Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2010. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2010. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

ASTRAL SOCIAL CLUB - "HAPPY HORSE" (2010)

Ακολουθώντας πιστά τα χνάρια του “Octuplex”, την προηγούμενη κυκλοφορία των Astral Social Club, το “Happy Horse” απογειώνει αυτό το χορευτικό υβρίδιο. Ο Neil Cambell, ο ιθύνων νους των Α.S.C. και μέλος των Vibracathedral Orchestra, έχει σαν σκοπό να σας πιάσει στον ύπνο. Το όμορφο περιτύλιγμα, το κάτι σαν βετέξ, χνουδωτό και κίτρινο κάλυμμα του c.d. που κυκλοφορεί από την Ιαπωνική Happy Prince, τα πάντα συμπαθητικά και χαλαρωτικά γιαπωνέζικα, δε σε προμηνύουν ακριβώς για το εσωτερικό αυτού του album. Ένα τρομερής ενέργειας και στατικότητας techno, που προσομοιάζει ρετρό 90’s ήχο, εμβαπτισμένο σε μία εκκωφαντικών επιπέδων ψυχεδέλεια – παραμορφωμένη και θορυβώδης. Τεράστια, επικών διαστάσεων κομμάτια που σε αφήνουν με την απορία: να κουνήσω το κεφάλι μου ή να κουνήσω το κώλο μου; Αυτό ακριβώς το περίπου φιλοσοφικό ερώτημα που ενταφιάζεται στη μουσική των Astral Social Club, είναι που κάνει τη μουσική τους τόσο φοβερή. Η βαριά κιθαριστική ψυχεδέλεια, τα χαοτικά μονοπάτια θορυβωδών μοτίβων, τα επαναλαμβανόμενα θέματα στο μπάσο και το εγκεφαλικό πυροτέχνημα που εκρήγνυται στο μυαλό σου με την επιθετική ψυχεδέλεια, πιασμένη χέρι-χέρι με ένα ρυθμικό, μονολιθικό, αρχέγονο και διαπεραστικό techno, που αβίαστα μετακινεί στο ρυθμό του όλο σου το σώμα. Ένας μαξιμαλιστικός συρφετός που σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα και σου προκαλεί έναν γλυκό πονοκέφαλο. Σε κάθε κομμάτι ο χοντροκομμένος ρυθμός είναι έντονος από την αρχή μέχρι το τέλος και πάνω σε αυτά τα καταιγιστικά beat, ο Cambell χτίζει ήχους και θορύβους, σκορπάει κιθαριστικούς βόμβους και εκφυλισμένα από την παραμόρφωση ακόρντα - μα σχεδόν ποτέ κάτι που να παραπέμπει σε μελωδία. Το μόνο μελωδικό σημείο ολόκληρου το album εντοπίζεται για λίγα μόλις δευτερόλεπτα στο cloud war, το πέμπτο στη σειρά των επτά κομματιών, περίπου σαν υπενθύμιση μίας απουσίας. Προχωρώντας και εξελίσσοντας τον ήχο τους, οι Astral Social Club, ο Neil Cambell και η παρέα του από τους John Clyde-Evans, Phillip Smith, Paul Walsh, Stewart Keith, καταλήγουν ωριμάζοντας να αντιπροσωπεύουν επάξια τον τίτλο του project. Ναι, αυτή το κοσμικό και επίπεδο ηχητικό τείχος, αυτή η αστρική ψυχεδέλεια, με τρεις λέξεις θα χαρακτηριζόταν σαν astral social club. Υπέροχο και απολαυστικό – σίγουρα δεν γίνεται να σε αφήσει αδιάφορο και σίγουρα δεν πρόκειται να ξεχάσεις γρήγορα την μετάγευση που σου αφήνει.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

CYCLOBE - "WOUNDED GALAXIES TAP AT THE WINDOW" (2010)

Το “Wounded Galaxies Tap at the Window” είναι, απλά, ένα δισκογραφικό αριστούργημα. Μια τέλεια καλλιτεχνική σύλληψη σε όλα τα επίπεδα. Οι σουρεαλιστικά μυστικιστικοί τίτλοι των κομματιών, το φανταστικό εξώφυλλο και βέβαια το υπέροχο μουσικό περιεχόμενο του LP συνθέτουν ένα μοναδικό έργο σκοτεινής μουσικής μυθοπλασίας. Φυσικά, το “Wounded Galaxies Tap at the Window” δεν θα μπορούσε να μην δημιουργηθεί από τους κ.κ. Ossian Brown και Steven Thrower, αμφότεροι εναπομείναντα μέλη των αρχόντων του Μαγικού ‘Ηχου – των αθάνατων Coil δηλαδή. Το άλμπουμ είναι μάλιστα, αφιερωμένο στον αποθανόντα τρελο-ποιητή Jhon Balance και κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν φύγει και ο ιδιοφυής μουσικός αρχιτέκτων Peter Christopherson. Οι ομοιότητες μεταξύ πεθαμένων Coil και των ζωντανών Cyclobe είναι τόσες που δεν έχει νόημα να τις απαριθμήσω. Σίγουρα, το εν λόγω LP θα μπορούσε να κυκλοφορήσει με το όνομα Coil στο εξώφυλλο και θα μιλάγαμε για ένα ακόμη σκοτεινό διαμάντι τους. Φαίνεται ότι οι Brown και Thrower με την δεκαετή συμμετοχή τους στις ζωντανές εμφανίσεις του group στιγματίστηκαν καλλιτεχνικά πολύ βαθιά από την φιλοσοφία των Christopherson/ Balance. Κατ ένα τρόπο, πήραν ανεπίσημα το χρίσμα να εξελίξουν αυτή την παγανιστικά ζοφερή μουσική αισθητική που με τα χρόνια τελειοποίησαν οι Coil. Και δεν θα μιλούσα με τόση σιγουριά για τις ικανότητα των Cyclobe να σηκώσουν αυτό το βάρος, εάν δε με έπειθε 100% το μουσικό περιεχόμενο του δίσκου : Το εναρκτήριο “How Acla Disappeared from Earth” καταφέρνει μέσα σε 4 τρία λεπτά από την αιθέρια drone εισαγωγή να σε μπάσει στο ερεβώδες περιβάλλον του δίσκου με την εισαγωγή όλο και πιο άβολων ήχων. Το “The Woods Are Alive With The Smell Of His Coming” που καλύπτει την υπόλοιπη πρώτη πλευρά, είναι ένα μυσταγωγικό 17λεπτό έπος. Νυκτερινές folk μελωδίες διαπλέκονται με ορχηστρικών διαστάσεων έγχορδα και ακαθόριστα κακοφωνικούς ήχους πάνω σε ένα υποχθόνιο και εξωτικό, συνάμα, ρυθμικό στρώμα από kalimba που είναι τελείως Coil και διατρέχει όλη την σύνθεση. Απόλυτα ανατριχιαστικό. Στην δεύτερη πλευρά, το δελεαστικό ελλειπτικό droning σε συνδυασμό με τον περιπαικτικό σκοπό στο hurdy gurdy περιγράφεται χαρακτηριστικά από τους ίδιους “We’ll Witness the Resurrection of Dead Butterflies” και μάλλον κάτι τέτοιο οραματίζομαι και εγώ. Στη συνέχεια, έρχεται η αφηγηματική βινιέτα “Sleeper” κτισμένη γύρω από το ένα απλό μοτίβο στο πιάνο και τα ερμαφρόδιτά φωνητικά του Βrown που συνεχώς σε κυκλώνουν μέχρι να ξεσπάσει μια ακόμη σφοδρή synth drone καταιγίδα. To κλείσιμο με το ομώνυμο κομμάτι είναι και πάλι αποστομωτικό με τα σύνθια να επιδίδονται, θαρρείς αυτόβουλα, σε εκστατικούς κοσμικούς σπασμούς. Αντί επιλόγου προσθέτω μια πολύ συνεκτική περιγραφή του άλμπουμ από τους ίδιους τους Cyclobe “ Wounded Galaxies Tap at the Window is a baroque, startling and endlessly surprising record that brims over with imagination and humour, restraint and grandeur. Ancient and modern, teeming with life, riven by decay, it’s a very fulfilling album and the shape of remarkable things to come.” Αν όλα αυτά δεν σας έχουν πείσει για να παραγγείλετε ΤΩΡΑ το LP, τότε κατεβάστε το, ακούστε το με το πάσο σας …και κλάψτε όταν σε κάνα μήνα θα είναι παντού deleted.
((E A R)) ((E Y E))

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

IGNATZ - "SELECTED SONGS FROM CASSETTES 2005-2009" (2010)

