Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2012. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2012. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

NATHAN BOWLES - "A BOTTLE, A BUCKEYE" (2012)

Να την πω την αμαρτία μου, το λατρεύω το banjo. Αν άκουγα αυτό τον δίσκο δίχως να ήξερα ποιος κρύβεται πίσω του, θα φανταζόμουνα ότι πρόκειται για την εικοστή πέμπτη (περίπου) κυκλοφορία ενός βετεράνου αμερικάνου μουσικού, με μακριά λευκά γένια, που έχει φάει την ζωή του σε διάφορες ορχήστρες και τα δάκτυλα του έχουν πετρώσει από τις πολλές δεκαετίες που γρατζουνάνε με μαεστρία το banjo – ο δίσκος που ήρθε σαν το ώριμο επιστέγασμα μιας μακρόχρονης πορείας. Όλα τέλος πάντων τα κλισέ για έναν πολύ καλό δίσκο γραμμένο μόνο μ' ένα πεντάχορδο banjo.
Η αλήθεια όμως είναι ότι αποτελεί μόλις την πρώτη προσωπική κυκλοφορία του Nathan Bowles, μέλος της οργιώδους country μπάντας Black Twig Pickers και της αγαπημένης σε αυτό το blog αυτοσχεδιαστικής κολεκτίβας Pelt. Και για πρώτη κυκλοφορία είναι εντυπωσιακό πως καταφέρνει ο Bowles να μην πλατειάζει, να συνθέτει κομμάτια με τις μελωδίες να αναδύονται έμμεσα μέσα από την ψυχεδελική δίνη ενός ασταμάτητου fingerpicking (πάνω σε ένα όργανο που έχει την δυναμική να ακουστεί σαν μια μπάντα από μόνο του), να μένει πιστός στον παραδοσιακό τρόπο παιξίματος και ταυτόχρονα να μην θυμίζει κάτι παλιομοδίτικο. Δεν είναι μόνο η αρτιότητα της τεχνικής, στον ήχο του Bowles, δεν είναι μόνο ταχύτητα ή η πολυπλοκότητα των συνθέσεων – αυτό που τον κάνει κορυφαίο μουσικό είναι πως, όπως ακριβώς και ο αδικοχαμένος συνοδοιπόρος του Jack Rose, μπορεί μέσα από αυτό το τετριμμένο, πια, μουσικό είδος να βγάζει αβίαστα μια σπάνια συναισθηματικότητα και μια σπάνια αμεσότητα. Ακούγοντας τα 11 κομμάτια του δίσκου, σιγά-σίγα παρασύρεσαι από την ψυχεδέλεια, τον γρήγορο ρυθμό, τις υπόγειες μελωδίες, σε κάποιας μορφής έκσταση – γνώρισμα όλων των παραδοσιακών μουσικών ανά τον κόσμο όταν αυτές αποδίδονται αρκετά καλά, όπως συμβαίνει στο A Bottle, A Buckeye.
Προφανώς αυτός ο δίσκος δεν πρόκειται να αρέσει σε όποιον δεν αρέσει η καθαρή Αμερικάνικη country, με άλλα λόγια προορίζεται για όσους όταν ακούν Αμερική το μυαλό τους δεν πάει αυτομάτως στη Νέα Υόρκη ή στη Καλιφόρνια, αλλά χάνεται σε κάποια καμένη κωμόπολη στα ξεχασμένα βουνά των μεσοδυτικών πολιτειών.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

LICHENS - "LITIO FOLK" (2012)

Αύτη ήταν η δεύτερη κυκλοφορία μέσα στην χρόνια που πέρασε για τον Rob Aiki Aubrey Lowe, μέλος των Om και των 90 Day Men, μετά από το “Timon Irnok Manta”. Κι αν ο δίσκος στην Type περιείχε δύο εικοσάλεπτα κομμάτια με μια ψυχεδελική ηλεκτρονική μουσική που εξελισσόταν αργά και σταθερά, τα κομμάτια που υπάρχουν στο Lítió Fólk, αντίθετα, αρνούνται πεισματικά την οποιαδήποτε εξέλιξη. Αποτελούμενο από τρεις μεγάλης διάρκειας συνθέσεις και δύο μικρές σφήνες ανάμεσα, με τίτλους στα Ισλανδικά και ένα εξώφυλλο που όσο το κοιτάς τόσο περισσότερο ζαλίζεσαι, το Lítió Fólk όσο να ‘ναι σου τραβάει την προσοχή για να σε ανταμείψει με απλά drones χτισμένα κυρίως πάνω στην φωνή του Lowe, με την τεχνική που συνήθως εφαρμόζει ως Lichens, κάνοντας δηλαδή την φωνή του να ακούγεται σαν απόκοσμο αρμόνιο. Τα drones αυτά είτε συνθέτουν αφαιρετικά κάποια φολκίζουσα μελωδία, είτε παραμένουν στάσιμα και αμετάβλητα – αιωρούνται βαριά σαν παραισθησιογόνα ηχητικά κύματα σε μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα. Το απλό και σχεδόν επίπεδο αυτό μοτίβο επαναλαμβάνεται συνεχώς σε όλα τα κομμάτια και καθ’ όλη την διάρκεια τους, με έναν αργό ρυθμό που σιγά-σίγα σε βυθίζει μέσα σε αυτά τα ξεχωριστά καλειδοσκοπικά ηχοτόπια που χαρακτηρίζουν την μουσική του Lichens, μια μουσική περίπου τελετουργική, περίπου ατμοσφαιρική, περίπου ψυχεδελική, μα σίγουρα από αυτές που απαιτούν να τις προσέξεις και που σε ρουφούν στο δικό τους κόσμο, με τίτλους κομματιών που σημαίνουν κάτι σαν "το άγιο πνεύμα" και "περίοδος των παγετώνων" (μετάφραση από google, δεν έχω εντρυφήσει ακόμη στα Ισλανδικά) και που ταιριάζουν απόλυτα με την ψυχρή, απόμακρή ψυχεδέλεια που περιέχουν. Όποιος πρόλαβε, πρόλαβε. 260 κόπιες ήταν μόνο και πάνε, εξαντλήθηκαν.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

CHARLATAN - "ISOLATARIUM" (2012)

Εκεί που έψαχνα τις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς (με ανοιγμένες καμιά εικοσαριά σελίδες στο firefox) σκόνταψα πάνω σε αυτή την καινούργια κυκλοφορία από την Type, που προφανώς δεν πρόλαβε να μπει σε καμία λίστα – τα γνωστά αδικοχαμένα album του Δεκέμβρη. Ο τσαρλατάνος εδώ είναι ο Brad Rose, ένας από τους υπευθύνους της Digitalis, που ίσως τον έχετε ακουστά από το άλλο προσωπικό του project, το The North Sea. Και τα καταφέρνει μια χαρά. 5 μεγάλης διάρκειας κομμάτια, χαοτικά και ψυχεδελικά, μπλεγμένα σε ηλεκτρονικούς ήχους, άλλοτε minimal και άλλοτε maximal, με κοφτούς techno ρυθμούς και ταυτόχρονα ιδιαιτέρως ambient και κλειστοφοβικό που προορίζεται για μοναχικές ακροάσεις, όπως φανερώνει και ο τίτλος του. Η εξέλιξη των κομματιών είναι αρκετά αργή, όσο αργή χρειάζεται τέλος πάντων για να σε ρουφήξει στο μηχανικό και ψυχρό τους περιβάλλον. Χρησιμοποιώντας σαν βάση κάποιες λούπες που θυμίζουν έντονα τα παλιομοδίτικα μπιμπλίκια των 80’s – και ακόμη πιο έντονα κάποιες ηχογραφήσεις του John Carpenter – ο Rose χτίζει τα κομμάτια του με διάφορους ήχους που άλλοτε δομούν μια υπόνοια μελωδίας και άλλοτε αποτελούν σκέτους θορύβους πλάθοντας με αυτό τον τρόπο μια αρκετά σκοτεινή και παγωμένη ατμόσφαιρα που πότε οδεύει προς το glitch, πότε προς το noise και πότε προς την hypnagogic pop – με άλλα λόγια όσο εξελίσσετε ο δίσκος, τόσο πιο απρόβλεπτός γίνεται, δίχως να χάνει τον ambient χαρακτήρα του, χοροπηδώντας συνεχώς πάνω από τα όρια του κιτς, του memorabilia και της ψυχεδέλειας. Φέρνει στο νου τις ηχογραφήσεις των The North Sea, όπως επίσης και την Raster-Noton, τον Robert Hood και τον Actress. Μόνο πράμα που δεν μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω είναι το εξώφυλλο – κάποιος συμβολισμός που δεν πιάνω ίσως και σίγουρα παράταιρο με τον ήχο του δίσκου.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

