Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2011. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2011. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

SIR RICHARD BISHOP - "INTERMEZZO" (2011)

Περσινή κυκλοφορία σε περιορισμένες κόπιες, που πέρασε κάπως απαρατήρητη και τελικά βρήκε στέγη στη Mego και με λίγο mastering και διαφορετικό εξώφυλλο θα επανακυκλοφορήσει με όλες τις δόξες στα τέλη του μήνα. Ο μεγάλος Sir του fingerpicking, η μυθική πλέον φιγούρα του avant- folk, μαζεύει σε αυτό το δίσκο ένα μεγάλου εύρους δείγμα από την μουσική που αντιπροσωπεύει, με τον ιδιαίτερο πάντα τρόπο που την προσεγγίζει και το μοναδικό ύφος που την εκφράζει. Έχουμε λοιπόν το τεράστιο Inner Redoubt, ένα υπνωτιστικό raga που απλώνεται σιγά-σιγά με μαγευτικούς αυτοσχεδιασμούς εξ ολοκλήρου στην ακουστική κιθάρα, τα Molasses και Dhumavati, που η ηλεκτρική κιθάρα, απέριττη και νωχελική, αργοκινείται αέρινα πάνω σε μπλουζ ιδιωματισμούς, το Hump Tulip, παλιομοδίτικο, ευδιάθετο και λίγο τζαζ, το Dance Of The Cedars, όπου εισβάλουν κρουστά και αρκετές κιθάρες για να συνθέσουν μια ρυθμική, ορχηστρική ινδική παραζάλη, το Reversionary Tactics και το Cranial Trap, όπου απογυμνώνονται ρυθμοί και μελωδίες, είτε με εφέ, είτε με την χαρακτηριστική και αφαιρετική τεχνική του Sir, το νυσταλέο, ήρεμο και ατμοσφαιρικό Khajuaho, με ηλεκτρική κιθάρα και πιάνο να υφαίνουν ένα γαλήνιο μακρόσυρτο raga και το Dust & Spurs μια άκρως μελωδική και έντονη ελεγεία στην ακουστική κιθάρα (είναι εδώ που λες πόσα δάκτυλα έχει τελικά ο άτιμος;)
Ναι, εντάξει, δεν είναι ότι καλύτερο έχει κυκλοφορήσει ο Sir και ναι, εντάξει, με τα τόσα διαφορετικά είδη μοιάζει περισσότερο με συλλογή παρά με ενιαίο δίσκο. Είναι αλήθεια ότι καταφέρνει δύσκολα να σε κερδίσει, μα, από την άλλη, μία προσεγμένη κυκλοφορία του Bishop – και αυτή είναι αρκετά προσεγμένη – είναι πάντα ένα μικρό αριστούργημα και το κάθε κομμάτι ξεχωριστά, απλά κορυφαίο.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

VILLAGE OF SPACES - "ALCHEMY AND TRUST" (2011)
