Υπάρχει άραγε το Βέλγιο; Ή αποτελεί τη μεγαλύτερη φάρσα στη σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης; Διότι δυσκολεύομαι να βρω κάποιον Βέλγο. Πως υφίσταται το Βέλγιο, δίχως να υφίστανται Βέλγοι; Όποιον και να ρωτήσεις εντός των «συνόρων» της μυστήριας αυτής περιοχής, με την πολύ ομίχλη, τους υπερβολικά φωτισμένους αυτοκινητόδρομους, τα κόμικς, τις υπέροχες μπύρες και τα πολλά κρούσματα παιδεραστίας, θα σου πει ότι είναι ή Βαλόνος ή Φλαμανδός. Που είναι λοιπόν, οι Βέλγοι που θα συνθέσουν το κράτος του Βελγίου;
Αμπελοφιλοσοφίες εμπνευσμένες από το εξώφυλλο αυτής της συλλογής με κομμάτια του Ignatz που είχαν κυκλοφορήσει σε διάφορες κασέτες, όπως διατείνεται και ο τίτλος της κυκλοφορίας από την Kraak. Σε μία έπαρση λοιπόν ματαιοδοξίας, εσωστρέφειας και μεγαλομανίας, το σκίτσο που παραπέμπει σε σκονισμένους παλιούς χάρτες, μας δείχνει ένα Βέλγιο που δεν σταματάει πουθενά, ή περίπου πουθενά. Εκτείνεται από τη μέση ανατολή και τη μεσόγειο, στη βόρεια θάλασσα και χαιρετάει περήφανα μέχρι και την παγωμένη Ρωσία. Υψηλό χιούμορ θα μου πείτε και ένα πραγματικά ωραίο εξώφυλλο, θα συμπληρώσετε και θα έχετε δίκιο. Μουσικά τώρα, αυτή η συλλογή ξεκινάει πολύ επιθετικά, με ένα δυνατό σύγχρονο μπλουζ, χαρακτηριστικό του μοναδικού ήχου του Ignatz (The Last Night) και σε προϊδεάζει για ένα πολύ καλό δίσκο. Όντως, τα 8 κομμάτια που υπάρχουν σε αυτή τη συλλογή είναι το ένα καλύτερο από το άλλο και απλώνονται σε πολλά μουσικά είδη, όπως και τα σύνορα του Βελγίου απλώνονται στο χάρτη του εξωφύλλου. Από τα δυνατά μπλουζ, μέχρι κάποια φολκ όρια, από πιο ήρεμες και μελωδικές μπαλάντες, μέχρι θορυβώδη νεφελώματα, το Selected Songs, έχει μαζέψει τις καλύτερες εκφάνσεις της μουσικής του Ignatz, τόσο ιδιαίτερης και δύστροπης που ή την λατρεύεις ή τη μισείς. Φυσικά, το μοναδικό πρόβλημα με τέτοιου είδους κυκλοφορίες είναι ότι δύσκολα μπορεί να βρει κανείς συνοχή – πρόκειται για διάσπαρτα κομμάτια τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο και όχι μια συνολική ηχητική ενότητα, όπως είναι όλα τα album του περίεργου αυτού μουσικού. Ο Bram Devens, όπως είναι το πραγματικό όνομα του Ignatz, χρησιμοποιεί σαν όχημα την ηλεκτρική του κιθάρα, μερικά πεταλάκια και κάποια σκόρπια πλήκτρα. Με αυτά τα απλά εργαλεία χτίζει σταδιακά, με δομικά στοιχεία τις λούπες, τα ψιθυριστά φωνητικά και τα πολλά επίπεδα στις μελωδίες, κάποια από τα πιο σκοτεινά και σχιζοειδή μπλουζ που θα συναντήσετε στις μέρες μας, αναθεωρώντας και ανανεώνοντας ολόκληρο το είδος. Τα ηχοτόπια που δημιουργεί είναι θολά και επιθετικά, σκοτεινά και δυστοπικά – ή με άλλα λόγια απλά υπέροχα.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

JOHN TILBURY & SEBASTIAN LEXER - "LOST DAYLIGHT" (2010)

Σε ότι αφορά στο πιάνο, για μένα, ο John Tilbury είναι μάλλον ο αγαπημένος μου παίκτης. Όχι ότι παρακολουθώ πολλούς πιανίστες ή ότι έχω μια ιδιαίτερη σχέση με το όργανο, αλλά στην περίπτωση του Tilbury είναι απολύτως φυσικό να εκτιμήσεις το λιτό αλλά συναισθηματικά τόσο γεμάτο παίξιμο του. Από την άλλη, αντικειμενικά, όλα αυτά που έχει κάνει με τους θεμελιωτές του improv AMM την τελευταία εικοσαετία, τον έχουν καθιερώσει ως την μια από τις πιο ουσιαστικές, νεωτερικές φωνές του χώρου. Βέβαια, για να κατανοήσεις και τελικά να αγαπήσεις το έργο του Tilbury χρειάζεται και λιγάκι παίδεμα από πλευράς του ακροατή. Η μουσική που είτε ερμηνεύει ή είτε φτιάχνει ο 60άρης πλέον Άγγλος διεκδικεί το 100% της προσοχής σου. Πάρε, για παράδειγμα, την πρώτη ενότητα των κομματιών που απαρτίζουν το “Lost Daylight”. Τα πέντε εν λόγω κομμάτια για πιάνο γραμμένα πίσω στα 60ς από Terry Jennings, μέλος του Fluxus κινήματος, δεν αποτελούν κάποια τρομερή ευρεσιτεχνία ακόμα και για την εποχή τους, ούτε μοιάζουν να έχουν τον δικό τους σκληρό πυρήνα. Εάν δεν ακολουθείς με το μυαλό σου κάθε απομακρυσμένη νότα που παίζει ο Tilbury αλλά και το σιωπηρό κενό ανάμεσα σε αυτές, μπορεί να μπερδευόσουν και να έλεγες ότι ακούς ambient muzak από κάποιο ψυχολογικό θρίλερ ή κάτι τέτοιο. Έλα μου, όμως, που εάν η ακρόαση σε πετύχει με καθαρό κεφάλι και τις αισθήσεις οξυμένες, θα αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι την τρισδιάστατη δυναμική της αντήχησης της κάθε νότας στο χώρο, την αξία που έχει η καλώς τοποθετημένη «σιωπή» ανάμεσα σε αυτές και φυσικά τόσο μοναδικά ευαίσθητο άγγιγμα του Tilbury σε κάθε πλήκτρο του πιάνου. Έτσι, η απέριττη γραφή του Jennings, αποκολλάται από το minimal καβούκι της και αποκαλύπτει όλη την εσωτερική της μελαγχολία. Η άλλη “πλευρά” του CD καλύπτεται από ένα κομμάτι γραμμένο ή μάλλον καλύτερα σκελετικά σκιτσαρισμένο από τον John Cage με τίτλο “Electronic Music for Piano”. Εδώ ο Τilbury συνοδεύεται από τον Sebastian Lexer στα electronics. Έτσι, ο πρώτος παίζει με τα πλήκτρα αλλά και το εσωτερικό του πιάνου, ο Lexer τοποθετεί φορητά μικρόφωνα σε διάφορα σημεία του πιάνου ακολουθώντας τις τυχαίες υποδείξεις ενός ψηφιακού αστρικού χάρτη(;). Στην συνέχεια, το ηχητικό παράγωγο επεξεργάζεται περαιτέρω ψηφιακά από τον προγραμματισμό του Lexer. Ο στόχος τους ήταν να κάνουν όχι απλά ενδιαφέρουσα μουσική από «πιάνο με ηλεκτρονικά εφέ», αλλά να επιτύχουν κάτι πιο διαδραστικό. Και μάλλον, το πετυχαίνουν αφού στα 40 λεπτά που κρατά αυτό το διαρκές πέρασμα από την αινιγματική σιωπή, στους αναδυόμενους, για λίγα δευτερόλεπτα, ηχοκόσμους , εγκαθίσταται μια πραγματικά πρωτόγονη υπέρ-ένταση στο νευρικό σύστημα του ακροατή που αν και κάποιες φορές μπορεί να σε σοκάρει, σε εθίζει τελικά στα συνεχώς εναλλασσόμενα ηχητικά ερεθίσματα που δέχεσαι. Για μένα, είναι μια από τις λίγες φορές που μπόρεσα να ευχαριστηθώ ένα κομμάτι του Cage ως έχει, χωρίς να νοιαστώ για τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις. Πέρα από τον από την «κανονική μουσική» αλλά και τον θόρυβο τo “Electronic Music for Piano” ορίζει το δικό του ηχητικό περιβάλλον στο οποίο μπορείς να χαθείς για όσο θες.


((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

MONOS - "ABOVE THE SKY" / "BELOW THE EARTH" (2010)

Με την drone-μανία που έχει εξαπλωθεί σαν λαίλαπα στην πειραματική σκηνή τα τελευταία χρόνια, ο αριθμός των άλμπουμ που κυκλοφορούν σε drone ύφος έχει αυξηθεί κατακόρυφα, με αποτέλεσμα η ποιότητα να έχει φθίνει, τελικά, πολύ. Γι αυτό είναι ανακουφιστικό να ακούς το νέο, μετά από τέσσερα χρόνια απόλυτης σιωπής ( χωρίς CD-R και κασέτες) , πόνημα των βετεράνων πια του είδους Monos και να ικανοποίησε απόλυτα από την δουλειά τους. Οι Μonos ξεκίνησαν ως side – project των Darren Tate και Collin Potter, αμφότεροι σημαντικές μονάδες του βρετανικού ambient drone σκηνής από τα 80ς, με τον Potter από τα 90ς να αποτελεί και το δεξί χέρι του Steven Stapleton στους Nurse With Wound. Στην συνέχεια προστέθηκε και ο Paul Bradley στα πλήκτρα. To “Above The Sky” περιέχει δύο μόνο συνθέσεις διάρκειας μισής ώρας η κάθε μία. Έτσι, υπάρχει όλος ο χρόνος για να απλωθούν με άνεση οι ιδέες τους για το πώς ακούγεται το τέλειο drone κομμάτι. Και μάλλον ο όρος drone είναι περιοριστικός για την οξυμένη φαντασία που δείχνουν εδώ οι Monos. To “A Place Of Voices” ξεκινά με ένα μοναδικής διαύγειας high-pitched βόμβο που αποκτά σταθερά όλο και πιο μεγάλες διαστάσεις και τελικά απορροφάται ολοκληρωτικά σε ένα ονειρώδες ηχοτόπιο γεμάτο πανέμορφα, επιπέδου Chris Watson, field recordings από πετούμενα πουλιά και άλλες αγνώστου προελεύσεως φωνές. Το έτερο κομμάτι “Cloudless Day” συντίθεται αποκλειστικά από κρυστάλλινης διαυγείας αιθέριους βόμβους που οι πτυχές τους συνεχώς αναδιπλώνονται η μια μέσα στην άλλη, για να δημιουργήσουν μια ιδιαίτερα ανάλαφρη ηχητική μάζα που οι δυναμικές πιρουέτες της στον αέρα μου προκάλεσαν το ίδιο αίσθημα μεθυστικού vertigo με το “Ghost Of Nakhodka” του Andrew Chalk πέρσι. Επίσης, οι 100 πρώτες κόπιες του “Above The Sky” περιέχουν ένα bonus CD-R,το “Below The Earth”.Παρά την αντίθεση στον τίτλο, αποπληρώνει την εικόνα που έχεις για τους Monos ουσιαστικά, αφού τα άλλα δύο μεγάλης διάρκειας κομμάτια που βρίσκουμε έχουν σμιλευτεί με την ίδια την τελειομανή προσοχή ώστε η φυσικότητα των παραγόμενων βόμβων είναι και πάλι λυτρωτική για αυτιά ενός ακροατή που βομβαρδίζεται από συνθετικά υποκατάστατα. Φαίνεται ότι τα τέσσερα χρόνια που οι Monos απουσιάζανε δισκογραφικά λειτούργησαν υπέρ ενός πολύ αυστηρού ποιοτικού ελέγχου εκ μέρους τους. Έτσι, κάθε λεπτό αυτών των μακροσκελών drones σφύζει από συμπαντική ζωτική ορμή που δίνει μια πολύ αληθοφανή υπόσταση στους μυστηριώδεις ηχοκόσμους που μηχανεύονται οι κορυφαίοι αυτοί δημιουργοί.