DIVORCE - "DIVORCE" (2012)

Είχα κατεβάσει αυτό το album εδώ και κάνα μήνα, είχε μπει στον ειδικό φάκελο με αυτά που δεν έχω ακούσει ακόμα, άγνωστο γιατί το προσπερνούσα συνεχώς δίχως να του δώσω μία ευκαιρία. Κακώς. Το εξώφυλλο μπορεί να είναι λίγο αποκρουστικό και κομματάκι αηδιαστικό, η μουσική επίσης, μα αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό. Ίσα-ίσα όταν αυτή η αηδία συνδυάζεται με καταιγιστικό punk γεμάτο ενέργεια, στις παρυφές του post-metal, με ένα βρώμικο καιασταμάτητο θόρυβο, η λέξη αηδία είναι μάλλον κομπλιμέντο. Αυτός είναι ο πρώτος δίσκος της τετραμελούς μπάντας από την Γλασκώβη, πόλης φημισμένης για τα τυχαία μαχαιρώματα στους δρόμους, την Celtic, την τρελή υγρασία, τα ναρκωτικά, την ατμοσφαιρική της ρύπανση και, φυσικά, για την μουσική της σκηνή. Σκηνή που κάθε τόσο μας χαρίζει και από ένα θορυβώδη και παλαβό δίσκο, από κάποια σαλεμένη και αγριεμένη μπάντα. Ετούτη εδώ είναι άκρως μαξιμαλιστική με τον ήχο, βάζουν οι άτιμοι ένα κάρο πράγματα μέσα σε κάθε κομμάτι, το μπουκώνουν στο θόρυβο, το τραβάνε σε χρόνο, με διάφορες αλλαγές στις μελωδίες ή τους ρυθμούς – ολίγον progressive με δύο λόγια – το αποτέλεσμα γοητευτικά γλιτσιασμένο. Οι αναφορές των Divorce είναι δεδομένες και ολοφάνερες: MrBungle, The Fall, Boredoms – όλη η καλή πλευρά της κακής μουσικής παιδείας. Αν είναι κάτι το εξαιρετικά ιδιαίτερο; Μάλλον όχι. Μάλλον δεν φτάνουν σε επίπεδα πρωτοτυπίας όπως οι Lightning Bolt στις αρχές τους, για παράδειγμα – όμως η δυναμική του ήχου τους σε παρασέρνει, η ενέργεια που βγάζουν σε απορροφάει, σε πολλά σημεία οι ρυθμοί σε διαπερνούν, τα φωνητικά – ουρλιαχτά για την ακρίβεια – σε κρατάνε στη τσίτα και επίσης ο τρόπος με τον οποίο δένουν όλα τα στοιχειά που περιέχει το κάθε κομμάτι, είναι αξιοπρόσεκτος. Κοντολογίς, από τα καλύτερα του είδους που έχω ακούσει για φέτος, αν και υπάρχουν αρκετά ακόμη στον ειδικό φάκελο, ποιος ξέρει τι άλλο καλό έχω προσπεράσει ελαφρά τη καρδία.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

THE ONE ENSEMBLE - "ORIOLE" (2012) / NICK MOTT - "THE VISITORS" (2012)



Υποθέτω τυχαία, κυκλοφόρησαν μες το φθινόπωρο από ένα άλμπουμ δύο μέλη των Volcano The Bear με τα side projects τους. Έτσι, ο λάτρης του oriental folk Daniel Padden με το σχήμα του One Ensemble βάλθηκε να παντρέψει το δυτικό avant folk του με την βαλκανική ορχηστρική μουσική ενώ ο Nick Μοtt σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση αποφάσισε να χαθεί σε ambient δρόμους που καίνε.

 Το “Oriele” των One Ensemble δεν διακρίνεται για κάποια πρωτοποριακή τομή όπως το πανέμορφα δυσαρμονικό “Other Thunders” του 2009. Από την άλλη, σφύζει από μπρίο και φρεσκάδα που απορρέει από την αγάπη των μελών του project για την πανηγυρικών διαστάσεων μουσική της ανατολικής Ευρώπης. Στη πρώτη πλευρά του LP χρησιμοποιούν την ανυψωτική δύναμη του βιολιού, του τρομπονιού και του αρκοντεόν για να μεταφέρουν με τρόπο πειστικά αποκαλυπτικό τις ψυχεδελικές εικόνες που περιγράφει ο Padden με την λεπτή αλλά ένρινη φωνή του. Παρακάτω , μπάντα να εκτελεί με τρομερή δεινότητα το folk fusion υλικό και η ένταση ανεβαίνει πιο ψηλά με ανατολίτικες μελωδίες να τραβιούνται σε πιο psych μονοπάτια, δημιουργώντας όλο και πιο περίπλοκες γέφυρες μεταξύ του μουσικού κόσμου των τσιγγάνων και του βρετανικού μπλοκ του free folk underground. Στην δεύτερη πλευρά, σε μια έξυπνη ντρίμπλα, οι One Emsemble καταπιάνονται με δύο διασκευές : στο απλοϊκά ιδιοφυές χορτοφαγικό μανιφέστο του Moondog “Pigmy Pigs” και στο sea shanty του βρετανού folk τροβαδούρου Cyril Tawney. Kαι τα δύο ψυχεδελο-βαλκανοποιούνται με εξαιρετικό στυλ. Τελικά, το LP κλείνει με το εμβατηριακό ομώνυμο κομμάτι όπου τα αργόσυρτα doom riffs στα βιολιά και οι λοιποί μεσαιωνισμοί κορυφώνονται με την είσοδο μιας ψεύδο-γεωργιανής χορωδίας για ένα ραψωδικό φινάλε. Κι αν όλα αυτά σας θύμισαν μια λίγο πιο free εκδοχή των μαστόρων του balkan folk rock Α Hawk and A Hawksaw, έχετε μια πολύ καλή εικόνα για το που κινείται το One Ensemble του Padden πλέον.

 Aν, τώρα, το “Oriole” είναι μια από τις καλές post-folk κυκλοφορίες της χρονιάς, το “Visitors” του Mott, δύσκολα θα το βρείτε στις λίστες τύπου “best ambient 2012”. Χωρίς να είναι μια μέτρια κυκλοφορία αισθάνομαι ότι μακριά από τις οργανικές jazz / folk προσθήκες που χρησιμοποιεί στους VTB, o Mott κάπου δεν έχει τη σπιρτάδα ενός Tim Goss, τα βίτσια του Christopherson ή την ωμότητα του Lascalleet για να φτιάξει ένα πραγματικά ενδιαφέρον άλμπουμ που να ανανεώνει την αγαπημενη μου βρετανική avant / experimental electronica σκηνή. Στην πρώτη πλευρά λούπες από θόρυβο κασσέτας, τραβηγμένες μελωδίες από βιολιά, αναλογικά μπλιμ-μπλομ από synths και keyboards υπόκεινται σε ένα ελαφρύ ηλεκτρονικό μανιπουλάρισμα και παρουσιάζονται σε γραμμική σειρά σε μια σουρεαλιστική αφήγηση που θυμίζει Nurse With Wound, χωρίς όμως την ανώμαλη εκκεντρικότητα του Stapleton. Στην δεύτερη πλευρά, χρησιμοποιούνται αλλοιωμένα φωνητικά με echo προσπαθώντας, νομίζω, να δημιουργήσουν την απόκοσμη ατμόσφαιρα του Ghedalia Tazartes, αλλά και πάλι στερούνται μεγάλου βάθους και έμπνευσης. Κοντολογίς, κατ ‘ εμέ , όπως και το άνευρο τελευταίο άλμπουμ των Volcano The Bear, το “Visitors” χωρίς να υπολείπεται αντικειμενικά σε ποιότητα από τους συμπατριώτες φίλους τους πάσχει τελικά από έναν περιοριστικό φορμαλισμό.

