο, σαφώς, σε χνάρια των blues και της παραδοσιακής folk, πατώντας όμως στέρεα πάνω σε Ινδικά ράγγα, στη μουσική γενικά της νοτιοανατολικής Ασίας και, που και που, κλείνουν το μάτι σε αργόσυρτες αραβικές μελωδίες. Μα, μην μπερδεύεστε, αυτό το διαμάντι είναι καθαρά αμερικάνικο, το είδος της μουσικής που μπορείς να ακούς κάνοντας μεγάλα ταξίδια σε δρόμους δίχως τίποτα τριγύρω, το finger-picking της Takoma, μέσα από το οποίο αναδύονται ατελείωτα σόλο, στη βάση τους απλά και χωρίς φλύαρες φιοριτούρες, που φέρνουν στο νου πρώιμο Neil Young, τα παθιασμένα drums, να βρίσκονται πάντα σε δεύτερο επίπεδο, πάντα ρυθμικά, να σε βυθίζουν με έντονα και περίτεχνα ηχοχρώματα, πλαισιώνοντας με ορμητικό όγκο την κιθάρα – ένα στυλ πλήρως διαφορετικό από αυτό που έχουν συνηθίσει τα αυτιά μου τελευταία σε τέτοιου είδους σχήματα, αυτό δηλαδή του Chris Corsano, για παράδειγμα, όπου τα κρουστά απαιτητικά παίρνουν μπροστινή θέση στον ήχο, οργανώνοντας τα πάντα. Εδώ ο Truscinski κάθετε υπομονετικά από πίσω, σιγοντάρει, ακούει, μαγεμένος και αυτός από τη κιθάρα του Gunn, που δε σταματάει να εκπλήσσει με την άμεση απλότητα της και, άλλη μια παραπομπή εδώ, θυμίζει, με την ατάραχη δυναμική της, τις τελευταίες ήρεμες κυκλοφορίες του Sir Richard Bishop. Περιττό να πω πως μιλάμε για ένα από τα album της χρονιάς.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

CIAN NUGENT - "DOUBLES" (2011)

Μια περσινή κυκλοφορία, που μέσα στο χαμό πέρασε, για μένα τουλάχιστον, απαρατήρητη - το πρώτο album του Ιρλανδού βιρτουόζου κιθαρίστα Cian Nugent, από την Vhf. Ακούγοντας τα δύο μεγάλα κομμάτια του Doubles, είκοσι λεπτά και βάλε το καθένα, είναι στιγμές που ομολογώ εντυπωσιάστηκα. Υπάρχουν τριών ειδών μουσικές υφές εδώ. Από την μια το fingerpicking που θρησκευτικά ακολουθεί τα μονοπάτια του John Fahey και των σύγχρονων Jack Rose και Glen Jones, από την άλλη το λίγο φασαριόζικο ψυχεδελικό free-folk, με τις παραμορφώσεις του, τα σόλα του και τα λοιπά ωραία του και κάπου ανάμεσα μια πιο επική χροιά, συναισθηματική και ορχηστρική, με κρουστά που τζαζίζουν ολίγον, βιόλα, κλαρίνο, κτλ., με κάπως ιδιαίτερο ύφος. Η εξέλιξη σε κάθε ένα τμήμα των συνθέσεων είναι αρκετά ελεύθερη, υπάρχει, νομίζω, μεγάλη δόση αυτοσχεδιασμού, κάτι που σαφώς δίνει μια ζωντανή αίσθηση στα ατελείωτα αυτά κομμάτια. Οι αυξομειώσεις στην ένταση, το χτίσιμο του γεμάτου ήχου με πολλά επίπεδα και έπειτα η σταδιακή του αποδόμηση, οι αμέτρητες μελωδίες που εναλλάσσονται συνεχώς, κάνουν τη δουλειά τους: ο δίσκος δεν κουράζει καθόλου και αυτές οι διακυμάνσεις κατορθώνουν σιγά-σιγά να σε απορροφήσουν, να σε κερδίσουν και από εκεί που είχες βάλει το δίσκο για να τον ακούσεις από περιέργεια, κάνοντας κάτι άλλο ταυτόχρονα, καταλήγεις να τον ακούς προσεκτικά. Πάρ΄ όλα αυτά, κρατάω τις αμφιβολίες μου για το δέσιμο των συνθέσεων – τις περισσότερες φορές μοιάζει να τελειώνει ένα κομμάτι και να ξεκινάει κάποιο άλλο, τα περάσματα είναι λίγο αμήχανα, σε στιγμές απλά δεν βρίσκω το λόγο να είναι δυο ενιαία κομμάτια είκοσι λεπτών και όχι έξι ή εφτά μικρότερης διάρκειας. Όπως και να έχει, αξίζει να ακούσετε όλο το album, θα επιβραβευτείτε στο τέλος μιας και το μέρος με το οποίο κλείνει το δεύτερο κομμάτι είναι πραγματικά απογειωτικό, περίπου άψογο.

((E A R))
((E Y E))