Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

MONKEY PUZZLE TRIO - "THE WHITE WORLD" (2011)

Κάποιες φορές είναι ξεχωριστή απόλαυση να ακούς τι νέο μπορούν να φτιάξουν τρεις παλιοσειρές του ευρύτερου avant ήχου όταν βρεθούν, υπό ικανές συνθήκες, μαζί. Για τους Monkey Puzzle Trio, φυσικά, μιλάω - το φιλόδοξο νέο project της αυτοσχεδιαστικής τραγουδίστριας Viv Curringham με βαρύ βιογραφικό στην improv σκηνή της Νέας Υόρκης, με τον πολύπειρο drummer Charles Hayward με το μυθικό παρελθόν στους This Heat και τον Nick Doyne-Ditmas στο μπάσο από την πειραματική σκηνή του Λονδίνου. Η μουσική του “White World” ηχογραφήθηκε μέσα σε 3-4 μέρες και κατ’ ένα βαθμό είναι απόρροια αυτοσχεδιασμών του γκρουπ πάνω στις φωνητικές γραμμές που ανεβοκατεβαίνει η Corringham. Στόχος είναι , πάντοτε, να αναδυθούν, μέσα από τον αυτοσχεδιασμό, νεόπλαστα τραγούδια και όχι απλά μια σειρά ακανόνιστων ηχητικών συμβάντων. Στο μυαλό, δηλαδή, και των τριών είναι δημιουργία ενός ηχητικού συνόλου που θα στέκεται ως τραγούδι στιγμιαίας σύνθεσης. Τελικώς, ο στόχος επιτυγχάνεται κατά το ήμισυ καθώς είναι έμφυτη τάση και στους τρεις να ξεφεύγουν ακόμη και από τις πιο χαλαρές δομές ενός τραγουδιού. Η Corringham επιδίδεται με ευχέρεια σε μια ατελείωτη ποικιλία από καλαίσθητους βοκαλισμούς, με σαφείς μη-Δυτικότροπες επιρροές, που παίζουν με την φαντασία του ακροατή. Κάτι σαν μια πιο ντροπαλή Diamanda Galas που εμφανίζεται σε φινετσάτες γκαλερί και όχι στο Gagarin. Η προσπάθειες της, όμως, είναι , μάλλον θελημένα, αφημένες στο background, λόγω της ιδιάζουσας dubby μίξης του δίσκου. ’Έτσι, περισσότερο λειτουργούν ως ένα γλιστερό χαλί για να πατήσει πάνω του το φορμαρισμένο rhythm section. H αλήθεια είναι, ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά στο παικτικό στυλ του Charles Hayward από τις 80s art rock ρίζες του. Διαρκής δυναμισμός και γυμναστική ενέργεια χωρίς, όμως, την εφευρετικότητα των μεγάλων jazz drummers.Μαζί με τις γεμάτες μπασογραμμές του Doyne-Ditmas, χτίζουν μια αυτοπροωθούμενη ηχητική μηχανή που έχει φτιαχτεί στα μέτρα της κλασσικής Can σχολής. Σε κάποιες στιγμές, μαρσάρουν σκληρά και σε παρασέρνουν μαζί τους, άλλοτε, μάλλον, καθυστερούν να αντιληφτούν τα σήματα από την πλευρά της Corringham και αράζουν σε έναν χαλαρό dub κόσμο. Έτσι, το “White Wolrd” έχει και την σπιρτάδα της ζωντανού αυτοσχεδιασμού αλλά και την ελαφρότητα ενός νεο-dub / jazz / funk ακούσματος. Χωρίς να σε συγκλονίζει, σου χαϊδεύει ευχαρίστα τα τριχωτά σου κύτταρα του οργάνου του Corti.

((E A R)) ((E Y E))

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

ALEX MONK – “SAFETY MACHINE” (2011)