((E A R))
((E A R))
((E Y E))
((E Y E))

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

GATE - "DAMNED REVOLUTIONS" (2012)

Ο προηγούμενος προσωπικός δίσκος του κιθαρίστα των Dead C, το Republic Of Sadness, ήταν για μένα ότι καλύτερο είχα ακούσει το 2010 – όποτε, καταλαβαίνεται, αύτη εδώ η κριτική δεν μπορεί να είναι και πολύ αντικειμενική. Άρχισα να ακούω λοιπόν με μεγάλες προσδοκίες το Damned Revolutions (αν μη τι άλλο, οι δίσκοι του M. Morley έχουν εμπνευσμένους τίτλους), που αποτελείτε από δύο μόλις κομμάτια, εικοσάλεπτης και βάλε διάρκειας. Και τι κομμάτια! Από την αρχή σε κοπανάει ένα τείχος πυκνού noise-drone, που βγάζει σπίθες από τον πολύ ηλεκτρισμό και, όπως πάντα συμβαίνει με τον Morley, αυτός ο θόρυβος εμπεριέχει ένα πρωτόλειο μάγμα μελωδιών που επαναλαμβάνεται και επαναλαμβάνεται μέχρι να σου πάρει το κεφάλι. Επιστροφή στον κλασσικό ήχο των Gate δηλαδή, κλείνοντας την παρένθεση του προηγούμενου album που τα κομμάτια ήταν πιο μικρά, πιο εύηχα, πιο ευκολοχώνευτα, με ρυθμικές λούπες και απαλές μελωδίες. Εδώ τα πράγματα είναι ξερά και μονότονα, με το επίπεδο της έντασης εκκωφαντικό από την αρχή έως το τέλος. Το πρώτο κομμάτι είναι πιο συγκεντρωμένο από το δεύτερο, πιο αφαιρετικό και δομημένο, με έναν κυματιστό ρυθμό που φλερτάρει με τα μπλουζ, ενώ το δεύτερο, πιο επιθετικό και βάναυσο – ένας διαολεμένος αυτοσχεδιασμός που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό – και που σε αυτό, τον διαολεμένο αυτοσχεδιασμό δηλαδή, μαζί με τον Keiji Haino είναι πολλά επίπεδα πάνω από οποιονδήποτε άλλο έχω ακούσει, ήταν είναι και θα είναι, με δυο λόγια, οι καλύτεροι που υπάρχουν στην πιάτσα.
Το Damned Revolutions προορίζεται μόνο για τους λάτρεις του Morley, τόσο μονοδιάστατο που δεν αφήνει περιθώρια, είναι από τους δίσκους που είτε τους λατρεύεις, είτε σε αφήνουν εντελώς αδιάφορο. Αν και πολλοί noise-drone δίσκοι κυκλοφορούν κατά καιρούς, η παγωμένη μονολιθικότητα του Morley, αυτός ο ιδιαίτερος ήχος της Νεοζηλανδικής σκηνής και η αμεσότητα του θορύβου που έχει, είτε στα προσωπικά του album είτε στους Dead C, τον κάνουν ένα είδος μόνο του και, φυσικά, αυτό τον δίσκο ένα αριστούργημα. Μόνη μου μικρή παρατήρηση είναι πως το Damned Revolutions μοιάζει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο δίσκο των Gate με τα πιο πρόσφατα πονήματα των Dead C, με την απουσία απλώς των υπόλοιπων – κάπου μπλέκεται το πράμα και κάπου χάνεται η διαφορετικότητα – σίγα το ωά, θα μου πείτε, από την στιγμή που ο δίσκος κεντάει, τα υπόλοιπα είναι οδοντόπαστες.

((LINK REMOVED BY REQUEST))
((E Y E))

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

PELT - "EFFIGY" (2012)
















Το νέο και πολυαναμενόμενο άλμπουμ της folk / drone κολεκτίβας από τηVirginia μπορεί να σημαδεύεται από την πρόσφατη απώλεια του πρώην κιθαρίστα και κολλητού τους Jack Rose, αλλά ταυτόχρονα ακούγεται σαν ένα από τα πιο προσβάσιμα της εικοσαετούς δισκογραφίας τους. Περίπου σαν το εύπεπτο και παιχνιδιάρικο αριστούργημα τους “Pearls From The River”, το “Effigy” διακρίνεται για την αρμονική σύμπλευση των διάφορων οργανικών ήχων που χρησιμοποιούν οι Pelt, καθώς και για το εξωστρεφές και άκρως εξπρεσιονιστικό ύφος του. Στην πραγματικότητα, εδώ οι Pelt καταθέτουν για μια άλλη φορά το ηχητικό τους στίγμα, μόνο που, ίσως και λόγο της μεγάλης ανάπαυλας που έπρεπε να κάνουν, ακούγονται πιο συγκεντρωμένοι και αποφασισμένοι να ξεζουμίσουν από κάθε κομμάτι την αληθινή ψυχή του. Έτσι, το εναρκτήριο και ασφαλώς ιδιαίτερα αφιερωμένο “Of Jack’s Darbari” με τον συνδυασμό των υπερήφανων δοξαριών από τα βιολιά και των κυκλωτικό βόμβο στο υπόβαθρο αποτελεί τελικά όχι μια θρηνητική λιτανεία αλλά ένα πανηγυρικό δοξασμό του πνεύματος του Rose. Παρακάτω, στο εύθυμο “Wings of Dirt” παντρεύουν το Appalachian old-timey folk μοτίβο στο μπάντζο και το βιολί με ένα περιπαικτικό, ινδικής προελεύσεως, ρυθμό στις τάμπλες φθάνοντας τελικά σε μια Henry Flynt on LSD κορύφωση. Στο 22λεπτο “Ashes of A Photograph” καλύπτουν περίτεχνα με ένα οργανικά δυναμικό και αιθέριο drone πέπλο τις αισθήσεις και σε καλούν να περιπλανηθείς σε ένα ψυχεδελικό κόσμο όπου ο La Monte Young μεταφέρει το dream house του από τη Νέα Υόρκη στο μέσο ενός πυκνού δάσους στις κεντρικές πολιτείες των ΗΠΑ και έχει τον Τοny Conrad στο πρώτο βιολί. Παράλληλα, σε αυτό το μεγάλης διάρκειας άλμπουμ οι Pelt δε διστάζουν να πειραματιστούν με πιο πρωτόγνωρες φόρμες για αυτούς όπως στο μοχθηρό “Spikes and Ties” με τις αιχμηρές κωδωνοκρουσίες των singing bowls ακι το βουίζων αρμόνιο και στο ατμοσφαιρικό “Last Toast Before Capsizing” με το κρουστικό παίξιμο στο πιάνο, τα συντριπτικά κύμβαλα και αυτήν την αίσθηση της ηρεμίας πριν τη καταιγίδα. Συνολικά, κρίνοντας από την υψηλή ποιότητα και των υπόλοιπων κομματιών του άλμπουμ, οι Pelt εδραιώνουν τη περίοπτη θέση τους στον σύγχρονο drone / noise/ folk χάρτη, ως ένα σύνολο που καταφέρνει να συνταιριάξει μοναδικά το πνεύμα του προπολεμικού american primitive folk με την ευρύτερη πολιτιστική ηχώ της μουσικής των american natives ινδιάνων και την γνήσια meditation μουσική της Ινδίας και της μέσης ανατολής.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

MICHAEL CHAPMAN & THE WOODPILES - "NATCH 7" (2012)