((E A R)) ((E Y E))

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

NOAH CRESHEVSKY - "THE TWILIGHT OF THE GODS" (2010)

Tα ακούσματα μου γύρω από την “σύγχρονη μουσική” ή modern composition ή απλά avant garde είναι μετρημένα. Ως απλός ακροατής, έχω πολλές φορές προσπαθήσει, αν όχι να απολαύσω, τουλάχιστον να καταλάβω μια σύνθεση του Ligetti ή Stockhausen. Δυστυχώς, δυσκολεύομαι να μυηθώ σε ένα τόσο στριφνά ακαδημαϊκό μουσικό κόσμο, χωρίς να έχω ο ίδιος κάποια μουσική παιδεία. Από την άλλη, δεν θέλω να στερήσω στον εαυτό μου την πιθανότητα ενός ξαφνικού έρωτα με το είδος και έτσι προσπαθώ να ακούω που και που κάτι πιο “τρίτο πρόγραμμα”.
Το “Twillight of the Gods” του εβραίο-αμερικάνου Creshevsky το στάμπαρα στη λίστα Rewind 2010 του Wire και είπα να το δοκιμάσω. Εξεπλάγην από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Μια μουσική τόσο ζωντανή, απείθαρχη και σκαμπρόζα που πραγματικά σε παρασέρνει με την ανατρεπτική της αύρα. Ο ίδιος ο συνθέτης περιγράφει την μουσική του ως “electroacoustic musical language constructed from sounds that are found in our shared environment, handled in ways that are somehow exaggerated or excessive . Στην πράξη, αυτή η δαιδαλώδης υπέρ-μουσική κατασκευάζεται μετά από ώρες επεξεργασίας ζωντανών ηχογραφήσεων jazz ορχηστρών, soloist κλασσικής παιδείας και ορχηστρών δωματίων. Ό τρόπος που μοντάρει αυτό το πρωτογενές υλικό ο Creshevsky είναι πανέξυπνος, καθώς με την παράθεση παρόμοιων ηχογραφήσεων σε μια γραμμική σειρά, αντί να ανασυντάσσει τις μελωδίες και τις κορυφώσεις των συνθέσεων, τις υπερτονίζει και δημιουργεί, τελικά, ένα μοναδικό αίσθημα μετά-κίνησης της μουσικής πραγματικότητας. Σίγουρα, ο δουλειά έχει πολλά κοινά με τα φαντασμαγορικά “Plunderphonics” του έτερου Νεοϋορκέζου John Oswald, αλλά ο στόχος του δεν είναι να πλάσει μια εντελώς νέα μουσική από γνωστές πηγές ή να τις σατιρίσει, αλλά να σεβόμενες τις να βελτιστοποιήσει τις δυναμική τους. Έτσι, στο “Gottamerung” η κlezmer jazz στροβιλίζεται σε ένα εκτυφλωτικά ταχύ ρυθμό που σε ξεσηκώνει, στο κλασικίζων “Omaggio” η ενορχήστρωση δραματοποιείται στον απόλυτο βαθμό και στο “Three Minute Waltzes” το ηχητικό κολλάζ είναι ιδιοφυώς ισορροπημένο. Παρακάτω, το ανατολίτικο “Le Belle Dame Sans Merci” δυτικοποιείται σε μια υπερρεαλιστική early music κατάνυξη και στο κιθαριστικό “Enstancia” το φλαμένγκο φλερτάρει με τον αυτοσχεδιασμό.
Πραγματικά, η μουσική του Creshevsky, όπως παρουσιάζεται σε αυτήν τη συλλογή της Τzadik, είναι ακαταμάχητα γοητευτική και ταυτόχρονα άκρως νεωτεριστική. Έχει την δύναμη από μόνη της να απελευθέρωση τη φαντασία, χωρίς ψυχεδελικά artworks και ψαρωστικά concepts.


((E A R)) ((E Y E))

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

TEN METAL GEMS FROM 2010

Πιτσιρικάς ήμουν κλασσική περίπτωση πωρωμένου μεταλλά. Μακρύ μαλλί, Σάββατο πρωί στο Rock City για CD και κασέτες και το βράδυ καμιά συναυλία. Ο heavy metal ήχος είναι πάντα μέσα μου, αλλά η πουριτανική ατολμία των κύριων εκφραστών του (από τα αναμασήματα των Νevermore έως την βαρετή γεροντοthrashίλα των Slayer και την κολλημένη νορβηγική blackmetal σκηνη) με έχει κάνει να απομακρυνθώ προς άλλα πιο ενδιαφέροντα ακούσματα। Κάθε χρονιά, όμως, έτσι για το καλό, σκανάρω λίστες με τις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς μπας και βρω τίποτα ατσαλένια διαμάντια στην μεγάλη μεταλλική χωματερή. Ε, φυσικά, στην εποχή των blogs, όποιος ψάχνει (εύκολα) βρίσκει. Ιδού, λοιπόν, 13 δισκάκια που αξίζουν, κατά την γνώμη, έστω και μία αυτιά για δεις που βρίσκεται ο καινοτόμος, post-metal πια, ήχος εν έτει 2010. Ξεκαθαρίζω ότι το “Bellus” και το “Golden Shroud” είναι για μένα υπεράνω όλων…

Για αρχή, ας πιάσουμε την περίπτωση των σκληροτράχηλων blackmetallers Ash Pool από την Nέα Υόρκη. Ουσιαστικά, προσωπικό project του Dominick Fernow , γνωστός από του noise freaks Prurient. Εδώ, μιλάμε για κατά μέτωπο blackmetal επίθεση με σιδηροδρομικό riffing, ύπουλες εναλλαγές στα φωνητικά, κατάμαυρη ατμόσφαιρα, χειρουργική εκτέλεση χωρίς intellectual ανησυχίες. Ο Fernow μοιάζει να τρελαίνεται για το μαυρομεταλλικό του alter ego και γι αυτό η πώρωση ξεχειλίζει σε κάθε απαστράπτων ξέσπασμα μέσα στο ηχητικό σκοτάδι. Από τις καλύτερες Old school black metal κυκλοφορίες της περσινής χρονιάς . ((For Which He Plies...)) ((Ash Pool))

Σε πιο ιδιαίτερο black metal ύφος, το αριστουργηματικό άλμπουμ των καναδών Akitsa. Ο Minimal ξερός ήχος, η σχεδόν industrial μονοτονία στους ρυθμούς, οι αγκαθωτές κιθάρες τα εκφραστικότατα φωνητικά δημιουργούν μια πολύ πειστική μισάνθρωπη μουσική άποψη. Παράλληλα, ότι χάνουν σε τεχνική αρτιότητα , το κερδίζουν με το χύμα αυθορμητισμό που βγαίνει σε κάθε κομμάτι, με αποτέλεσμα το κάθε ένα να βρίσκει τελικά το δικό του σκοτεινό πεπρωμένο, από burzumικο black metal στο “Les Sentilles” εως σε κάτι που μοιάζει με τους Brainbombs να διασκευάζουν Αντίδραση στο “Loyauti”. H πλέον γοητευτικά απόκοσμη στιγμή έρχεται στο τέλος με την καφρυλοποίηση ενός ενδοσκοπικού ποιήματος του Albert Lozeau, με τον Nιant να τραγουδά σαν ένα ανίερο τέκνο του Tazartes πάνω από ένα παχύ στρώμα μαύρου κιθαριστικού feedback. Εύγε! ((Au Crepuscule)) ((Akitsa))

Για ακόμα πιο πειραματικό black metal αξίζει να ακούσει κανείς τους τελείως ιδιοσυγκρασιακούς αμερικάνους avant metallers Wrnlrd. Το πρόσφατο EP τους “Death Drive” όσες φορές κι αν το ακούσω άκρη δεν βγάζω. Μέσα σε 18 ολότελα σαπισμένα λεπτά, περνούν από noise black / death με άκυρες σφήνες από γλυκανάλατα σαξόφωνα σε μελό μελαγχολικές στιγμές με πιάνο και δήθεν δάκρυα. Πραγματικά, επιτίθενται σε ότι μουσικό είδος τους κατέβει στον ακούτραφα μέσα από το πρίσμα ενός κάφρου αμερικάνικου επαρχιώτη που κατά βάθος γουστάρει να ακούει Blind Lemon Jefferson παρά Emperor. Aυθεντικά επικίνδυνοι για τον metal πουριτανισμό, αλλά μάλλον ακατανόητοι για τους μη metal fan, οι Wrnlrd τραβούν ένα πολύ μοναχικό δρόμο. ((Death Drive)) ((Wrnlrd))

Mια κατηγορία από μόνοι τους είναι και οι αγαπημένοι νορβηγοί doom black metallers Furze. To “Necromanzee Cogent" του 2003 παραμένει η καλύτερη στιγμή του Woe J. Reaper, αλλά το περσινό “Reaper Subconscious Guide” έχει την δική του γοητεία. Εγκαταλείποντας οριστικά τα όποια επιθετικά black metal κατάλοιπα του παρελθόντος, ο ήχους βαλτώνει ευχάριστα μεταξύ του επιδραστικού αρχετυπικού evil doom των Black Sabbath και των βραδύκαυστων lo-fi πρώτο-black metal ανοσιουργημάτων των Hellhammer. Tα φωνητικά είναι ακόμα πιο καθαρά αλλά ταυτόχρονα γκροτέσκα και η παραγωγή στα λατρεμένα νορβηγικά τετρακαναλικά επίπεδα. Το κου-κου συστατικό του κατά βάση δύστροπου Furze ήχου είναι φυσικά η χρήση του, πλήρους αντι-μεταλλικού σε υφή, glockenspiel στα πιο καίρια σημεία των αβυσσαλέων σε διάρκεια συνθέσεων, προσθέτοντας τόνους cult-ίλας. ((Reaper)) ((Furze))