Το ξέρω ότι έρχομαι κατόπιν εορτής στην περίπτωση των Village Of Spaces. Μάλλον θα έχετε ενημερωθεί για το λαμπρό ντεμπούτο των βλάχο- αμερικανών από τα ενθουσιώδη για αυτούς γραπτά του πάντοτε υπερβολικού David Keenan. Όσο και ο χαρακτηρισμός «το “Alchemy and Trust” είναι το καλύτερο acid folk άλμπουμ της πενταετίας» είναι το ίδιο ακραίος με την προκλητική στάση του εν λόγω Σκωτσέζου κριτικού να επιλέξει το “Lulu” ως άλμπουμ του 2012, η ποιότητα του 33λέπτου CD είναι δεδομένη. Δεν μπορείς παρά να χαλαρώσεις όμορφα το αραχτό, ειδυλλιακό, γήινο και μάλλον κρυφοχίπικο στυλ του ζευγαριού από το Maine. Χρησιμοποιούν με αναζωογονητική απλότητα και κάποια εφηβική αφέλεια τις άγουρες φωνές τους για να φτιάξουν παραδόξως εύηχα αγόρι / κορίτσι ντουέτα που εξυμνούν πίσω από το νέοψυχεδελικό τους προκάλυμμα την ξέγνοιαστη ποιμενική ζωή στην αμερικάνικη επαρχεία. Ντύνουν αυτές τις μελιστάλακτες μελωδίες με επαγγελματικές σχεδόν θα έλεγε κανείς ενορχηστρώσεις, κάτι που τους διαφοροποιεί από τις πιο «πρόχειρες» που ακούμε από αντίστοιχες μπάντες ζευγαριών του US Underground, όπως είναι οι συχνά αποκομμένοι από τη μουσικότητα και σίγουρα ψυχεδελικά χαμένοι Matthew Valentine & Erika Elder ή οι κουραστικά φορές lo-fi, λάτρεις του παράφωνου Cherry Blossoms. Εδώ, ουκελέλε, μαντολίνο, πλήκτρα, ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα δένονται σε ένα αρμονικό όλον αβίαστα και μαζί με τα αλληλεπικαλυπτόμενα ουράνια φωνητικά δημιουργούν χωρίς βιασύνη ή φτιασιδώματα ολοκληρωμένα κλασσικά για το είδος τους κομμάτια που φέρουν μεγάλη ταξιδευτική δυναμική. Πραγματικά, μέσα στην γκρίζα τσιμεντούπολη και ατελείωτα αστικά αδιέξοδα μας, οι Village Of Spaces βγάζουν τον χίπη / νατουραλιστή / ελεύθερο καμπινγκά από μέσα σου με τα πιο απλοϊκά psych folk τερτίπια και γι αυτό τους χαιρετίζω και εγώ ταπεινά με την σειρά μου ως το απόλυτα δικαιολογημένο hype των free folk ημερών μας.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

NO-NECK BLUES BAND -"YTIU" (2011)

Mε χαρά αντιλήφθηκα ότι παίζουν στην πιάτσα δύο «νέες» κυκλοφορίες της αγαπημένης αυτοσχεδιαστικής κολεκτίβας από την Νέα Υορκη, της πλέον ποιοτικής από την λεγόμενη New Weird America σκηνή. Εδώ, λοιπόν, έχουμε το “Ytiu” και σε λίγες μέρες κυκλοφορεί και το “CINo51” και τα δύο σε πολύ περιορισμένα αντίτυπα. Το “Ytiu” ηχογραφήθηκε πίσω στο 2009, όταν η κολεκτίβα ήταν σε ενεργή κατάσταση, στo studio των Faust στην Γερμανία. Και οι δύο πλευρές του LP, καταλαμβάνονται από δύο μακροσκελή ελευθέρας πλοκής και αμοιβαδοειδούς μορφής κομμάτια , χωρίς την πιο σφικτή δομή που εμφάνισαν για τα μέτρα τους στο “Clomeim” και το “Qvaris” παλιότερα. Κλεισμένη μέσα στο θρυλικό studio στo Scheer η μπάντα μοιάζει να βρίσκεται σε μια πρωτοφανή πνευματικά ενεργή κατάσταση, σε ένα κοσμικό συντονισμό που μπορεί να προέρχεται μόνο μετά από πολλές ώρες κοινού μουσικού διαλογισμού. Την στιγμή που ο Ηans-Joachim Irmler αποφάσισε να πατήσει το rec, είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται ο χαρακτηριστικός νεφελώδης, ασαφής avant rock NNCK ήχος, με την κιθάρα να συμπεριφέρεται στα American primitive blues με τον πιο νεοϋορκέζικα μινιμαλιστικό τρόπο, τα keyboards απέκτησαν όλη την κοσμική μαγεία της 70s Krautrock, και τα κρουστά να χτυπούν στο βάθος στον δικό τους τελετουργικό ρυθμό. Ο τρόπος που φαινομενικά άναρχα εγχέονται όλοι αυτά τα ηχητικά στοιχεία για να δημιουργήσουν το εθιστικό ψυχεδελικό μίγμα που σε ζαλίζει ευχαρίστα σε κάθε ακρόαση, είναι και η ιδιαιτερότητα τους. Σε αντίθεση με τα ψυχεδελικά 70s, τίποτα δεν ακούγεται προγραμματισμένο ή φορμαλιστικό. Το ψυχεδελικό όλον πηγάζει από έναν ανοικτό αυτοσχεδιασμό τόσο αβίαστα… Μάλιστα, προς το τέλος της πρώτης πλευράς, για άγνωστο λόγο, ξεκινά ένας πειραματισμός με άτονους ηλεκτρονικούς ήχους που η παιχνιδιάρικη του διάθεση μπορεί να συγκριθεί με τις πιο κούκου στιγμές του Jim O’ Rourke. Από την άλλη, όλο το τζαμάρισμα της δεύτερης πλευράς αφιερώνεται στον πρόσφατα τότε αποθανόντα Richard Wright των Pink Floyd και ίσως είναι ότι πιο κοντά στο πνεύμα του “Set The Controls For The Heart Of The Sun” που θα ακούσεις για χρόνια. Για μια ακόμη φορά άψογοι οι NNCK. Οι οπαδοί τους ελπίζουμε σε ενεργοποιηθούν και πάλι σύντομα!