Αν είστε από αυτούς που διαβάζουν τις σημειώσεις και τα ψιλά γράμματα στο πίσω μέρος των δίσκων, τότε σίγουρα θα έχετε πέσει πολλές φόρες πάνω στο Black Dirt Studio – που από το 2005 που λειτουργεί, έχει φιλοξενήσει τις ηχογραφήσεις αρκετών αξιόλογων μουσικών (Peaking Lights, Jack Rose, Hototogisu, για παράδειγμα).
Στο studio που ανήκει στον Jason Meagher, μέλος των No Neck Blues Band, έχει ξεκινήσει από τις αρχές του έτους ένα πολύ ενδιαφέρον project. Ονομάζεται NATCH – είναι μια σειρά από sessions που κυκλοφορούν δωρεάν στο διαδίκτυο, στα οποία γνωστοί μουσικοί μαζεύονται και ηχογραφούν, χοντρικά ότι τους κατέβει, από διασκευές μέχρι αυτοσχεδιασμούς, πλήρως ελεύθεροι να δοκιμάσουν οτιδήποτε δεν έχουν δοκιμάσει στα album τους. Το αποτέλεσμα, τις περισσότερες φόρες, είναι από αξιόλογο εώς άψογο. Και πώς να μην είναι άλλωστε, αφού σε αυτά τα sessions, συμμετέχουν ταλαντούχοι μουσικοί που έχουν χαράξει ιδιαίτερες πορείες με τις κυκλοφορίες τους. Ενδεικτικά σημειώνω τους Dave Shuford, Stellar Om Source, Aaron Moore, Tom Carter, Michael Evans.
Αφορμή για την αναφορά εδώ σε αυτή τη σειρά αποτελεί το έβδομο μέρος της, το οποίο τιτλοφορείται ως Michael Chapman and The Woodpiles – όπου σαν Woodpiles συνοψίζονται οι Steve Gunn, Marc Orleans, Jimy SeiTang, και Nathan Bowles, μια περίπου dream team στην αμερικανική folk σκηνή του σήμερα. Το NATCH 7 λοιπόν είναι όσο blues χρειάζεται, όσο folk πρέπει, περιέχει μια πολύ καλή διασκευή του Deportee του Woodie Gurthie (κομμάτι που φέτος το ξανασυναντάμε μετά από την διασκευή του Mike Cooper – και μισό αιώνα μετά παραμένει επίκαιρο) και η ηχογράφηση τελειώνει με ένα επικό 12λεπτό κομμάτι, ψυχεδελικό και παλιομοδίτικο, λίγο 60s και λίγο 70s, λίγο soul και αρκετά blues που σου παίρνει τα μυαλά. Άμα έχετε χρόνο, μπείτε στο tumblr όπου υπάρχουν όλες οι ηχογραφήσεις NATCH, φωτογραφικό υλικό και βίντεο, ακούστε τα προηγούμενα έξι sessions, αξίζουν και αυτά, πρόκειται για μια πολύ προσεγμένη, από πλευράς ποιότητας, σειρά και ήδη ανυπομονώ να ακούσω το όγδοο μέρος, με τους Loren Connors και Bill Orcutt – κάτι μου λέει ότι θα είναι κορυφαίο…

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

BROTHERS UNCONNECTED - "UNROCK THE HOUSE" (2012)

ΠΡΟΣΟΧΗ! Μην ακούσετε αυτό το album. Άλλωστε δεν είναι καν album, μια ζωντανή ηχογράφηση μόνο, στα όρια του bootleg – ένα απλό ντοκουμέντο. Οι ανατριχιαστικές φήμες για όσους τόλμησαν την ακρόαση, πολλαπλασιάζονται καθημερινά.
Αν και ακόμη δεν έχουν δοθεί στην δημοσιότητα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την πραγματική υπόσταση αυτών των εικασιών, πολλοί λένε πως ο πρώτος που έβαλε αυτό τον διπλό δίσκο στο στερεοφωνικό του, παράτησε τα πάντα και έτρεξε στη Μιανμάρ για να βρει ένα χαμένο προ χιλιετιών θησαυρό. Κάποιος άλλος φιλόμουσος καταλήφθηκε από αμόκ, μπήκε σε μια πανεπιστημιακή αίθουσα και άρχισε να γρονθοκοπεί όποιον ακαδημαϊκό έβρισκε μπροστά του. Μια νεαρή κοπέλα είχε εξαφανιστεί για λίγες μέρες, πριν εμφανιστεί ξανά – άγνωστο πως – στην έρημο Gobi. Η ίδια ισχυρίζεται πως απήχθη από φιλικούς εξωγήινους που την κρατούσαν φυλακισμένη στο ίδιο κελί με την Marilyn Monroe, τον Elvis Presley και τον πραγματικό Richard Nixon (όχι τον σωσία του που έγινε πρόεδρος). Ένας έφηβος άρχισε να γράφει έναν ονειροκρίτη με ορνιθοσκαλίσματα που, εκ των υστέρων, αποδείχτηκε πως αποτελούν χαρακτήρες ενός μη αποκρυπτογραφημένου αλφαβήτου μιας εδώ και αιώνες νεκρής γλώσσας. Επιστήμονες ανά τον κόσμο, αν και διατείνονται πως όλες αυτές οι φήμες κινούνται προς ώρας στην σφαίρα της φαντασίας, πιέζουν ώστε η πώληση αυτού του δίσκου να συνοδεύεται από ειδικές σημάνσεις, παρόμοιες με αυτές που υπάρχουν στα πακέτα των τσιγάρων (είναι εθιστικός μην τον ακούσετε, προκαλεί αργό και επώδυνο θάνατο, κτλ).
Εξάλλου γιατί να τον ακούσετε; Εντάξει έχει πολλά από τα στοιχεία της μαύρης μαγείας που χρησιμοποίησαν οι Sun City Girls για να γίνουν διάσημοι και να επηρεάσουν πλήθος νέων μουσικών της ανεξάρτητης σκηνής – τις ξεκούρδιστες κιθάρες, τους ατελείωτους μονολόγους, το σουρεαλιστικό χιούμορ, τις ανατολίτικες κλίμακες και τις συνθέσεις παρωδία της σύγχρονης μουσικής και αν και λείπει ο ηλεκτρικός ήχος των αυθεντικών εκτελέσεων και, προφανώς, τα drums, ο συγχρονισμός των δύο αδερφών είναι τόσο τέλειος που στα περισσότερα κομμάτια υπάρχει η αίσθηση ότι παίζει μία μόνο κιθάρα και όχι δύο – πράγματα του διαβόλου βέβαια. Επαναλαμβάνω. Προσοχή! Μην κάνετε το λάθος και τον ακούσετε. Κινδυνεύετε από αλλοπρόσαλλα οράματα, ανεξέλεγκτους οργασμούς, εφιάλτες, ψυχεδελικά παιδικά τραύματα, αλλοίωση της πραγματικότητας, νικοτινολατρεία.

((LINK REMOVED BY REQUEST))
((E Y E))

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

THE BIG EYES FAMILY PLAYERS & FRIENDS - "FOLK SONGS II" (2012)

Θεωρητικά, αυτό το album αποτελεί τη συνέχεια του Folk Songs που είχε κυκλοφορήσει πριν από τρία χρόνια, όπου οι The Big Eyes Family Players είχαν βοηθήσει τον James Yorkston να διασκευάσει μερικά παλιά folk κομμάτια. Βέβαια αυτό το album μόνο τύποις μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια του πρώτου Folk Songs, μιας και εδώ η μπάντα από το Sheffield έχει τον πρώτο και μοναδικό λόγο στην ενορχήστρωση του. Επίσης, ούτε album ακριβώς μπορεί να χαρακτηριστεί, από την πλευρά της συνοχής, αφού σε κάθε κομμάτι υπάρχει μια ξεχωριστή συμμετοχή στα φωνητικά από την ανεξάντλητη σύγχρονη μουσική σκηνή του είδους στην Βρετανία. Ο δίσκος πλησιάζει τα όρια της συλλογής, με τους The Big Eyes Family Players να καταφέρνουν άψογα να αλλάζουν το μουσικό τους ύφος, όσο χρειάζεται κάθε φόρα, για να ταιριάζει απόλυτα στα εκάστοτε φωνητικά των κομματιών – χωρίς φυσικά ο δίσκος να είναι τόσο ασύνδετος όσο μια συλλογή. Με δυο λόγια καθώς τα κομμάτια κυλούν δημιουργείται η αίσθηση πως η μπάντα έχει κατορθώσει να ακροβατήσει στη λεπτή γραμμή του συνόλου και της μονάδας και ταυτόχρονα να πατάει με σιγουριά ανάμεσα στη συμβατική απόδοση των κομματιών αυτών, θυμίζοντας αρκετά 60’s και 70’s και σε πειραματικούς ιδιωματισμούς, με drones, αφαιρετικές μελωδίες ή πολυεπιπέδα περάσματα με το αποτέλεσμα να είναι από την αρχή μέχρι το τέλος αρκετά καλό. Όσο για τις συμμετοχές που υπάρχουν στα φωνητικά, έχουμε κάτι σαν dream team της folk σκηνής, που μετά από αυτή των 70’s είναι η πιο παραγωγική και η πιο ποιοτική που έχουν βγάλει τα βρετανικά νησιά. Alasdair Roberts, Sharron Kraus, Elle Osborne, Adrian Crowley και προφανώς James Yorkston – έτσι για να αναφέρω μερικούς.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