Στην άλλη πλευρά του doom ήχου βρίσκεται το “The Crystal World” των Locrian, το ποιοτικότερο από τα τρία άλμπουμ που κυκλοφόρησαν πέρσι, με τίτλο του παρμένο από το ομώνυμο βιβλίο του Ballard. O ήχος τους είναι ένα πολύπλοκο μίγμα prog rock καταβολών, doom ατμόσφαιρας, noise electronics παρεμβάσεων, απλωμένο πάνω σε ένα μυσταγωγικό drone rock υπόβαθρο. Εδώ, συμμετέχει και ο post – rocker Steven Hess (Pan American) στα drums, υψώνοντας ένα μονολιθικό Swans όγκο στο μπροστά στα δραματικά delays στις κιθάρες και τα ψιθυριστά φωνητικά. Η εξέλιξη των συνθέσεων, αν και γραμμική, καταφέρνει να ξεφύγει από τα post- rock κλισέ των Nadja φερ’ ειπείν, με τις σωστές τζούρες 70ς krautrock rock και τα, σχεδόν ψυχεδελικά, σύνθια. Κάτι, όμως, μου λέει η πραγματικά καλή τους στιγμή δεν έχει έρθει ακόμη.
((The Crystal World)) ((Locrian))

Αντίθετα, το project του R. Loren (μέλος των post-rockers Pyramids), Sailors With Wax Wings τον βρίσκει στην καλύτερη του στιγμή. Του πήρε τρία χρόνια για να μαζέψει τους 15 διαλεκτούς μουσικούς από την metal και την avant rock σκηνή που συμμετέχουν στο άλμπουμ και το κατάφερε χωρίς να χάνει το άλμπουμ την συνοχή του. Το αντίθετο, μάλιστα, η ροή των κατά βάση ατμοσφαιρικών, ονειρικών θα έλεγα, shoegaze metal συνθέσεων είναι υποδειγματική, δημιουργώντας μια ελεγειακή post-metal σουίτα με folk μελωδίες να αναδύονται συχνά- πυκνά . Συνήθως, ο καθένας διακριμένος στο χώρου του παίκτης προσφέρει ένα μικρό δείγμα του ταλέντο του στον mastermind Loren και χάνεται υπό τις εντολές του μετά στην ωκεάνια απεραντοσύνη του συνολικού ήχου. Είναι σίγουρο σπουδαίο επίτευγμα από μόνο του να φέρεις κοντά τους πολύ διαφορετικούς μουσικούς κόσμους των Ted Parsons (Swans/Godflesh/Prong), Simon Scott (Slowdive), Vern Rumsey (Unwound), Hildur Gudnadottir (Múm), Aaron Stainthorpe (My Dying Bride), Jonas Rekse (Katatonia), Marissa Nadler, James Blackshaw και άλλων τόσων. Το ευχαρίστο για τον ακροατή είναι το άλμπουμ δεν χάνεται σε οργανοπαικτικούς παπαδερλισμούς, αλλά διατηρεί μια σταθερή μουσική πορεία που απευθύνεται προς την συναισθηματική πλευρά του μεταλλά. Υπάρχει και αυτή.
((Sailors - Album)) ((Sailors - Band))

Αν βεβαία, αυτό που ψάχνεις είναι ο αγνός progressive παπαδερλισμός που εντυπωσιάζει με την τεχνική αρτιότητα του και δεν μυξοκλαίει για τις παλιές αγάπες, το φουτουριστικό math metal έπος “Crush Depth” φτιάχτηκε για σένα. Σε ένα άκρως εγκεφαλικό παιχνίδι για λάτρεις των ηχητικών εκπλήξεων, η βρετανική prog rock ορχήστρα ενσωματώνει funk, soul, disco, jazz, electro στοιχεία με φοβερή άνεση, χωρίς να φοβάται να ακουστεί σχεδόν σαν τσίρκο. Σε στιγμές ο ήχος τους παίρνει και μια αναπάντεχη sexy διάσταση με τις ναζιάρικες ερμηνείες της Lola Olafisoye που σπάει την πολύ nerdίλα. Απολαύστε τους χωρίς ενοχές.
((Crush Depth)) ((Chrome Hoof))

Παράλληλα, στο ίδιο εχτραβαγκάντ πνευματικό επίπεδο βρίσκονται και οι αγαπημένοι Φιλανδοί oτι-να-ναι metallers Circle. To τελευταίο τους άλμπουμ “Rautatie” με έχει πραγματικά ξετρελάνει με τον μοναδικό τρόπο που πλέκει τα πάντοτε απολαυστικά krautrock περάσματα τους και τις υπνωτικές ψυχεδελικές καταδύσεις, με τα πωρωτικά heavy metal ριφφς. Ο τραγουδιστής τους Mika αποτελεί ξεχωριστή ατραξιόν, με το ψευδό – οπερατικό του στυλ να τραβά τα πραγματα στα άκρα του kitsch, αλλά αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά τους . Οι ίδιοι λένε ότι παίζουν Νew Wave Of Finnish Heavy Metal και πώς να διαφωνήσεις όταν ο ήχος τους παραμένει τόσο φρέσκος. Στο μυαλό μου τους έχω κοντά με τους την παλιοπαρέα των Calamari Union του Kaurismaki. Αυθεντική φιλανδική εκκεντρικότητα δηλαδή..
((Rautatie)) ((Circle))

Επιστρέφοντας στον αγνό metal χώρο , ομολογώ ότι εντύπωση μου έκανε και το ντεμπούτο των νεαρών καναδών thrashers Vektor. Εντάξει, από το εξώφυλλο και το όνομα του group ψυλλιάζεσαι oτι το 80s tech speed metal των θεών για μένα Voivod θα είναι η προεξέχων επιρροή στον ήχο τους και όντως ο τραγουδιστής διαθέτη μια σχιζοφρενική παραλλαγή της τσιριχτής φωνής του Schmier στο “Eternal Devastation” των Destruction. Από την άλλη, είναι τρομερά δεμένοι, έχουν ένα ολοκληρωμένο όραμα για τον ήχο τους και τα διαξιφιστικά riffs που ξερνούν οι κιθάρες δημιουργούν ένα δαιδαλώδη thrash metal λαβύρινθο που μπορείς να χαθείς για ώρες. Άξιοι!
((Black Future)) ((Vektor))

Τελειώνοντας, να μην ξεχάσω να αναφέρω και την περίπτωση των νορβηγών Altaar με το περιορισμένο σε 66 κόπιες ντεμπούτο τους “ Dødsønske” . Μια κασέτα - μυστήριο που θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί από κάποιο new age drone θιασώτη που γουστάρει και λίγο dark ambient και ακούει πολύ black metal της πατρίδας του ή αντίστροφα από έναν black metaller που ανοίγεται σε hypnagogic ακούσματα. Οι κιθάρες έχουν τις ίδιε γιγάντιες διαστάσεις με αυτές των Sunno, τα κινηματογραφικά samples είναι πολύ ψαρωτικά, η ατμόσφαιρα παγωμένη και μουντή όσο ο νορβηγικός χειμώνας ενώ τα πάντα σκιάζονται από το ερεβώδες πέπλο της no - fi ηχογράφησης και των ψυχοδραστικών drones. Συνολικά, οι Αltaar προσδίνουν avant/ambient/black metal μια αληθινά νέα διάσταση και έχουν να δώσουν πολλά ακόμη σε αυτή τη μουσική. Άντε περιμένουμε την συνέχεια!
((Dodsonske)) ((Altaar))

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

JÜPPALA KÄÄPIÖ - "SPORING PROMENADE" (2010)

Μπορεί το όνομα Jüppala Kääpiö να παραπέμπει σε κάτι Φιλανδικό – τα δύο άλφα στη σειρά, τα πολλά διαλυτικά και οι περίεργες συλλαβές – μα πίσω από αυτό το μουσικό όχημα βρίσκονται μία Ελβετίδα και ένας Ιάπωνας. Το ζεύγος των Carole Zweifel και Hitoshi Kojo ίσως επέλεξαν αυτό το όνομα για να καλύπτει τις ηχογραφήσεις τους γιατί, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει αρκετά εξωτικό και απόμακρο, κάτι χαμένο μέσα στη παχιά ομίχλη και το κρύο, κάτι που συνδέετε με ατελείωτες δασικές εκτάσεις και κρύους χειμώνες. Τι ακριβώς σημαίνει θα σας γελάσω, μα φαίνεται να ταιριάζει γάντι στη μουσική που αντιπροσωπεύει, τουλάχιστον στο Sporing Promenade, που αποτελεί τη πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά του duo και είναι άκρως ενδιαφέρουσα. Τα κομμάτια που περιέχονται εδώ, εφτά στο σύνολο και όλα μεγάλης διάρκειας, είναι αρκετά χαοτικά, η εξέλιξη τους είναι αργή και απολαυστική, οι μελωδίες ξεγλιστρούν μέσα από ένα αραχνοΰφαντο πέπλο με απαλά drones, που προέρχονται από διαφόρων ειδών όργανα και επικάθονται πάνω σε απλωμένα, εδώ και εκεί, field recordings από δασικές εκτάσεις και ψιθυριστά φωνητικά. Η μουσική σε αυτή τη κυκλοφορία μεταλλάσσεται σταδιακά με το χρόνο, οι μετρημένοι ήχοι από τα έγχορδα και τα πνευστά κάθονται πάνω σε διάφορα ηλεκτρονικά στοιχεία, που με τη σειρά τους κάθονται σε ακαθόριστους βόμβους, δημιουργώντας πολλά διαφορετικά ηχητικά επίπεδα, που άλλοτε μάχονται μεταξύ τους και άλλοτε συνεργάζονται σε ένα πολύπλοκό ψηφιδωτό, παραισθητικό, ψυχοτρόπο και ονειρικό. Το συγκεκριμένο παιχνίδι δεν είναι ακριβώς πρωτότυπο, μα όταν γίνεται καλά και πετυχαίνει, όπως συμβαίνει εδώ, είναι τουλάχιστον αξιοπρόσεκτο – το drone δίνει τη σκυτάλη στη μελωδία, που με τη σειρά της δίνει τη σκυτάλη σε ένα είδος noise. Οι Jüppala Kääpiö πλάθουν, τελικά, ένα φιλόξενο και ζεστό folk κουκούλι από περίπου συναισθηματικά, περίπου ψυχεδελικά και περίπου ατμοσφαιρικά ηχητικά προπλάσματα – ένα, τελικά εύηχο ηχοτόπιο κάτι σαν μουσικό μουρμουρητό, πολύ κοντά στον ορισμό της exotica και συνάμα πολύ ζωντανό και έντονο, παρορμητικό και ευχάριστο.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