Το “Safety Machine” είναι η πρώτη επίσημη κυκλοφορία του βρετανού ερασιτέχνη ψυχεδελά Alex Monk. Μετά από ένα συνεχές ράβε – ξήλωνε που διήρκησε 3 χρόνια στο flat του Αlex στο Λονδίνο, αποκρυσταλλώθηκε η τελική μορφή των 14 κομματιών που περικλείονται στο διπλό LP. H ηχητική παλέτα που χρησιμοποιεί ο Monk για να δώσει πνοή στις, εμπνευσμένες κατά τα άλλα, μουσικές ιδέες του, είναι πλέον πολυφορεμένη και γι αυτό προβλέψιμη: μελωδικό fingerpicking στην ακουστική κιθάρα, παραμορφώσεις με τα πέταλα της ηλεκτρικής, βόμβοι και αναλογικά εφέ από vintage πλήκτρα, προηχογραφημένοι ήχοι, μελωδικές φράσεις σε παραδοσιακά όργανα όπως το μαντολίνο και το αρκοντεόν. Όμως, ο ανεπιτήδευτος και χαλαρός τρόπος που μπλέκει όλα αυτά τα στοιχεία το ένα μετά το άλλο στις μακροσκελείς, συνήθως, συνθέσεις του, κάνει το σύνολο να έχει μια ιδιαίτερη ποιότητα. Μοιάζει σκοτεινό και απροσπέλαστο με ένα ποιητικό τρόπο. Ταυτόχρονα, αν και στιγμές τεχνικά η μουσική του έχει την διακριτική απλότητα του ambient, ποτέ δεν μένει σε ρόλο ηχητικής ταπετσαρίας – κομπάρσου, αλλά με ύπουλη ζοφερή αρμονικότητα έρχεται συχνά πυκνά στο προσκήνιο και αρπάζει την προσοχή του ακροατή μεμιάς. Οι επιρροές του Monk πολλές και εμφανείς. Πρωτάρης είναι, λογικό και αυτό. Στα τραγουδιστά “Masks Survive” και “Spiders” φαίνεται να εμπνέεται από τα μετα-αποκαλυπτικό crooning του Bill Fay με στοιχεία Bowie θηλυπρέπειας, ενώ στα πιο αργόσυρτα υποβλητικά “Cabiria” και “Crossing” υπάρχει μια καλά φτιαγμένη gothic ατμόσφαιρα. Αλλού, όπως το άψογο “ Walking With Beatrice ” η ουσία του 70ς Eno εκτίθεται σε στην πρώιμη ψυχεδέλεια του “Piper At The Gates Of Dawn”. Συνολικά, η μουσική του “Safety Machine” έχει εμποτιστεί σε σημείο κορεσμού από αυτήν τη διαχρονική βρετανικότητα που προσδίνει έναν νεφελώδη μελαγχολικό χαρακτήρα στο τελικό προϊόν. Έτσι, το “Safety Machine”, ως ατμόσφαιρα, θα ταίριαζε καλύτερα σε μια ιδανική δισκοθήκη δίπλα στο “Ape Of Naples” των μεταγενέστερων Coil, στο περσινό “Landings” του Richard Skelton ή στις πιο εσωτερικές στιγμές του Richard Youngs. Όχι ότι φτάνει την ποιότητα των προαναφερθέντων ιερών τεράτων ο Monk ακόμη, αλλά έχει βάλει τις βάσεις για πολλά μελλοντικά αριστουργήματα.

((E A R)) ((E Y E))

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

FIRE! & JIM O' ROURKE - "UNRELEASED?" (2011)

Αυτός είναι από τους δίσκους που σε κολλάνε στον τοίχο από το πρώτο δευτερόλεπτο και δεν σε αφήνουν να ανασάνεις μέχρι το τελευταίο. Η Σουηδική υπέρ-μπάντα, οι Fire!, αποτελείτε από τους Johan Berthling (κιθαρίστας και ιδρυτής της Hapna), Mats Gustafsson (σαξοφωνίστας που έχει κάνει περίπου τα πάντα), Andreas Werliin (drummer, ο νεαρός της παρέας) και αυτή είναι η δεύτερη κυκλοφορία τους. Ο Jim O’ Rourke από την άλλη ύστερα από ένα μικρό διάστημα σιωπής, έχει επιστρέψει δριμύτερος το τελευταίο καιρό, με το όνομα του να φιγουράρει σε διάφορες ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες. Το Unreleased? – πέρα από ένας έξυπνα χιουμοριστικός και ειρωνικός τίτλος για δίσκο – κολλάει στα αυτιά σαν βδέλλα. Τα τέσσερα κομμάτια που περιέχει είναι επιθετικά και κατά στιγμές οργιωδώς καταιγιστικά, ηλεκτρισμένα και έντονα. Σαν χαρακτηρισμός για αυτή τη κυκλοφορία ο πρώτος που μου έρχεται είναι το kraut – το οποίο διατρέχει, τα από 9 έως 18 λεπτά, κομμάτια. Κοφτά επαναλαμβανόμενα μοτίβα, μουλιασμένα στη στατικότητα drums, ένα θορυβώδες μάγμα που πάει και πάει και πάει με μία τόσο ορμητική δυναμική, που κάθε κομμάτι θα μπορούσε άνετα να κρατάει μία και δύο ώρες. Από εκεί και πέρα, ναι, αυτοσχεδιασμός είναι ο δεύτερος χαρακτηρισμός. Αυτοσχεδιασμός που πατάει πάνω σε αυτό τον Kraut βάλτο, με τον Gustafsson να κεντάει κάθε φορά που το σαξόφωνο παίρνει τον πρώτο ρόλο, τον Jim O’ Rourke να γεμίζει εξαίσια τον όγκο του ήχου και τον Berthling να ακούγετε, ιδίως στο Happy Ending Borrowing Yours, σαν άλλος Derek Bailey – με λίγα λόγια το σύνολο θυμίζει καλοκαρδισμένη jazz μπάντα σε ένα ελεύθερο τζαμάρισμα, μόνο που η αισθητική του ήχου δεν είναι ακριβώς jazz. Παραπέμπτει περισσότερο στο rock, για να μην πω στο no-wave επιπέδου Rhys Chatham. Φυσικά, οι χαρακτηρισμοί θορυβώδες, ρυθμικό, ψυχεδελικό, περιττεύουν. Είναι τόσο συνώνυμοι αυτού του ήχου που θα μπορούσα να μην τους αναφέρω καν. Αυτό που πρέπει να αναφέρω είναι πως η άτιμη η Rune Grammofon πρόσθεσε άλλο ένα έπος στο κατάλογο της.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