((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

CIAN NUGENT - "DOUBLES" (2011)

Μια περσινή κυκλοφορία, που μέσα στο χαμό πέρασε, για μένα τουλάχιστον, απαρατήρητη - το πρώτο album του Ιρλανδού βιρτουόζου κιθαρίστα Cian Nugent, από την Vhf. Ακούγοντας τα δύο μεγάλα κομμάτια του Doubles, είκοσι λεπτά και βάλε το καθένα, είναι στιγμές που ομολογώ εντυπωσιάστηκα. Υπάρχουν τριών ειδών μουσικές υφές εδώ. Από την μια το fingerpicking που θρησκευτικά ακολουθεί τα μονοπάτια του John Fahey και των σύγχρονων Jack Rose και Glen Jones, από την άλλη το λίγο φασαριόζικο ψυχεδελικό free-folk, με τις παραμορφώσεις του, τα σόλα του και τα λοιπά ωραία του και κάπου ανάμεσα μια πιο επική χροιά, συναισθηματική και ορχηστρική, με κρουστά που τζαζίζουν ολίγον, βιόλα, κλαρίνο, κτλ., με κάπως ιδιαίτερο ύφος. Η εξέλιξη σε κάθε ένα τμήμα των συνθέσεων είναι αρκετά ελεύθερη, υπάρχει, νομίζω, μεγάλη δόση αυτοσχεδιασμού, κάτι που σαφώς δίνει μια ζωντανή αίσθηση στα ατελείωτα αυτά κομμάτια. Οι αυξομειώσεις στην ένταση, το χτίσιμο του γεμάτου ήχου με πολλά επίπεδα και έπειτα η σταδιακή του αποδόμηση, οι αμέτρητες μελωδίες που εναλλάσσονται συνεχώς, κάνουν τη δουλειά τους: ο δίσκος δεν κουράζει καθόλου και αυτές οι διακυμάνσεις κατορθώνουν σιγά-σιγά να σε απορροφήσουν, να σε κερδίσουν και από εκεί που είχες βάλει το δίσκο για να τον ακούσεις από περιέργεια, κάνοντας κάτι άλλο ταυτόχρονα, καταλήγεις να τον ακούς προσεκτικά. Πάρ΄ όλα αυτά, κρατάω τις αμφιβολίες μου για το δέσιμο των συνθέσεων – τις περισσότερες φορές μοιάζει να τελειώνει ένα κομμάτι και να ξεκινάει κάποιο άλλο, τα περάσματα είναι λίγο αμήχανα, σε στιγμές απλά δεν βρίσκω το λόγο να είναι δυο ενιαία κομμάτια είκοσι λεπτών και όχι έξι ή εφτά μικρότερης διάρκειας. Όπως και να έχει, αξίζει να ακούσετε όλο το album, θα επιβραβευτείτε στο τέλος μιας και το μέρος με το οποίο κλείνει το δεύτερο κομμάτι είναι πραγματικά απογειωτικό, περίπου άψογο.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