FOOD - “QUIET INLET” (2010)

Η εσωτερική μεταγραφή των Νορβηγό-Εγγλέζων nu jazzers Food από την Rune Grammofon στην μαμά ECM, με έκανε να χάσω την περσινή τους κυκλοφορία, καθώς δεν παρακολουθώ τις, συνήθως, μπανάλ κυκλοφορίες της τελευταίας. Εξάλλου, έχει αλλάξει ριζικά και η σύνθεση τους με την αποχώρηση του τρομπετίστα Arve Herninsken και του μπασίστα Mats Eilertsen. Ουσιαστικά, οι Food τώρα έχουν ως πυρήνα τον ευρηματικό και έμπειρο drummer Thomas Strønen (γνωστός και από τους Supersilent) και τον βετεράνο σαξοφωνίστα Iain Ballamy. Ιδιαίτερα στο “Quiet Inlet” συμμετέχει και πανταχού παρόν Christian Fennesz στα μισά κομμάτια και ο τρομπετίστας Nils Petter Molvær στα άλλα μισά. Όπως συνολικά η ανερχόμενη στα 90ς νέο- jazz σκηνή του Όσλο, έτσι και οι Food εν έτη 2010 έχουν πια ωριμάσει, με τις θετικές και αρνητικές συνέπειες αυτού। Θυμάμαι, ακόμη, τους αψύς πειραματισμούς στο σχεδόν improv ομώνυμο ντεμπούτο τους πίσω στο 1998 ή την γενναία minimal electronica δόση στο “Last Supper” του 2003. Εδώ, οι γωνιές του ήχου τους έχουν λειανθεί αρκετά, κάτω από την επιδίωξη ενός πιο ευρύ, ECM friendly ήχου. Όχι ότι αυτό αποτρέπει την μαγεία του αβίαστου τρόπου που συνομιλούν μουσικά μεταξύ τους να φανεί, αλλά όπως κι έχει, σε κάποια σημεία το αυτί ορέγεται μια πιο καυστική δόση Νορβηγικής ανατροπής. Από την άλλη, καταφέρουν να ισορροπήσουν αξιοθαύμαστα τα προς-όλο-τάχος χτυπήματα του Strønen, με το χαρακτηριστικό micro-noise ρεπερτόριο του Fennesz και τα μελωδικά μοτίβα του σαξόφωνου του Ballamy, στο “ Tobiko” προσδίνοντας μια αίσθηση αιθέριας κίνησης στην μουσική τους. Ακόμη, στο ενδοσκοπικό “Becalming” και το ρομαντικό “Dweller” ο Molvær τονίζει διακριτικά τις μελωδικές γραμμές του Ballamy αφήνοντας του χώρο για να σολάρει με έναν πολύ μελαγχολικό Jan Garbarek ύφος. Γενικά, τα πάντα μοιάζουν να είναι στημένα με ένα πολύ λιτό minimal σκεπτικό, χωρίς οι αυτοσχεδιασμοί να πλατειάζουν και με μια τελειομανή προσοχή στην απόδοση των πιο καλαίσθητων ήχων που μπορεί να παράγει κάθε όργανο. Τυπικά, ΕCM θα μου πείτε..Σιγά μην πετάγανε οι Γερμαναράδες τα λεφτά τους…

((E A R)) ((E Y E))

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

SILVER BULLETS – “CITTA INVISIBLE” (2010)

Aν το 2010 ήταν η χρονιά της καθιέρωσης της κασέτας ως καθαυτό μέσο παρουσίασης μιας ολοκληρωμένης μουσικής πρότασης, οι Silver Bullets είχαν ήδη «στρώσει» πολλά αραχνιασμένα κασετόφωνα από το 2009, με το απρόσμενο ψυχεδελικό αριστούργημα “Free Radicals”. H φετινή κασετο-εποποιία της ιταλικής κολεκτίβας – μπάντας (από την Σικελία παρακαλώ), με το πανέμορφο βαβυλώνιο εξώφυλλο και τον κρυπτικό τίτλο “Citta Invisible”, είναι ένα ακόμη αριστούργημα του κασετο-ψυχεδελο-kosmische μικροείδους. Με μια τελείως οπισθοδρομική λογική στο χτίσιμο του psych rock τους, οι Silver Bullets δεν μπουκώνουν τον ηχητικό καμβά με πολλά layers. Αντίθετα, προσκολλούνται ,στα μακροσκελή τζαμαρίσματα τους, σε ένα μουσικό θέμα και όταν έχουν εξαντλήσει την βασική του ιδέα, μεταπηδούν απρόσμενα σε μια άλλη άσχετη φαινομενικά με την προηγούμενη, σε ρυθμό ή ένταση, που όμως τελικά κάνει ακόμα πιο ταξιδιάρικη την μουσική τους, έστω και αν η ταυτότητα του ήχου τους παραμένει ρευστή. Έτσι, ένα κομμάτι μπορεί να είναι τίγκα στα tribal ταμπούρα και στο απλωμένο ως το υπερπέραν delay στην κιθάρα, να σκεπαστεί από σε ένα έξτρα φαζαριστό κιθαριστικό ξέσπασμα, να χαθεί σε κυκλωτικά reverbs και επαναληπτικά kraut rock πλήκτρα, ακόμη και να τραβήξει σε ένα πιο ενδοσκοπικό multitracking μονοπάτι στο ύφος του Gunter Schickert. Η ποιότητα του ήχου, βέβαια, παραμένει lo-fi κασετική. Αυτό δε σε χαλάει ιδιαίτερα, αφού βοηθά τις κιθάρες να αποκτήσουν ένα “IV” Faust-ικό χαρακτήρα και προσδίνει, γενικά, μια Ummagumma bootleg αίσθηση που συντείνει στο όλο πρώτο- psychedelic ντελίριο. Τώρα, δεν γνωρίζω αν ποτέ οι Silver Bullets επιτύχουν να ηχογραφήσουν μια κυριλέ LP κυκλοφορία. Εξάλλου, τα αλλόκοτα psych vibes τα εγκλωβίζουν άνετα στην 60άρα κασέτα, τι να τα θέλουν τα λούσα. Για μένα, είναι, πλέον, η καλύτερη Ιταλική μπάντα από την εποχή του ξεκινήματος των Larsen.Με τους ψωνισμένους My Cat Is An Alien δεν μπαίνω καν στο κόπο να τους συγκρίνω.

((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

RV PAINTINGS - "SAMOA HIGHWAY" (2010)

Τον Brian Pyle θα τον ξέρετε ίσως από το συγκρότημα Starving Weirdos ή από το προσωπικό του project Ensemble Economique, που υπάρχει και σε αυτό το Blog. Ίσως μάλιστα γνωρίζετε και το μουσικό σχήμα με το άκρως περίεργο και γοητευτικό όνομα, τους RV Paintings, που έχει κάνει με τον αδερφό του John Pyle και είχε κυκλοφορήσει πιο παλιά ένα c.d. από την root strata. Ίσως πάλι να έχετε έρθει σε επαφή με τους RV Paintings (που σαν όνομα, δε ξέρω γιατί, μου φέρνει στο νου αχανείς εκτάσεις των κεντρικών πολιτειών της Αμερικής) και το υπέροχο, κλειστοφοβικό και σκοτεινό Samoa Highway που κυκλοφορεί από την The Helen Scarsdale Agency από κάποιο άλλο blog, νωρίτερα τη χρονιά που μας πέρασε. Όπως και να ‘χει, εμένα με ενθουσίασε αρκετά και αποφάσισα να γράψω κάνα-δυο λογάκια για αυτό το drone-ambient δίσκο, με διάρκεια μόλις 33 λεπτών. Διάφορα field recodings εμφανίζονται καθώς κυλούν τα πέντε κομμάτια που απαρτίζουν αυτή τη κυκλοφορία, μαζί με διάφορους «οργανικούς» βόμβους, απόκοσμους ήχους, εκφοβιστικούς θορύβους. Σίγουρα θα σκεφτείτε πως, σίγα – αυτά τα έχουμε ακούσει πολλάκις, σε αμέτρητες κυκλοφορίες. Τι έχει λοιπόν το Samoa Highway που το κάνει να ξεχωρίζει; Η αμεσότητα θα έλεγα, η μαεστρική του πολυπλοκότητα, η απόλυτη ισορροπία, τα ογκώδη και πυκνά ηχοτόπια που επικάθονται σιγά-σιγά το ένα πάνω στο άλλο, σε μία πολυεπίπεδη και βαριά ατμόσφαιρα, με κιθαριστικά θολά reverb, με κρουστά, πλήκτρα και αμέτρητα field recordings όλων των ειδών. Το ηχητικό σύνολο, άλλοτε συγκλίνει σε πιο μελωδικά μονοπάτια, άλλοτε γεμίζει με ανατριχιαστικά drone και φέρνει στο νου τους Coil, άλλοτε γίνεται πιο θερμό και φιλόξενο, ενώ άλλοτε επιθετικό, σκοτεινό και άγριο, με αποτέλεσμα, εμένα τουλάχιστον, να με συναρπάσει. Από τους λίγους drone δίσκους (μετρημένους ίσως στα δάκτυλα) που με κέρδισαν από τη πρώτη στιγμή – από το πρώτο άκουσμα.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

SMEGMA - "MIRAGE" (2010)