HLADOWSKI & JOYNES - "THE WILD WILD BERRY" (2012)

Το περσυνό album του C Joynes, (Congo) περιέργως δεν στολίστηκε με διθυραμβικές κριτικές, όπως του άρμοζε για την αρτιότητα της neo-folk ψυχεδέλειας που περιείχε και την εντυπωσιακή συνοχή και μελωδικότητα που το χαρακτήριζε. Με αυτή τη φετινή του κυκλοφορία μας δίνει μια ευκαιρία να επανορθώσουμε. Τη Hladowski, τώρα, με τη νεραϊδίσια φωνή, την είχα αφήσει σε ένα αξιομνημόνευτο 10”, το High High Nest, πίσω το 2008, που απ’ όσο ξέρω δεν ακολουθήθηκε από κάποια άλλη δισκογραφική δουλειά.
Η συνεργασία αυτών των δύο μας δίνει ένα ξεχωριστό album για φέτος. Ναι, το The Wild Wild Berry θυμίζει πολύ το ρεύμα αναβίωσης της folk μουσικής που άνθισε στη Βρετανία τη δεκαετία του ’60 – πάρα πολύ, για την ακρίβεια. Ο δίσκος απαρτίζεται από έντεκα παραδοσιακά κομμάτια, δοσμένα με τον ιδιαίτερο τρόπο αυτών των δύο. Με την αμεσότητα, δηλαδή, την καθαρότητα των μελωδίων και τον αρκετά ογκώδη, αλλά ταυτόχρονα λιτό, ήχο του C Joynes και την γλυκιά και γεμάτη ηχοχρώματα φωνή της Hladowski. Εύθραυστο, ρομαντικό και απέριττο, το περιεχόμενο του δίσκου με το πανέμορφο εξώφυλλο, δεν κάνει κοιλιά σε κανένα σημείο, δεν υπάρχουν κομμάτια που περνούν απαρατήρητα, δεν διακρίνεται καμία προσπάθεια να αντιγραφούν κάποιες από τις μυθικές μουσικές μορφές του συγκεκριμένου είδους – φέρνει στο νου πολλούς, αλλά κανέναν συγκεκριμένα. Καταφέρνει δηλαδή να έχει την δική του εκφραστικότητα – δίχως να έχει κάποιο νεοτερισμό ή να προσπαθεί να μπολιάσει κάτι καινούργιο. Και καταφέρνει να σε βυθίσει στον έντονα λυρικό και ατμοσφαιρικό κόσμο αυτού του είδους. Σίγουρα, μπορεί να γοητεύσει όποιον συμπαθεί έστω και ελάχιστα την Βρετανική folk ή με άλλα λόγια, αν αυτός ο δίσκος είχε βγει πριν από καμιά πενηνταριά χρόνια, θα είχε πιθανότατα μπει σε όλους τους καταλόγους με τους καλύτερους δίσκους του Folk – Revival.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

KEY OF SHAME - "THRENODY FOR MARCUS JUNIUS BRUTUS" (2012)















Μετά το πολύ καλό drone / psych / noise που εκτοξεύει σε επιληπτικό ρυθμό ως Decimus, ο πολυπράγμων Pat Murano (μέλος των No –Neck Blues Band και των K. Salvatore) μένει στον αφρό της μοντέρνας avant noise και αυτόν τον μήνα με την κυκλοφορία του νέου του project – συνεργασία με τον κιθαρίστα των Sightings, Mark Morgan. O ήχος που ξερνούν βδελυρώς ως Key of Shame στο εν λόγω LP είναι ένας φόρος τιμής στο πρώιμο σκοτεινό χαοτικό industrial τύπου Throbbing Gristle / Coil, αλλά και ταυτόχρονα μια προβολή αυτών των γκρίζων ηχοχρωμάτων σε ένα πιο φανταχτερό ψυχεδελικό καμβά. Στην πρώτη πλευρά του LP o Morgan επιδίδεται στο γνωστό από τους Sightings ξερό, γρατζουνιστό ξύσιμο της κιθάρας του παράγοντας ένα αλλοιωμένο ηλεκτρικό βόμβο που κοντράρει συνεχώς τις εξώκοσμες, ψυχοδραστικές λούπες του Murano. Έτσι, η πρώτη πλευρά όσο τεχνητά αφιλόξενη ηχητικά κι αν είναι ορθώνει ένα σκληρό, μπετονένιο concrete οικοδόμημα υψηλής μεταμοντέρνας noise αισθητικής. Στην δεύτερη πλευρά, οι γραμμές μεταξύ των δύο πλησιάζουν περισσότερο τονικά και η διάθεση τους μοιάζει να είναι να «ταξιδέψουν» παρά να ενοχλήσουν τον ακροατή. Με μαεστρία οι post-techno /industrial βρόγχοι στο ξεκίνημα λειώνουν οργανικά σε μια πηκτή ambient drone λάβα, που καταπίνει με την βουλιμική μη-στατικότητα της κάθε διάθεση για άσκοπες και περιττές περιπλανήσεις σε χλιαρά και άστοχα «ambient» αβαθή ηχοτόπια -αναμασήματα που μας σερβίρουν άλλοι όχι τόσο ευφάνταστοι δημιουργοί όσο οι δύο ταλαντούχοι new Yorkers. Ελπίζω να με συγχωρέσει ο Tzomborgha, αλλά μαζί με τα soundtracks των Cyclobe που θα βρείτε εδώ, αυτή η μεταμοντέρνα θρηνωδία για την ιστορικά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Βρούτου αποτελούν ότι πιο καλοδουλεμένο άκουσα τον τελευταίο καιρό από την drone / industrial σκηνή.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

ASTRAL SOCIAL CLUB - "MAGIC SMILE" (2012)

Ο παραγωγικότατος Neil Cambell μας προσφέρει ένα ακόμη album της υβριδικής pop-techno-noise μουσικής του με αυτή την κυκλοφορία από την Ιαπωνική WonderYou. Το Magic Smile ξαφνιάζει λίγο στην αρχή: απουσιάζουν οι ευθύβολοι noise παροξυσμοί, κυριαρχεί το έντονο, ρυθμικό και πρωτόλειο beat και υποβόσκει μια ευχάριστη μελωδία καθώς διάφοροι ήχοι, από σειρήνες περιπολικών μέχρι φωνές παιδιών, εισβάλουν στο αρκετά εύθυμο μουσικό πανηγύρι. Όλα αυτά στα πρώτα λεπτά – και λίγο πριν αναρωτηθείς μήπως έχεις κάνεις λάθος και ακούς κάτι άλλο, εισβάλλει, επιτέλους, κυριαρχικά ένας παχύς και επιβλητικός θόρυβος που πετάει τα πάντα σε δεύτερο επίπεδο και ησυχάζεις – όχι, δεν έχεις κάνεις λάθος ακούς Astral Social Club. Σε αυτό το δίσκο ο Cambell εμπλουτίζει αρκετά το μονοδιάστατο ύφος που είχαν οι περισσότερες από τις προηγούμενες κυκλοφορίες του. Σαφώς και κυριαρχούν τα μονολιθικά και παλιομοδίτικα beat, που καταλήγουν να φέρνουν στο νου Kraut καταστάσεις με την ψυχεδέλεια που βγάζουν και σαφώς και οι θόρυβοι που παρεμβάλλονται είναι επιθετικοί, βίαιοι και απροσπέλαστοι. Υπάρχει όμως και κάτι παραπάνω. Ίσως το φλερτάρισμα με την υπναγωγική pop (ιδίως στο 2ο κομμάτι) που παραπέμπει στους φουτουριστικούς ήχους της δεκαετίας του ’80, ίσως τα διάφορα field-recordings που εμβόλιμα και φαινομενικά δίχως κάποιο νόημα, μπαίνουν μέσα στην μονοκόμματη αστρική-ψυχεδέλεια που μας έχει συνηθίσει, ίσως οι αιθέριες μελωδίες – πιο έντονες από ποτέ άλλοτε στις ηχογραφήσεις του, ίσως η πιο δομημένη εξέλιξη των κομματιών, από την ξερή παράθεση θορύβων και beats που είχαν οι προηγούμενες κυκλοφορίες του, ίσως όλα αυτά μαζί περιπλέκονται και απογειώνουν τον δίσκο σε αυτό που φανερώνει ο τίτλος του: Magic Smile – μια εύθυμη και ανάλαφρη διάθεση εκχέεται σε κάθε κομμάτι, ανακατεύεται με την βαριά ψυχεδέλεια και το post-industrial ψηφιδωτό των ρυθμών για να καταλήξει σε ένα δίσκο που σίγουρα αξίζει προσοχής.