TONETTA - "777 Vol 1 + 2" (2011)

Σας την έσπασε η hi-fi στροφή του Ariel Pink; Σας κουράζει η πολιτική ορθότητα των σχημάτων που προμοτάρει η Not Not Fun; Έχετε βαρεθεί να περιμένετε να σπάσει την σιωπή του ο Andrew WK; Tην βρίσκατε με το κολλητό boxer του Αxl Rose και τις leazy τσιρίδες του πιτσιρικάδες; Γουστάρετε κατά βάθος τον Captain Beefheart στο κεφάτο Shiny Beast περισσότερο από ότι στο ιλιγγιώδες “Trout Mask Replica”; Ε, τότε o Τοnetta είναι το νέο hype που πρέπει να τσεκάρετε οπωσδήποτε. Δεν με ενδιαφέρει τι κάνει ο Tonnetta στο YouTube. Δεν ασχολούμαι με το προκλητικό του image, τα σαδομαζό αξεσουάρ που μοστράρει στα videos του, τα τακούνια του ή τους γραμμωμένους κοιλιακούς. Ποτέ δεν ψάρωσα από αυτά, αλλιώς θα γούσταρα και την Geni Zeva. Ακούω τον Τοnetta για την μουσική του αποκλειστικά. Και ο τύπος τα σπάει. Ηχογραφεί από τα 80ς και πραγματικά δεν μπορείς να καταλάβεις ποιο από τα 35 κομμάτια – χιτάκια που περικλείονται στα δύο μέρη του 777 ηχογραφήθηκε πίσω το 1983 ή μόλις προχθές. Κολλάει γάντι με τον θαμπό υπναγωγικό pop ήχο που είναι τόσο της μόδας, αλλά ταυτόχρονα η φάση του είναι τόσο ιδιαίτερη που σε κάνει να αναρωτιέσαι από κατέβηκε αυτός ο τύπος τώρα. Η εκτελεστική του μέθοδος που χρησιμοποιεί στην μουσική του είναι σχετικά απλή : η χαλαρή micro-house χαριεντίζεται με ψευδo - funky μπασογραμμές και hard rockin σολάκια με την απαραίτητη lo-fi βαβούρα στην παραγωγή. Η μεγάλη ατραξιόν είναι, βέβαια, η μπάσα, sexy φωνή του Tonetta. Αυτός ο hyper – cool τρόπος που αρθρώνει τα πιο αναίσχυντα, ηδονιστικά στιχάκια από την εποχή του “Lick My Decals Off Baby” με τον απαραίτητο για το 2011 αμφισεξουαλικό προσανατολισμό. Συνήθως, μοστράρει στην αρχή του κομματιού τον ρεφραίν ή απλά τον τίτλο που είναι σχετικά κοινότυποι και μετά σου πετά 1 – 2 στροφές με τελείως προκλητικό περιεχόμενο που ανατρέπει την βατότητα ενός τρίλεπτου τραγουδιού. Και η μαγκιά του είναι ότι ακολουθεί αυτήν την τακτική και στα δύο άλμπουμ, χωρίς να ρίχνει την ποιότητα στιγμή . Μια ιδιαίτερη ποπ ιδιοφυΐα, λοιπόν, ο Tonetta και σε όποιους αρέσει. Tουλάχιστον, εμένα με ενθουσίασε. Φαντάζομαι, πώς ένα κομμάτι με τίτλο “Doin A Dyke Tonight” θα ξετρέλαινε και τον Ron Swanson της σειράς “Parks and Recreation”. Άσχετο, αλλά όσοι γνωρίζουν, θα επικροτήσουν! Για αυτούς με τα πιο straight γούστα, θα την βρουν με το σχόλιο - παρωδία του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στο “Red, White And Blue”.Για όλους έχει ο τρελο-τονέττας!

((E A R - 1)) ((E A R - 2)) ((E Y E))