TO LIVE AND SHAVE IN LA - "THE CORTEGE" (2011)

Tο παρών άλμπουμ αποτελεί επίσημα το κύκνειο άσμα της 20ετούς και βάλε πορείας της θρυλικής avant noise κολεκτίβας που περιστρέφεται κυρίως γύρω από τις αλλόκοτες συνθετικές ιδέες του «τραγουδιστή» και θορυβοπλάστη Tom Smith. Μαζί του για την ηχογράφηση του “Cortege” στο στούντιο των Sonic Youth πίσω στο 2008 παραβρέθηκαν και τα βασικά μέλη Ben Wolcott (oscillator και άλλοι θόρυβοι), Rat Bastard (βιολί) καθώς και πολλοί επιφανείς άνδρες τις Νεοϋορκέζικης noise rock σκηνής (Αndrew WK, μέλη των Sightings, Excepter ,The Flying Luttenbachers ). Όπως ίσως γνωρίζετε, από μια κυκλοφορία TLASILA αναμένεις μιας ακραία ιντελεξουάλ πειραματική ανάμιξη των οριακών θορυβοποιών τρόπων μιας σχεδόν no wave “I don’t care” αισθητικής με υψηλής ποιότητας industrial –σχεδόν- music concrete μουσικές δομές. Πάντοτε οι TLASILA τους άρεσε τρίβουν βίαια μια καλογυαλισμένη avant garde/ art house εκλεπτυσμένη σύνθεση πάνω στα σουβλερά δόντια της άμεσης εκφραστικότητας του πιο ξεσκισμένου punk. Πολλοί το βρήκαν ανυπόφορο, άλλοι τους λάτρεψαν γι αυτό. Βέβαια, με τον χρόνο οι συνθέσεις του Smith άρχισαν να γίνονται όλο και πιο καλοδουλεμένες και γι αυτό κατανοητές με αποτέλεσμα δίσκους σαν το “ The Wigmaker in Eighteenth Century Williamsburg” ή το “ Noon and Eternity”, που χαιρετίστηκαν αντικειμενικά ως αριστουργήματα του avant / noise/ experimental. Kαι το “Cortege” αν και λιγότερο πρωτοποριακό, αξίζει προσοχής. Τα φωνητικά του Smith είναι στο κέντρο της ηχογράφησης και η υστερική, παρορμητική του παράσταση έχει φθάσει σε κορυφαίο πλέον τεχνικό επίπεδο. Στα αυτιά μου ακούγεται σαν μια πιο φευγάτη συνεκδοχή δύο παρελθόντων αγαπημένων τραγουδιστών αμερικάνικων avant metal σχημάτων : του Buddo των Last Crack και του Spike Xavier των Mind Over Four, πλην την ροκιά, συν τα ουρλιαχτά. Τα σπάει δηλαδή. Απαγγέλει τους αφηγηματικούς του στίχους, που φυσικά δεν διαθέτουν ρεφραίν, με μια σταθερή ακρίβεια στην άρθρωση που φέρνει και τον David Sylvian στο μυαλό, αν βέβαια ο τελευταίος μετατρέπονταν από αθεράπευτα μελαγχολικός σε παράφρονα για δέσιμο. Η συναισθηματική φόρτιση του Smith πηγάζει και από το κάνα-δύο «ευχάριστα» γεγονότα που γάμησαν στην προσωπική του ζωή τότε: ο πατέρας του νόσησε από καρκίνο την ώρα που ο 20χρονος γιός του έφυγε για το Ιράκ. Οι υπόλοιποι μουσικοί σέβονται τα βάσανα του και με τις διακριτικές για τα μέτρα των TLASILA noise παρεμβάσεις, χρωματίζουν γκριζωπά τον ευκίνητο έδαφος που πατούν οι ψυχωμένες ερμηνείες του. Τι να κάνουμε, οι ακραίες καταστάσεις απαιτούν ακραίες αντιδράσεις. Τέλος εποχής, λοιπόν, για τους TLASILA, όχι, όμως και για τον Smith που παράγει ακατάπαυστα. Χτυπήστε το eye έχει τόνους υλικό, ο θείος.