((E A R))
((E Y E))

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

MICHAEL HURLEY - "BACK HOME WITH DRIFTING WOODS" (2012)

Ότι πρέπει για τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού και τις τελευταίες νύχτες πριν αρχίσουν τα ζόρια του φθινοπώρου. Αυτός ο δίσκος είναι κάτι σαν ιστορικό ντοκουμέντο μιας και πρόκειται για κάποια από τα πρώτα κομμάτια που ηχογράφησε ο Hurley, το μακρινό 1964 – από το υλικό των sessions μέσα από τα οποία προέκυψε το First Songs, ο πρώτος δίσκος του ξεχωριστού αυτού τραγουδοποιού. Η φωνή του λοιπόν είναι ακόμη άγουρη, νεανική, περίπου κανονική (περά από κάποια προσεγμένα φάλτσα), χωρίς τις κραυγές και τις φωνές που τον έκαναν γνωστό αρκετά μετά και αποτέλεσαν το χαρακτηριστικό του μουσικού του κόσμου – ενός κόσμου ιδιότυπου, αυθεντικού και ειλικρινούς.
Στα 23 του χρόνια, με την ακουστική του κιθάρα, μια φυσαρμόνικα και την υψίτονη φωνή του, ο Hurley ανοίγει την αυλαία πίσω από την οποία ξεδιπλώνεται - μέσα από τους στίχους - ο μοναχικός και γεμάτος συμβολισμούς γαλαξίας της λίγο ξεκούρδιστης κιθάρας, των λίγο παράταιρων ακόρντων, των ατελών μελωδιών και των υπνωτιστικών ρυθμών. Η προσέγγιση του Hurley μοιάζει περισσότερο με αυτήν των πρώιμων μπλουζ: τότε που κατάκοποι, μεγάλοι σε ηλικία μαύροι γρατζούνιζαν την κιθάρα δίχως να χολοσκάνε για την τεχνική ή την αρτιότητα του αποτελεσμάτων, βγάζοντας πηγαία και χωρίς φιλτράρισμα τα εσώψυχα τους. Φυσικά ο Hurley ούτε μαύρος είναι, ούτε μεγάλος σε ηλικία – σε αυτές τις ηχογραφήσεις τουλάχιστον. Παρόλα αυτά ο γυμνός του ήχος, η επίπεδη φωνή του και το πάθος που ξεχειλίζει στα λόγια και στην κιθάρα του καταφέρνουν να πλάσουν κομμάτια εξίσου άμεσα και διαπεραστικά, που αν και δύστροπα στο αυτί, μπορούν άνετα να τρυπώσουν μέσα σου και να σε υποχρεώσουν να ακούσεις ξανά και ξανά αυτόν τον δίσκο. Με άλλα λόγια το ταλέντο και η αξία του μεγάλου αυτού μουσικού, είναι αναγνωρίσιμα από τα πρώτα κιόλας κομμάτια που έγραψε στο studio – άσχετο αν μέχρι την δεκαετία του ’80 είχε μείνει πλήρως στην αφάνεια και από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 άρχισε, επιτέλους, να γίνεται κάπως γνωστός, για να αποκτήσει σίγα-σιγά την θέση που του ανήκει στο μουσικό στερέωμα. Αυτήν δηλαδή ενός γνήσιου, αξιόλογου και αρκετά επιδραστικού εκπροσώπου της ανεξάντλητης, Αμερικάνικης Folk.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

HANGEDUP & TONY CONRAD - "TRANSIT OF VENUS" (2012)

Για τον Tony Conrad, δεν χρειάζεται να πω κάτι. Είναι ο πατριάρχης της drone, μία μυθική μορφή, πολυτάλαντος και πολυπράγμων, που έχει αφήσει το δικό του στίγμα στην ιστορία της μουσικής. Τους Hangedup ομολογώ πως τους είχα ξεχάσει. Μία από τις μπάντες της Constellation που είχε ξεπηδήσει στα ντουζένια του post-rock και είχε βγάλει τρεις δίσκους, ο ένας εκ των οποίων (Kicker in Tow) μου έχει μείνει σαν ένας από τους καλύτερους της όλης σκηνής, μα μετά εξαφανίστηκαν, χάθηκαν, δεν ήξερα καν ότι υπάρχουν ακόμη σαν σχήμα και όταν έβαλα να ακούσω αυτή τη συνεργασία δεν είχα πολύ μεγάλες προσδοκίες, είχα την εντύπωση πως θα ήταν ένας καλός αυτοσχεδιασμός και τίποτα περισσότερο. Έσφαλα, βέβαια.
Από το πρώτο λεπτό αυτός ο δίσκος σε υποχρεώνει να παρατήσεις οτιδήποτε κάνεις και να μείνεις κολλημένος στα ηχεία. Τα μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια είναι άκρως ψυχεδελικά, βίαια, με τους ρυθμούς να εναλλάσσονται στα drums και τους θορύβους να εισβάλλον σε διαφορετικά επίπεδα, που επικάθονται το ένα πάνω στο άλλο και μετατρέπονται όσο περνάει η ώρα σ’ ένα παραισθητικό και σχεδόν μελωδικό θόρυβο. Είναι τέτοια η ενέργεια που ξεχύνεται από τα drums του Eric Craven, που θαρρείς πως τα κοπανάει με μίσος, φτιάχνοντας βρόγχους από κροταλίσματα και ρυθμικά ξεσπάσματα και είναι τέτοια η δυναμική και η ορμή των drones που χτίζουν ο Conrad με τη Gen Heistek που σε αφήνουν περίπου παράλυτο και με ανοιχτό το στόμα. Το κάθε κομμάτι, απελευθερωμένο από κάθε είδους φόρμα, με μία σχεδόν punk ηχητική αισθητική είναι έντονα επιθετικό, με τους θορύβους και τον ρυθμό να ακολουθούν μια καταιγιστική πορεία. Στο σύνολο του το Transit Of Venus έχει μια πηγαία ένταση, μια έρπουσα μαυρίλα και σε ανατριχιάζει με την ζωντάνια του ήχου – θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα live album ή για να το πω καλύτερα, αν δυναμώσεις την ένταση παρασύρεσαι και νομίζεις πως οι τρείς μουσικοί βρίσκονται κάπου στην άκρη του δωματίου σου. Τέλειο soundtrack για την κατάπτωση της αστικότητας, βάλτε το στα ακουστικά και κάντε μια βόλτα στην Κυψέλη. Θα ανακαλύψετε την απόλαυση που κρύβει η αποσύνθεση.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

ON A STEADY DIET OF HASH, BREAD & SALT: COMPILATION WITH COVERS ON REBETIKA (2012)