Το μουσικό τρελοκομείο που λέγεται Smegma κλείνει αισίως τα 30 χρόνια και με αυτό το άλμπουμ φθάνει τα 36 !Όπως, οι Sun City Girls, οι Red Krayola, οι Butthole Surfers άλλες παλιές περιθωριακές avant rock μπάντες, οι Smegma αντιμετωπίστηκαν στα 80ς από την υπό διαμόρφωση τότε indie rock κουλτούρα ως χαζοβιόληδες θορυβοποιοί στην καλύτερη. Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, με τις αναφορές νεότερων μουσικών κολεκτίβων σε αυτούς (βλέπε Wolf Eyes), απολαμβάνουν και αυτοί ένα μικρό cult status και πάλι, νομίζω, όχι λόγο των πλέον πρόσφατων δίσκων τους, αλλά για ριζοσπαστικό μουσικό τους παρελθόν. Όπως, όμως, συμβαίνει με κάποιες γεροντάρες του free underground, χωρίς προειδοποίηση, βγάζουν μια δισκάρα και ξαναβρίσκουν την εφηβική τους δυναμική. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη με το “Funeral Mariachi” τo ή “My Father Will Guide Me… ” φέτος ; Χωρίς να έχω παρακολουθήσει στενά την δισκογραφία των Smegma, το “Mirage” είναι μάλλον από τα απολαυστικότερα άλμπουμ τους εδώ και χρόνια. Γνήσιοι ιδρυτές της επιδραστικότατης αυτοσχεδιαστικής κολεκτίβας Los Angeles Free Music Society, έχουν φυσικά στο DNA τους τις ανατροπές. Και ως γνήσιοι Αμερικανοί όταν παίζουν μουσική δεν τους ενδιαφέρει η «φόρμα», η « ατμόσφαιρα» και άλλοι, ολίγον μάταιοι, ευρωπαϊκοί προβληματισμοί, αλλά το πώς θα περάσουν καλά. Ναι, όσο δύσκολο κι αν φαίνεται ο ατελείωτη μουσική πολυμορφία που διέπει το “Mirage” δεν κουράζει, γιατί, έναν καθαρά Smegma «καμένο» λόγο, έχει χαβαλέ. Ταυτόχρονα, έχει και μοναδική ποιότητα. Αυτό φαίνεται με το καλημέρα του άλμπουμ στο 11λεπτο εναρκτήριο κομμάτι σήμα κατατεθέν της φάσης τους. Μπλέκουν free jazz ξεσκίσματα στα κορνέτα, τα κλαμπατσίμπαλα από οικιακά κρουστά, καυστικές noise παρεμβολές, γουστόζικα αναλογικά εφέ, τσιρίδες και ουρλιαχτά, το στιβαρό drumming του Daniel Buck, κιθαριστικά ξεσπάσματα και αλλά ακόμα πιο θορυβώδη σε ένα ιδιαίτερο σουρεαλιστικό αυτοσχεδιασμό, που μόνο με τις πιο αξιόλογες στιγμές των Nurse With Wound μοιάζει. Παρακάτω, τους ακούμε και σε πιο χαλαρές στιγμές είτε χτίζοντας free jazz βινιέτες γύρω από απλά κιθαριστικά αρπίσματα είτε σε ασκήσεις music concrete με παιδικά παιχνίδια προς το φινάλε. Στο μέσον του άλμπουμ βρίσκουμε την ξεδιάντροπη rock n roll πλευρά τους , στα 2:25 λεπτά του “F-85 Turbo Rocket”. Ένα ζαλισμένο rockabilly κομμάτι, που μοιάζει έτοιμο να καταρρεύσει κάθε λεπτό και ζέχνει από την cult σαπίλα. Κάπου εδώ, όμως, οι περιττές αναλύσεις πρέπει να σταματήσουν, καθώς, στην ουσία, στο “Mirage” μιλά μια από τις πιο αυθεντικές συνιστώσες του ελεύθερου Αμερικάνου πνεύματος। Από τις λίγες που επιβιώνουν σε αυτόν τον αιώνα.

((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

ΕNSEMBLE ECONOMIQUE – “PHYCHICAL” (2010)

Δεν περνά εβδομάδα που να μην κυκλοφορεί κάτι ενδιαφέρον από την αχανή new age / synth drone / hypnagogic σκηνή των HΠΑ. Πραγματικά, οι άνθρωποι χαμένοι μέσα στα ληγμένα ναρκωτικά και την δική τους new age θρησκειολογία, βρίσκονται σε ένα δημιουργικό οργασμό. Το 2010 ήταν η χρονιά των αστικών νεοσαμάνων. Έτσι και ο Brian Pylon αφήνει στην μπάντα για λίγο τους σχεδόν improv πειραματιστές Starving Weirdos, που λογίζονται ως η κύρια απασχόληση του , για να προσφέρει και αυτός, ως Ensemble Economique το δικό του μουσικό τοτέμ στον νέο-αποκρυφιστικό ναό που ορθώνεται μεγαλοπρεπής στην άλλη πλευρά του ατλαντικού. Για άγνωστους λόγους το “Phychical” είναι απροκάλυπτα αιμοσταγές και σκοτεινό. H ροή του άλμπουμ τελετουργικά ατμοσφαιρική, ακριβώς σαν ένα soundtrack για μία 70ς κούκου underground ταινία – thriller που δεν έχεις δει, αλλά ονειρευτεί, ως εφιάλτη, πολλές φορές. Το σκηνικό είναι στημένο σε μια όχι τόσο φιλόξενη Αφρικανική χώρα, όπου διάφορες ακατάληπτες μαγικές πράξεις λαμβάνουν χώρα και εσένα, ως δυτικό, σου παγώνουν το αίμα. Το νοιώθεις αυτό ακούγοντας τα κυκλωτικά synth riffs, τα περιπαικτικά hand drums, την αντήχηση των ρυθμικών congas, το λασπωμένο wha- wha στην κιθάρα, την οχλαγωγία στο βάθος, τα πνιχτά ουρλιαχτά. Και ο εμπνευστής της όλης σκοτεινής τελετουργίας έχει δέσει όλα αυτά τα ηχητικά - απόκοσμα τόσο αρμονικά μεταξύ τους, έτσι όπως γλιστρά η μία λούπα πάνω από την άλλη, που οι ζοφερές εικόνες έρχονται μπροστά στα μάτια σου ξανά και ξανά. Σε ένα σημείο αρθρώνεται, μέσα από την ανίερη μουσική διαστρωμάτωση, μια τριτοκοσμική reggae – guru φωνή να προστάζει “Ray / Yellow sun / Blood / Zulu / Ninja / Danger / Marijuana”, λέξεις που παίζουν άσχημο παιχνίδι στο συλλογικό ασυνείδητο του δυτικού. Αργότερα, ο ίδιος τύπος περιπαίζει με τη αίσθηση μας του τι είναι reggae dub, λέγοντας με cool τζαμαϊκανό ύφος “This Is The Real Ting”, ενώ γύρω μας οι συνθο-λούπες έχουν γίνει ακόμα πιο τρομακτικές και ο guest Τοm Carter σολάρει σαν τον Hendrix. Ηδονική ανατριχίλα… Tελικά, μπορεί ο μεγάλος αρχιτέκτονας των καυτών τροπικών tribal ηχοκόσμων να είναι ο αγαπημένος μου Stalllones με τους Sun Araw, αλλά ο Pylon προσφέρει να μια άλλη πιο ανατριχιαστική οπτική στη fourth world ψυχεδέλεια που μας καταγοήτευσε μέσα στο 2010.

((E A R)) ((E Y E))

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

ΚΕΙΤΗ FULLERTON WHITMAN – “DISINGENUITY B/W DISINGENIUSNESS” (2010)

Ο Keith Fullerton Whitman είναι από τις παλιές καραβάνες στο χώρο της σύγχρονης εναλλακτικής ηλεκτρονικής μουσικής πολύ πριν από το noise / hypnagogic ρεύμα παρασύρει νέους και παλιούς στην γλυκιά του λήθη. Έχει περάσει ξώφαλτσα από όλα σχεδόν τα υποείδη της avant electronica αυτά τα 10 χρόνια που ασχολείται με την σύνθεση, από το οργανικό ambient του “Antithesis” έως το νευρικά breakbeats που κυκλοφορεί υπό το ψευδώνυμο Hravski. To “Disingenuity b/w Disingeniusness” είναι το πρώτο του «επίσημο» άλμπουμ μετά από τέσσερα χρόνια, ανάμεσα σε άπειρα CD – R και καταγράφει την ραγδαία πρόοδο του Whitman όχι τόσο στην έξυπνη ηχογράφηση της πρώτης ηχητικής του ύλης αλλά στον αυτοσχεδιαστικό τρόπο που χειρίζεται την ψηφιακή πληροφορία. Ο τρόπος που κατασκεύασε τα δύο κομμάτια που καλύπτουν κάθε πλευρά του LP είναι αρκετά πολύπλοκος αφού αφορά την διαδρομή τυχαία ηχογραφημένων ήχων από contact mics μέσα από τις αναλογικές ηχο-σύραγγες ενός modular synth , με την τελική επεξεργασία να γίνεται με τα συνήθη ψηφιακά μέσα. Η όλη σύλληψη έχει πολλά κοινά με τα music concrete πειράματα στα μέσα του 20ου αιώνα. Εξάλλου, κάθε πλευρά αφιερώνεται από τον Whitman σε 5 – 6 συνθέτες πρωτοπόρους της ηλεκτρονικής avant garde. Διακρίνεται, όμως, μια πιο φρέσκια πνοή που προσδίνεται, κυρίως, από τα σύγχρονα πολλαπλά φιλτραρίσματα και τα επιφανιοδραστικά εφέ. Η πρώτη πλευρά είναι πιο ακατάστατη, άναρχη σχεδόν, στην ροή της, σαν να προσπαθεί να εξαντλήσει κάθε ηχητικό πόρο του προσφέρει το set up του χωρίς να ενδιαφέρεται για την αρμονική ανάκλαση αυτών που επί τόπου κατασκευάζει. Και ο ακροατής, εάν είναι προσεχτικός, καβαλά, όπως ο Whitman, τις απρόβλεπτες στροφές στην ηλεκτρονική κούρσα και ενθουσιάζεται από την έξαψη του αγνώστου. Στην δεύτερη πλευρά, ο Whitman φαίνεται να έχει σβήσει την δίψα του για ασταμάτητη ποικιλία ήχων και επικεντρώνεται στην ανάπτυξη ενός ανεβαστικού κοσμικού πρώτο – ηλεκτρονικού μοτίβου που μέσα από τις έξυπνες παραμορφώσεις μεταμορφώνεται σε μια επικών διαστάσεων νέο - space εξτραβαγκάντζα, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στον Oneohtrix Point Never και τον Stockhausen।Μια πραγματικά ασύλληπτη ρετρό-φουτουριστική avant – garde άσκηση ύφους που σε καθηλώνει. Αδιαμφισβήτητα, ο συγκεκριμένος δίσκος δεν είναι εύκολος. Δεν έχει να κοινωνήσει κάτι εύληπτο όσες φορές κι αν τον ακούσεις. Δεν είναι φωτεινός ή σκοτεινός, δεν χειραγωγεί συναισθήματα, δεν σοκάρει . Δεν είναι καν noise. Δεν έχει, όμως, ούτε ένα nanosecond που να σταματά να στροβιλίζεται στο δικό του αναλογικό – ηλεκτρονικό σύμπαν. Σε μια άλλη ηχητική πραγματικότητα, αληθινά εξώκοσμη.