((E A R)) ((E Y E))

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

BAND OF HOLY JOY - "HOW TO KILL A BUTTERFLY" (2011)

Ήδη από το ξεκίνημα τους πίσω στις γοητευτικές 80s post-punk ημέρες, οι Band of Holy Joy είχαν ταυτιστεί με μία άλλη άποψη για την βρετανική pop. Με γερές βάσεις στην παραδοσιακή βρετανική folk , μεταλλαγμένη για τις ανάγκες ενός πολιτικοποιημένου μποέμ του αστικού περιβάλλοντος, μια πιο ανθρωπινή, συναισθηματική, αντιεμπορική, χύμα, άμεση και ειλικρινής pop είναι αυτή που πρεσβεύει ο Johnny Brown και η παρέα του. ‘Έτσι, έρχονταν πάντοτε σε πλήρη αντίστιξη με τις νεορομαντικές ονειροπολήσεις συναδέλφων τους, που κυριάρχησαν στα 80ς και την χαζοχαρούμενη αφέλεια της brit pop που ακολούθησε. Πάντοτε, η BOHJ είχαν το δικό τους πιστό ακροατήριο και αυτό μάλλον τους αρκούσε. Εξάλλου, η όλη πορεία τους είναι γεμάτη συγκλονιστικές κορυφώσεις που σκιάζονται από λάθος επιλογές και «αντιεπαγγελματικές συμπεριφορές» με πρόχειρα παραδείγματα την παταγώδη αποτυχία τους όταν προσπάθησαν να παίξουν με τους όρους της brit pop αγοράς στο νερόβραστο “ Positively Spooked” και την διάλυση , ουσιαστικά, της μπάντας αμέσως μετά το αριστούργημα τους “Love Never Fails” . Ακόμη, και μετά την επανασύνδεση τους στα 00s και την σταθερή προώθηση τους μέσω του Wire αλλά και του πανέμορφου τους site, αισθάνεσαι ότι πάλι οι βρετανοί τραγουδοποιοί κάνουν τα πράγματα στο δικό τους καλλιτεχνικό χρόνο και όπως πραγματικά νομίζουν. Από την μία πραγματοποιούν συναυλίες παθιάρικες, συγκινητικές και ατελείωτες όπως είδαμε και εμείς στην Αθήνα στο καταγώγιο του Rodeo, κυκλοφορούν σε λίγες κόπιες θεματικά μίνι-άλμπουμ για τον Barrows και τον John Wesley και όταν έχουν στα χέρια τους 5-6 καλά κομμάτια (βλ. Punklore), δεν καταφέρνουν ποτέ να τα κυκλοφορήσουν ευρέως. Αλλά δεν μπορείς να τους κρατάς κακία, αυτήν τη ελευθερία έκφρασης γουστάρεις να έχει η αγαπημένη σου pop μπάντα, όσο και αν δημιουργικά δεν αποφεύγει σκαμπανεβάσματα. Έτσι, και το πρώτο τους «κανονικό» άλμπουμ μετά από 10 χρόνια, που κυκλοφόρησε πέρσι, περιέχει μερικά υπέροχα κομμάτια που σπιλώνονται ελαφρώς από τις αναμενόμενες από αυτούς ατέλειες που τόσα χρόνια έχουμε μάθει να αγαπάμε. Βασικό συστατικό των συνθέσεων είναι το μεράκι των δύο παλιοσειρών της μπάντας. Από την μία βιολί του Chris Brierley χτίζει μελωδικά όλα τα κομμάτια και κάθε του δοξαριά σου τρυπά πραγματικά την καρδιά. Από την άλλη, ο μοναδικός Johnny Brown για άλλη μια φορά γράφει στίχους που σε εμπνέουν να δεις την ζωή λίγο πιο συναισθηματικά αλλά και πολιτικά ταυτόχρονα, ενώ οι ερμηνείες του βρίθουν από το Μπρεχτικών διαστάσεων πάθος του. Οι ενστάσεις μου έχουν να κάνουν με τους υπολοίπους της μπάντας και ιδίως τους νεαρούς στο rhythm section που μου ακούγονται πλαδαροί και χωρίς καθόλου φαντασία. Αισθάνεσαι, κάποιες στιγμές, ότι οι Brown και Brierley τους καλούν στην υπέρβαση αλλά αυτοί κωλοκάθονται σαν βαρίδια κάτω. Και η παραγωγή για τον χρόνο που αφιέρωσαν, είναι λίγο ξερή. Αλλά όταν ο άλμπουμ ξεκινά με έναν ακόμη ξεσηκωτικό ύμνο όπως το “Go Break The Ice”, η μουρμούρα οφείλει να σταματά. Και όταν, μάλιστα, στην συνέχεια βρίσκεις 3-4 ψυχωμένα, γεμάτα σάρκα και αίμα , ζωντανά κομμάτια το βουλώνεις και απολαμβάνεις. Προς το δεύτερο μισό του άλμπουμ, η ένταση καταλαγιάζει λιγάκι για να προβληθούν μια σειρά από αφηγηματικές μπαλάντες, όλο θεατρικότητα και δυναμισμό που καταπιάνονται με τις καινούργιες άναρχο- οικολογικές / νεοδιαφωτιστικές ανησυχίες του Brown, δοσμένες με έναν ανθρώπινο λυρισμό μακριά από δογματισμούς και στείρα σλόγκαν. Η δικής μας αγαπημένη pop μπάντα επέστρεψε, yei!