    Rebetika, a truly underground music created at the beginning of the 20th century, was, in its preamble form, the music vehicle to express a culture bumbling under a constantly changing society – a culture based on drugs, haunted by poverty. Unfortunately, in its birth land Greece, Rebetika was transformed through the decades, became soft and gradually deteriorated to a stupid folklore music consumed by the neogreek unmusical masses and tourists alike. For us, early 20s – late 30s Rebetika represents the rawest, purest and yet finest form of Greek folk music ever recorded. We regard this music as lyrically powerful, sentimentally resourceful and musically chaste as the blues.
    Driven by our homage to it, this compilation tries to throw bridges between the dusty old roads of Rebetika and the shiny new twisty alleys, paved by the free form music pioneers of nowadays. As fanatic spectators we frequently hear the past couple of years, musicians from the scene declaring their love and respect for Rebetika and at the same time more and more compilations with original tracks from 78rpm recordings comes to surface. The interest is growing. So we thought this is the right moment to invite musicians to delve into the roads of Rebetika and come up with a fresh, if not radical, reinterpretation of their own.
    We sent three originals to each one and to our surprise, most people reacted positively and either picked one of the three songs to cover or preferred another one they believed more fitting. And even more surprisingly, the actual cover songs the musicians sent us back are of the best quality and wide variety we could hope for. From passionate heartfelt true-to-the-form takes, to completely improvised or fusion attempts to noise rock deconstructions, every contribution sounds vital and captivating. Our humble hope that you will download and enjoy this compilation as much as we did and our wildest dream is that this could set fire to new generations of fearless Rebetika explorers both in our land and abroad.


T R A C K L I S T :

01. Daniel Padden - "Adinatisa O Kaymenos"
02. Nettle - "Black Eyes"
03. Costa and Nero - "Rast'e Tou Teke"
04. D Charles Speer - "Aman Yiala Yiala"
05. Andy Moor / Yannis Kyriakides - "Touto To Kalokeraki (This Summer)"
06. Steve Gunn - "Trouba"
07. Ignatz - "Stin Ypoga"
08. Sam Shalabi - "Rebetikaud"
09. CWK Joynes & Son Ensemble feat. William Sathya - "23 Minore Mane"
10. Amen Dunes - "Sousta Politiki"
11. Free Piece of Tape - "Burning School"
12. Astral Social Club - "Efoumernam Ena Vradi"
13. Plankton Wat - "Hash Smugglers Blues"
14. Mike Cooper & Viv Corringham - "New Rembetika/14"
15. Caligine - "Με Πιάνουνε Ζαλάδες"


The compilation is free and you can hear it here:
[BANDCAMP] - [FMA]
Or you can download it from:
[MEDIAFIRE] - [FILECLOUD] - [SENDSPACE]

On Track 1 Alex South plays clarinet & bass clarinet. Mastering by Emma Peel. Cover by McPan.

Tracks 1,6,7,8,15 originally by A.Kostis
tracks 5,11 by Kostis Bezos
track 2 by Rosa Eskenazy
track 3 by Jack Gregory
track 4 is traditional
track 9 by Stratos Pajioumdzis
track 10 by Antonis Dalgas
track 12 by Markos Vamvakaris
track 14 by Sotiria Bellou.


Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

TWO WINGS - "LOVE'S SPRING" (2012)
















Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που αποθέωνα σε αυτές τις σελίδες τις εξώκοσμες φωνητικές ιδιότητες της μικρής αλεπουδίτσας από τη Γλασκώβη Hanna Tuulikki, όταν με έχει ξετρελάνει με το αιθέριο avant folk του σχήματος της Nalle. ‘Εκτοτε, την απόλαυσα στις συμμετοχές στις ανατολίτικο folk project Family Elan και περίμενα με κρυφή αγωνία το επόμενο της βήμα. Και να σου ξεπετάγεται ένα άλλο σχήμα, οι Two Wings, όπου η Tuulikki συνεργάζεται με τον κιθαρίστα Ben Reynolds, μέλος των εταίρων folk rockers Trembling Bells έως το κορυφαίο τους κατ’ εμέ “Carbeth”. Η πληροφόρηση που είχα πριν ακούσω το “Love’s Spring” ήταν ότι πρόκειται για το πιο προσγειωμένο, εύπεπτο και συμβατικό ήχο που έχει βγάλει η Τuulikki και η αλήθεια είναι πως αρχικά απογοητεύτηκα λιγάκι από την ροκάδικη americana κατεύθυνση του άλμπουμ. Με τέτοια ιδιαίτερα, σπλαχνικά χλιμιντριστά φωνητικά που μόνο σε μεγάλες ντίβες του βρετανικής εγκεφαλικής pop συναντάς, όπως είναι η Siouxie και η Kate Bush, αισθάνομαι ότι η αυτοπεριορίζεται σε αυτό το σχήμα στο ρόλο της βατής – όσο είναι δυνατόν βέβαια –ερμηνεύτριας.

Από την άλλη, το άλμπουμ είναι καλοδουλεμένο και πραγματικά γλυκόπιοτο. Στο ξεκίνημα του, ξελογιάζεσαι από το πιο φευγάτο τραγούδι του το “Eikon”. Η μελωδική γραμμή ξετυλίγεται με περίτεχνους ελιγμούς , καθώς η Tulliki τραγουδά τσιριχτά σαν να βρίσκεται στο μέσον ενός ερωτικού αναβρασμού που δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει. Ακούγεται ξεμυαλισμένα εφηβική, ζωώδης, ποθητή ίσως απειλητική και σίγουρα όχι γλυκανάλατη. Από το δεύτερο κομμάτι και πέρα αυτό το ελευθέρας βοσκής πλάσμα μπαίνει σιγά-σιγά σε ένα όμορφα σμιλεμένο folk rock καλούπι. Σαφώς μπάντα του Reynolds είναι μια καλοκουρδισμένη country folk μηχανή με αναφορές στους πατέρες και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Ακούς ισόποσα και τις όμορφες slide κιθάρες των Band αλλά και τους πιο brit folk βουκολισμούς των Fairport Convention. Μάλιστα, στην πιο prog στιγμή του άλμπουμ ,το 9λέπτο ομώνυμο ,η βασική μελωδία στο φλάουτο παραπέμπει κατευθείαν στους Incredible String Band. Οι στίχοι πραγματεύονται, φυσικά, τον έρωτα και τα παρελκόμενα του και έτσι ακροβατώντας ανάμεσα στις γλυκές μπαλάντες , τις παραπονιάρικες bluesy κιθάρες, τα ορχηστρικά ξεσπάσματα και τις φωνητικές εκπλήξεις εκ μέρους της Tuulikki το αποτέλεσμα είναι ένα μεστό folk rock που ακούς με ευχαρίστηση. Ελπίζω, μόνο, πάνω στο πιο «εμπορικό» άνοιγμα της Tuuliki εδώ να μην έχει εγκαταλειφθεί η υπόθεση Nalle.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

V/A - "DABKE: SOUNDS OF THE SYRIAN HOURAN" (2012)


Dabke, αν το κατάλαβα καλά, σημαίνει κάτι σαν στέκεσαι στα πόδια σου και πρόκειται για ένα χορό από μαντραχαλάδες πιασμένους από τους ώμους, να χοροπηδάνε σαν κατσίκια, με τον μπροστάρη να κρατάει συνήθως ένα μαντίλι και να αυτοσχεδιάζει σε κινήσεις. Κάτι σας φέρνουν στο νου όλα αυτά, ε; Μόνο που στη Μέση Ανατολή αυτός ο χορός δεν είναι αποτέλεσμα μιας λίγο γλυκανάλατης και λίγο αδιάφορης, αν όχι εκνευριστικής, μουσικής, αλλά της ίσως πιο δυνατής και γεμάτης ενέργεια μουσικής του πλανήτη. Ο κύριος Mark Gergis, από την Sublime Frequencies, ο άνθρωπος στον οποίο οφείλει την φήμη του εκτός Συρίας ο Οmar Souleyman, ηχογράφησε Dabke κομμάτια από εφτά γάμους και μας τα προσφέρει σε αυτή την απογειωτική συλλογή. Οι ρυθμοί είναι, το λιγότερο, καταιγιστικοί, τα σόλο στα πνευστά ασταμάτητα, τα φωνητικά χαοτικά και γεμάτα κραυγές και echo, η τεστοστερόνη ξεχειλίζει από κάθε νότα, ντέφια, νταούλια και όλα τα λοιπά παραφερνάλια που στοιχειοθετούν ένα αυθεντικό πανηγύρι στην ανατολική μεσόγειο, βρίσκονται εδώ με τέτοια ένταση που δεν σου αφήνουν επιλογή παρά να τα ακολουθήσεις στο ασυγκράτητο παραισθητικό τριπάκι τους – πρόκειται για 40 λεπτά που ο ρυθμός παραμένει αμείωτος σε κάθε δευτερόλεπτο και παραμένει αποστομωτικά σκαρφαλωμένος σε μια τρελή κορύφωση ταχύτητας. Αν σας αρέσει ο Omar, σίγουρα θα σας αρέσει και αυτή η συλλογή. Αν πάλι δεν έχετε συμφιλιωθεί με τον ανατολίτη που κρύβεται μέσα σας, αν νομίζεται ότι χορευτική μουσική σημαίνει μόνο μπιτάκια, μπλιπλίκια ή γρήγορες κιθάρες, μάλλον δεν θα σας παρασύρει η ψυχεδελική ορμή αυτών των κομματιών – εσείς χάνεται.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