((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

SEIJAKU - "MAIL FROM FUSHITSUSHA" (2010)

Μου είναι πολύ δύσκολο να βρω λέξεις για τον κοφτερό μουσικό πλανήτη που λέγεται Keiji Haino. Και αυτό διότι δεν υπάρχουν μουσικοί όροι, συμβατικές εκφράσεις, κλισέ που να μπορείς να πατήσεις επάνω τους για να καταφέρεις να εξηγήσεις τι στο διάολο γίνεται με αυτή τη θρυλική (τουλάχιστον) περσόνα, που έχει ένα κάρο δίσκους κυκλοφορήσει εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια. Ο Ιάπωνας βετεράνος με τα μακριά λευκά μαλλιά και τα μαύρα γυαλιά, ο βιρτουόζος της ηλεκτρικής κιθάρας και του αυτοσχεδιασμού, ο θιασώτης της σκληρής πειραματικής μουσικής και της αδόμητης ηχητικής έκφρασης, επιστρέφει μετά από ένα μικρό διάστημα αποχής. Επιστρέφει με την – επίσημα – καινούργια του μπάντα, τους Seijaku, σε ένα εκρηκτικό τρίο. Πλαισιωμένος λοιπόν από τον Mitsuru Nasuno στο μπάσο (μέλος των παλιών Ground Zero μεταξύ άλλων) και τον Yohsimitsu Ichiraku ( I.S.O και Acid Mothers Temple) ο Haino χαϊδολογεί περίτεχνα την κιθάρα του συνθέτοντας ένα υβρίδιο που ο ίδιος ονομάζει blues του 21 αιώνα. Δεν ξέρω κατά πόσο είναι blues – σίγουρα υπάρχει μια αντίστοιχη σκοτεινή και θολή ατμόσφαιρα – δεν ξέρω επίσης κατά πόσο είναι rock, κατά πόσο είναι οτιδήποτε άλλο πέρα από Keiji Haino! Αυτή η κυκλοφορία (δίδυμη με την You Should Prepare To Survive Through Even Anything Happens) ξεκινάει με μερικά δευτερόλεπτα σιγής – ακούγεται μόνο το «φύσημα» από το καλώδιο του ενισχυτή. Σιγά-σιγά, μια υπόνοια μελωδίας χτίζεται στο βάθος από το μπάσο, που ακολουθάει μαεστρικά μία λίγο ντροπαλή και λίγο ετοιμόρροπη αισθητική χροιά για όλο το υπόλοιπο album, με τα drums να χορεύουν πάνω στην ησυχία και την φασαρία, τον ρυθμό και την αρρυθμία – το ίδιο αναποφάσιστα και μετέωρα με το μπάσο. Κάπου ανάμεσα στέκει η κιθάρα του Haino, με την απόλυτη ισορροπία μεταξύ της βαβούρας και της μελώδιας, αντιπαράθέτει τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό και το παιχνίδισμα με τη σιγή, με απλά λόγια η γνωστή μουσική πρόζα του Ιάπωνα, το εντελώς ιδιαίτερο και προσωπικό του στυλ που τον έχει εδραιώσει στο μουσικό στερέωμα. Η φωνή του, όπως πάντα, επιδρά σαν ένα επιπλέον όργανο, άλλοτε πιο επιθετικά και άλλοτε πιο ήπια, άλλοτε με κραυγές και ουρλιαχτά, άλλοτε ψιθυριστά, βάζει και αυτή το λιθαράκι της στη πλήρως νεφελώδη ηχοπλασία του δίσκου.
Θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω και να γράφω κι άλλες αρλούμπες για αυτό τον δίσκο ή θα μπορούσα να ξεκινήσω να μπουρδολογώ για το You Should Prepare To Survive Through Even Anything Happens, που κυκλοφορεί ταυτόχρονα με το Mail From Fushitsusha (τη πρώην μπάντα του Haino, που διαλύθηκε με τον θάνατο του μπασίστα Yasushi Osawa). Θα μπορούσα να αναλύσω και με άλλα άχρηστα λόγια τη μουσική του Haino ή να γράψω ένα ακόμη λατρευτικό κατεβατό για κάποια παλιά του κυκλοφορία, σα τους επίσης δίδυμους δίσκους Black Blues, ότι πιο πλησιέστερο ηχητικά στα δύο album των Seijaku, μα νομίζω πως δεν έχει κανένα νόημα. Θα σταματήσω κάπου εδώ για να απολαύσω ξανά και ξανά τα πρόσφατα αστραφτερά, σα ξυράφια, διαμάντια του Ιάπωνα mastermind της ηλεκτρικής κιθάρας…

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

ΝΑLLE - "WILDER SHORES OF LOVE" (2010)

Σου συμβαίνει αυτό κάποιες φορές με διάφορους καλλιτέχνες και είναι ξαφνικά ευχάριστο όταν γίνεται. Ξέρεις, η περίπτωση που έχεις ακούσει τις παλιότερες δουλειές τους, δεν έχεις συγκινηθεί ιδιαίτερα, έχεις βάλει την ταμπέλα «δεν μου κάνει» και ξάφνου ακούς κάτι νέο και λες «όπα, εδώ παίζεται κάτι πολύ καλό, πως δεν το πήρα χαμπάρι πιο πριν;». Κάπως έτσι λειτούργησε σε μένα η πολύ – πολύ ξεχωριστή φωνή της Hanna Tuulikki που καθοδηγεί τους Nalle σε αυτό το μεγαλούργημα βρετανικού free folk. Στις παλιότερες δουλειές της αλλά και στο σχήμα του φίλου της Chris Hladonski, Family Elan, η φωνή της πεταχτούλας Αγγλο-Φιλανδέζας μου ακούγονταν παράταιρα φάλτσα, εκνευριστικά παράφωνη. Μάλιστα, ο λόγος που δεν αγάπησα το φετινό “Βow Low Bright Glow” των Elan όσο ο McPan, ήταν η δική της ερμηνεία. Και αλήθεια είναι ότι ακόμη πιστεύω ότι στους Elan το ζεύγος Tuulikki / Hadilski βρίσκεται σε αντιπαράλληλα σύμπαντα, η μια κάπου τσιρίζει, στην άλλη πλευρά ο άλλος παίζει –ψυχωμένα σίγουρα- διονυσιακό ethno folk, αλλά τελικά δεν συναντιούνται ποτέ.
Στους Nalle τα πράγματα μουσικά τίθενται σε άλλη βάση, αφού όλες οι ενορχηστρώσεις ακοπανιάρουν ιδανικά, είτε διακριτικά, είτε θορυβωδώς, κάθε ανώμαλο σκαμπανέβασμα του ιδιόρρυθμου οργάνου που φέρει στο λαιμό της η Tuulikki. Πράγματι , από μια σπαστική καρακάξα έχει μεταμορφωθεί σε ένα μαγευτικό ξωτικό που χοντρικά ακούγεται σαν την Kate Bush υπό την επήρεια ισχυρών ψυχοτρόπων που κυκλοφορούσαν στα 60ς ή αν θες σαν την Joanna Newsom μακριά από τον ναρκισσιστικό της καθρέπτη, χαμένη κάπου σε ένα δάσος του βορρά. Ξέρει πλέον πώς να χρωματίσει συναισθηματικά κάθε ελλειπτική στροφή των δύστροπων μπαλαντοιδών κατά κύριο λόγο συνθέσεων της. Παράλληλα, ο Hladonski στα καθαριστικά έγχορδα και στο πιάνο και ο Aby Vulliamy στη βιόλα, μαγεμένοι από την εξώκοσμη ομορφιά των λαρυγγισμών της, υφαίνουν με προσοχή ένα εύθραυστο free folk ιστό γεμάτο μελωδικά αρπίσματα και στοιχειωμένες δοξαριές, σαν να μην θέλουν να ταράξουν την κατάνυξη της περίστασης. Mια ατμοσφαιρική folk κατάνυξη που τροφοδοτείται και από το επιμελημένο concept χαρακτήρα των στίχων και του artwork γύρω από τον αρχαίο μύθο των καταραμένων εραστών Λέανδρου και Ηρούς . Μόνο στο εκστατικό “Songthrush” η μουσική ξεφεύγει οργιαστικά σε πιο άμορφους πρώτο - Incredible String Band ρυθμούς με την καθοριστική συμμετοχή του Alex Neilson στα drums (έναν έχουμε να τα βαράει εκεί πάνω, αλλά είναι καλός!).
Συνολικά, το “Wilder Shores Of Love” είναι ένα μοναδικό μουσικο - ερωτικό όνειρο / ταξίδι και σίγουρα η κορυφαία κυκλοφορία στο βρετανικό free folk για φέτος μαζί με το “Abandoned Love” των πιο παραδοσιακών Τrembling Bells.