((REMOVED BY KIND REQUEST)) ((E Y E))

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

RED TRIO + JOHN BUTCHER - "EMPIRE" (2011)

Σε αυτήν την όμορφη κυκλοφορία δίδεται η ευκαιρία σε όσους από εμάς παρακολουθήσαμε με το στόμα ανοικτό την ανεπανάληπτη αυτοσχεδιαστική solo ζωντανή εμφάνιση του Bucher πριν από λίγες μέρες στην Knot Arts, να τεστάρουμε αν καταφέρνει να παράγει εξίσου συναρπαστικούς ήχους από το tenor sax του στο πλαίσιο ενός free jazz κουαρτέτου. Βέβαια, για να μην κρυβόμαστε, αυτοί μάλλον που θα αισθάνονταν ότι πρέπει να αποδείξουν κάτι είναι οι Red Trio, παρά ο εμπειρότατος βρετανός. Κι αυτό, διότι αυτή είναι μόλις η δεύτερη κυκλοφορία για το νεανικό jazz τρίο από την Πορτογαλία, αποτελούμενο από τους Rodrigo Pinheiro( πιάνο ), Hernani Faustino ( κοντραμπάσο ), Gabriel Ferrandini (drums και κρουστά) .Σίγουρα, από τα λεπτά του “sustained” που ανοίγει το CD, η προσοχή σου αυθόρμητα επικεντρώνεται στα κελαριστά, υψίφωνα multiphonics του Butcher και στην ατελείωτη ποικιλία πανομοιότυπων αλλά ταυτόχρονα διαφορετικών ήχου που εκπέμπει το σαξόφωνο του. Στην αρχή, οι πορτογάλοι μοιάζουν να περιορίζονται σε ένα ρόλο συνοδευτικό δίπλα στον big John, χωρίς να προκαλούν ανατροπές στην πορεία του αυτοσχεδιασμού. Ίσως, επειδή δεν έχουν ακόμη φθάσει αυτήν την μοναδική ποιότητα στην υφή του ήχου που παράγει ο Butcher, να διστάζουν να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Στο σπονδυλωτό “pachyderm” οι Red trio μοιάζουν να έχουν απελευθερωθεί αρκετά από τα όποια κόμπλεξ κατωτερότητας και οδηγούν μεθοδικά τον Butcher σε μια υψηλής ενέργειας fire jazz απογείωση που ακούγεται αρκετά πρωτόλεια για το πιο μετρημένο στυλ του και έτσι τον σπρώχνουν σε μια νέα περιοχή και γι αυτόν. Στο μακροσκελές ομώνυμο κομμάτι που κλείνει την στούντιο συνεύρεση φαίνεται πως έχουν πια γνωριστεί μουσικά για τα καλά μεταξύ τους και επιχειρούν μια πιο αφηρημένη προσέγγιση στον αυτοσχεδιασμό με τον Pinheiro στο πιάνο να δοκιμάζει επιτυχώς και τα πιο χαμηλά του πλήκτρα, τον drummer να αλλάζει συνεχώς κατευθύνσεις και τον butcher να ξεσπά με απρόσμενες ριπές – κραυγές μέσα από το σαξόφωνο του, λες και πρόκειται να ξεράσει τα πνευμόνια του πάνω στο επιδέξιο trio. Μετά από μια τέτοια κορύφωση το CD κλείνει λιγάκι υποτονικά με μια ζωντανή ηχογράφηση στο Ιmaxinasons φεστιβάλ, που υπολείπεται σε επίπεδο ευρηματικότητας, αλλά και ποιότητας ηχογράφησης. Συνοψίζοντας, για μένα η κορυφαία στιγμή του John Butcher σε group κατάσταση παραμένει το αριστούργημα του αναγωγισμού “Field” με τους Polwechsel και Tilbury, αλλά σίγουρα η πιο free jazz οπτική που επικρατεί εδώ, δεν στερείται ουσία.