EYVIND KANG - "THE NARROW GARDEN" (2012)















Η πρώτη μου επαφή με τη δουλειά του ασιατικής καταγωγής καναδού συνθέτη και πολύοργανίστα ήταν τα έντονα γήινα drones και τα εξωπραγματικά φωνητικά που αναδείχτηκαν στο περσινό υπέροχο “Visible Breath”. Με είχε εντυπωσιάσει επαγγελματική, άψογη αισθητικά προσέγγιση που πρόδιδε την avant garde μουσική του παιδεία, χωρίς να ακούγεται κλινικός ή κλισέ. Βοηθητικός μέλος των Secret Thiefs και των Master Musicians Of Bukkake, o Kang γνωρίζει πώς να αλατίζει μια στενή και άνοστη μουσική «παρτιτούρας» με τις απαραίτητες τζούρες ατονικής μη κανονικότητας και φαινομενικά αντικρουόμενων στοιχείων. Για την ώρα, το magnum opus του είναι το “Narrow Garden” , ένα άλμπουμ που βρίθει από φρέσκιες ιδέες για το τι είναι η παραδοσιακή μουσική και πως πρέπει αυτή να ενορχηστρώνεται σε ένα νέο-κλασσικό ύφος. Είναι αξιοθαύμαστο πως καταφέρνει να κινείται τόσο ελεύθερα μεταξύ της Ευρωπαϊκής και της Ανατολίτικης κλασσικής μουσικής, προτείνοντας μια νέα μουσική, που τρεφόμενη από τις παραφωνίες της, δημιουργεί μια πρωτόγνωρο ηχητικό αναβρασμό. Η έμπνευση του προέρχεται από τη λυρική ερωτική ποίηση του Μεσαίωνα και από τις αρχαίες μουσικές κλίμακες της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής . Με ένα τρόπο εσωτερικό δικό του, μέσα σε 37 λεπτά στήνει ένα πνευματικό ταξίδι που σε πάει πίσω σε μακρινές εποχές στοιχειωμένες από προαιώνιους μύθους . Σαν ένα soundtrack δηλαδή, για την πλέον φευγάτη ταινία εποχής που κανείς από το Hollywood δεν έχει την φαντασία να σκηνοθετήσει. Έτσι, το εναρκτήριο “Forest Sama’i” και το “Invisus Natalis” που κλείνει αντίστοιχα το άλμπουμ με τα παιχνιδιάρικα, ερωτογενή πνευστά τους και τους λάγνους ανατολίτικους ρυθμούς σε μεταφέρουν στο μέσον του πιο παραζαλισμένου εξωτικού πανηγυριού. Βέβαια, αυτά έρχονται σε προκλητική αντίστιξη με τα “Usnea” και το ομώνυμο στο μέσο του άλμπουμ όπου σχεδόν noise αρμονικές των εγχόρδων σε πετούν αίφνης στο μέσον της πιο αφιλόξενης και αχανούς ηχητικής στέπας. Από την άλλη, τα μελοποιημένα ποιήματα “Pure Nothing” και “Mineralia” με την αγγελική φωνή της Jessika Kenney ξεδιψούν τα αυτιά σου σαν το γάργαρο νερό μιας ερημικής όασης. Αυτά και άλλα σοφά κρυμμένα μουσικά μυστηριώδη καθιστούν τον στενωπό κήπο του Kang ένα μουσικό επίγειο παράδεισο για όσους επιλέξουν να περιπλανηθούν άδολα μέσα σα αυτόν.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

EYELESS IN GAZA - “EVERYONE FEELS LIKE A STRANGER” (2012)















Η απρόσμενη αλλαγή του καιρού προς το συννεφιασμένο και μουντό τις τελευταίες μέρες μας έδωσε ένα υπέροχο γκριζωπό ουρανό που ταιριάζει γάντι με το γνωστό και αγαπημένο μελαγχολικό βρετανικό post folk στυλ των Eyeless In Gaza. ‘Έτσι και εγώ είπα να παρουσιάσω χωρίς πολλά-πολλά το νέο τους CD για να το ακούσετε πριν σκάσουν οι μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού και την βγάλουμε με την psych reggae Sun Araw και τα σπανιόλικα της Josphenine Foster. Στο 13ο άλμπουμ , λοιπόν, του χαμηλού προφίλ post-punk / avant folk διδύμου από το πάντοτε βροχερό Warwickshire, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει σε σχέση τα δύο τελευταία αριστουργήματα της μπάντας “Summer Salt” και “All Under The Leaves”. Κι εδώ η μοναδική χημεία των Martyn Bates και Peter Becker ξεδιπλώνει μεστά και περιεκτικά τραγούδια που πατούν στις κομψές, στρογγυλές μελωδίες του Bates αλλά και εμπλουτίζονται από πλείστα ορχηστρικά στοιχεία κάθε φορά. Σε αυτό το άλμπουμ, ισχυρίζονται ότι μπολιάζουν στον ήχο τους περισσότερα ακουστικά folk κιθαριστικά περάσματα, κάτι που ισχύει ως ηχητικό συστατικό σε κάποια κομμάτια. Από την άλλη, διατηρούν το προσωπικό τους ύφος, με τα ατμοσφαιρικά σκοτεινά περάσματα των πλήκτρων και τους μη επιθετικούς, μαλακούς ρυθμούς που πλάθουν χαλαρά τα tambourine, drumbox, pulse και λοιπά τεχνητά κρουστά. Στο κέντρο, βέβαια, θα βρείτε την υπέροχη φωνή του Bates : αέρινη, αβαρής, σχεδόν θηλυπρεπής για κάποιους η φωνή του. ‘Όμως, το εύθραυστο του falsetto μετά από χρόνια παιδέματος καταφέρνει να ακούγεται κυρίαρχο και ισχυρά αντηχών προς κάθε σημείο του ηχητικού πεδίου που καταλαμβάνει και αποτελεί και το ιδανικό όχημα για τους ιδιαίτερα προσεγμένους, επιμένων νεορομαντικούς του στίχους. Με αυτό το όπλο στα χέρια των Eyeless In Gaza, θα έλεγες ότι η ευρηματικότητα των συνθέσεων θα πέρναγε σε δεύτερη μοίρα. Η αλήθεια είναι ότι όσους μουσικούς νεοτερισμούς κι αν σκαρφιστούν θα υπερκαλύπτονται από το συναισθηματικό βάθος που δημιουργούν οι μελωδικές γραμμές του Bates. Και, προσωπικά, όσο και αν καταπιάνονται με free folk επιρροές τύπου Six Organs ας πούμε, τους προτιμώ το λυτό “Amongst The Gathering Skies” όπου μόνο με δύο απλές μελωδίες στη μελόντικα και την ανυψωτική φωνή του Bates, εξυφαίνουν ένα πανέμορφο ηχοτόπιο που σε συγκινεί ψυχικά, όσο λίγα στις μέρες μας.

((E A R))
((E Y E))