((E A R)) ((E Y E))

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

ROSE KEMP – "GOLDEN SHROUD" (2010)

Όσο κι αν πλέον οι περισσότερες νέες metal κυκλοφορίες με κουράζουν με την έλλειψη πρωτοτυπίας τους, δεν θα μπορούσα να κλείσω τα αυτιά μου στο επικό doom metal ντελήριο του νέου άλμπουμ της Rose Kemp. Κόρη της Maddy Prior και του Rick Kemp αμφότερα μέλη του μοναδικού αξιόπιστου στα 70ς βρετανικού folk rock γκρουπ Steeley Span, η Rose δεν έπεσε ακριβώς κάτω από την μηλιά για να σαπίσει, αλλά την παρέσυρε ένα πιο σκοτεινό και βαθύ ποταμάκι παραδίπλα. Σίγουρα, η αξιοθαύμαστος έλεγχος σε ότι ξεστομίζει το ανίερο της λαρύγγι και η στερεή τοποθέτηση της φωνή πάνω από της κολασμένα riffs της ιδίας παρακαλώ, είναι κληροδότημα της χωριατοπούλας μαμάς της, αλλά η γνώμη μου είναι ότι η Rose διαθέτει πολύ μεγαλύτερη δυναμική έκταση. Μπορεί να περνά πανεύκολα από υμνικές folkie πολυφωνίες και μυστικιστικές απαγγελίες σε death metal μουγκρητά και σπάνιες στις μέρες μας NWBHM λατρεμένες τσιρίδες. Τώρα, τo ευτύχημα είναι ότι , οι τρεις μακροσκελείς συνθέσεις που περιέχονται στο “Golden Shroud” είναι για πρώτη φορά στην καριέρα της σε αντιστοιχία με το φοβερό φωνητικό της ταλέντο. Το περσινό “Unholy Majesty” κατά την γνώμη μου έπασχε από φρέσκιες ιδέες και έλλειψη εκτελεστικής δεινότητας. Εδώ, έχουμε την τέλεια ισορροπία μεταξύ βρετανικών psych folk μελωδιών, νεκροταφικών doom metal κιθάρων, groovy Sabbathικών riffs, υποβλητικών Sunno))) βόμβων σε ένα ανατριχιαστικό occult περιβάλλον με οδηγό το αφηγηματικό ύφος μιας καλής metal κυκλοφορίας και παραγωγή ξερή αλλά διάφανη. Πραγματικά, δεν ξέρω αν κάνουν κούκου όλα αυτά στο μέσο μεταλλά, αλλά εμένα με έκανα να κοπανιέμαι πνευματικά μετά από πολύ καιρό…

((E A R)) ((E Y E))

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

CALL BACK THE GIANTS - "CALL BACK THE GIANTS" (2010)

Περίεργο και δύστροπο. Κάπως έτσι, με δύο λέξεις, θα μπορούσα να σχολιάσω το ομότιτλο δίσκο των Call Back The Giants, πίσω από τους οποίους βρίσκεται ο Tim Goss, ο κιμπορντίστας των Shadow Ring. Τα συνολικά οχτώ κομμάτια εκπέμπουν μία αρκετά έντονη , μα και λιτή, αισθητική. Λιτή και ταυτόχρονα σκοτεινή και απόμακρη. Οι συνθέσεις, που θυμίζουν πολλά από τους Shadow Ring, βασίζονται φυσικά στα πλήκτρα, μα και σε διάφορα απόκοσμα drones, σε θολές και βασανιστικές φωνές, σε μία άκρως στοιχειωμένη ατμόσφαιρα. Εσωστρεφής και ιδιόρρυθμη, αύτη η Limited έκδοση, μπολιάζει κάπως τον πρώιμο ήχο των Nurse With Wound, τα πιο ήρεμα πονήματα των Coil, τα αφαιρετικά ηχοτόπια του Andrew Chalk και φτάνει μέχρι τα όρια του Basil Kirchin - με άλλα λόγια τα πιο σκοτεινά μέρη της ανεξάρτητης βρετανικής μουσικής σκηνής. Ταυτόχρονα όμως ο Tim Goss, με την απλότητα που έχουν τα κομμάτια του, κατορθώνει να παραμένει άμεσος και σχεδόν συναισθηματικός – με αποκορύφωμα αυτής της πτυχής το Lament που ακούγεται λες και έχει βγει από τα σπλάχνα ενός βομβαρδισμένου προαστίου μιας μεγαλούπολης. Με έναν εντυπωσιακά μινιμαλιστικό τρόπο οι Call Back The Giants μπορούν να εκφράζουν με άνεση ένα κλειστοφοβικό και μισερό soundtrack, σε ένα δίσκο που ξεκινάει με διάφορα σκόρπια drones και σταδιακά τα κομμάτια αποκτούν ολοένα και περισσότερο δομή, όλο και περισσότερο την αίσθηση της μελωδίας, όλο και περισσότερους στίχους πάνω από τα βαριά πλήκτρα, για να φτάσει σε κομμάτια όπως το Autumn Green, με τη ψιθυριστή φωνή και μία γλυκιά μελωδία που σε πιάνει από τα μαλλιά και το Μy Brother, που στέκει ανάμεσα στον Richard Youngs και τους The Focus Group. Ένας δίσκος που είναι μία κατηγορία μόνος του – ακριβώς όπως ήταν και οι Shadow Ring άλλωστε – που όσες φορές και να το ακούσεις, δύσκολα το χορταίνεις.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

BILL WELLS & STEFAN SCHNEIDER - "PIANOTAPES" (2010)

Για μια ακόμη φόρα ο ταλαντούχος και πολυμήχανος Σκοτσέζος συνθέτης, ο Bill Wells, συνεργάζεται με το μέλος των To Rococo Rot, Stefan Schneider. Εδώ κυριαρχεί το πιάνο που παίζει ο Wells, οι μελωδίες που διασπείρονται μέσα στις κλίμακες, ο απλός και τόσο ζεστός αυτοσχεδιασμός, μια περίπου σπουδή ύφους, που προσωπικά μου θυμίζει έντονα τον Chris Abrahams, των αυστραλών The Necks. Τα δέκα κομμάτια που υπάρχουν εδώ, ουσιαστικά άτιτλα, απλώνονται σε χώρο και χρόνο, παίζουν με την έννοια των ήχων και της απουσίας τους, με τη μελωδία και το ρυθμό, όλα χτισμένα πάνω στο χαρακτήρα του πιάνου και η παρέμβαση του Schneider κινείτε σε ένα δεύτερο επίπεδο, σε ένα πίσω layer, σιγοντάροντας στην ουσία στην ατμόσφαιρα του όλου εγχειρήματος γεμίζοντας τον ήχο, είτε με λούπες, είτε με reverb, είτε με παραμορφώσεις (χρησιμοποιώντας ένα παλιό μηχάνημα μαγνητοταινίας reel-to-reel, με το οποίο μαγνητοφωνεί επιτόπου τα όσα παίζει ο Wells και έπειτα τα επεξεργάζεται- εξ ου και ο τίτλος του δίσκου). Το αποτέλεσμα είναι σίγουρα ατμοσφαιρικό, νωχελικό και πράο, η ηρεμία και ισορροπία επικρατούν πλήρως σε αυτή την άκρως οργανική και θερμή ηχογράφηση, ένα περίπου ambient, περίπου environmental ακουστικό χαλαρωτικό, με όλη την μαγεία της απλότητας, του αυτοσχεδιασμού, της πλήρους αποστροφής σε κάθε νόρμα.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

EXPLODING STAR ORCHESTRA – “STARS HAVE SHAPES” (2010)

Ακολουθώ (όχι και πολύ πιστά!) την πορεία του κορνετίστα Rob Mazurek από τα 90ς όταν με τους Chicago Underground είχε παντρέψει με επιτυχία το ανερχόμενο τότε post rock του Chicago με τη πιο εξπρεσιονιστική free jazz των μεγάλων των 60ς – 70ς. Φύση ενθουσιώδης ο Mazurek, όταν οι υπόλοιποι αξιόλογοι νέοι μουσικοί της σκηνής του Chicago μείνανε από γκάζι στις αρχές του 2000, αυτός συνέχισε απτόητος με τους Underground και μέσα στο πνεύμα της νέας εποχής που σε θέλει να είσαι πιο ευέλικτος σε συνεργασίες, δημιούργησε τους Exploding Star Orchestra μια 15μελή ορχήστρα με τους καλύτερους post – jazz παίκτες του Chicago και τον ίδιο στον άτυπο ρόλο του ενορχηστρωτή. Η τρίτη ηχογράφηση αυτού του all star group έρχεται δύο χρόνια μετά το επιτυχημένο “” με τον Bill Dixon, και μάλλον αποτελεί την πιο μεστή κυκλοφορία του σχήματος και σίγουρα μια από τις κορυφαίες στιγμές της προοδευτικής jazz μέσα στο 2010. Η ποικιλία των οργάνων και η επιδεξιότητα των παικτών είναι δεδομένη, αλλά είναι η συνολική προσπάθεια για μια άψογο αποτέλεσμα, η αγάπη για την παράδοση της Free Jazz και η χαλαρή αρμονική μετάβαση από το ένα θέμα της ορχήστρας στο άλλο είναι που κάνει τους Exploding Stars να ακούγονται σαν ένα διηνεκές μουσικό ταξίδι σε ένα όμορφα άτονο σύμπαν - σαν συνεχείς θεαματικές εκρήξεις αστέρων όπως τους θέλει το όνομα τους και όχι σαν ένα ορυμαγδός από δήθεν avant jazz πειραματιστές. Όπως είναι φυσικό, το κοσμική αύρα του Sa Ra κυριαρχεί αισθητικά, με μια δόση από funky ρυθμική πλαστικότητα σε κάποια σημεία. Το αξιοπρόσεκτο με τον Mazurek ότι μέσα σε αυτή την πλούσια ηχητική πανδαισία βρίσκει χώρο για να προσθέσει και κάποια δικά του επεξεργασμένα προηχογραφημένα field recordings χωρίς να σπάει την συνοχή του ήχου, προσδίνοντας αυτή την μετά-μοντέρνα πινελιά που φέρνει, με μιας, την ορχήστρα στο επίκεντρο της νέας μουσικής του 21ου αιώνα. Ακούστε το έξω από την πόλη, την νύκτα και η πεφταστέρια θα βρει την δικής μουσική της συντροφιά.

((E A R)) ((E Y E))