((E A R)) ((E Y E))

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

SHIN JOONG HYUN – “BEAUTIFUL RIVERS AND MOUNTAINS: THE PSYCHEDELIC ROCK SOUND OF SOUTH KOREA” (2011)

Σε αυτήν την πληρέστατη συλλογή – πορτοφόλιο της πολυτάραχης καριέρας του άγνωστου στη δύση κιθαρίστα / τραγουδοποιού / παραγωγού Shin Joong Hyun περιέχονται μερικά ασκόνιστα διαμάντια της 60-70ς κορεάτικης ψυχεδελικής σκηνής, που πιστέψτε με δεν είχε και πολλά να ζηλέψει από την αντίστοιχη αμερικάνικη, εκτός ίσως από τα ναρκωτικά και τις ελευθερίαζες χίππισες. Άλλωστε, η καριέρα του ίδιου του Κορεάτη master την οποία θυμάται η συλλογή εδώ, τερματίστηκε άδοξα όταν οι διωκτικές αρχές της τότε χούντας ανακάλυψαν κάποια γραμμάρια μαριχουάνα απάνω του και τον έστειλα κατευθείαν στην ψειρού. Ευτυχώς, ο μικροκαμωμένος μας φίλος είχε προλάβει να διαγράψει μια δεκαετή πορεία στην εγχωρία rock / pop σκηνή και να περάσει σχεδόν από όλα τα μουσικά υποείδη που ξεπήδησαν εκείνα τα γόνιμα χρόνια. Η αγάπη του για το rock n roll γεννήθηκε, κλασσικά, από την ακρόαση του σταθμού της αμερικάνικης βάσης της Seoul και εδραιώθηκε με την αγορά εισαγόμενων από τις ΗΠΑ δίσκων στο αντίστοιχο τοπικό παζάρι της βάσης. Το τρομερό μουσικό ταλέντο του Shin, του επέτρεψε να απορρόφηση ακόρεστα αυτές τις επιρροές και να τις παντρέψει με τις μελωδίες, τις γραμμές και τους τρόπους της παραδοσιακής μουσικής της Κορέας δημιουργώντας, ανάλογα με την έμπνευση και τους κατά καιρούς συνεργάτες του, μοναδικά υβρίδια. Όλα τα έχει ο μπαχτσές του Shin. Από πρωτόλειο boogie, δακρύβρεκτες φθινοπωρινές μπαλάντες, πρώτο Κ-Pop χιτάκια, μακροσκελή blues τζαμαρίσματα, έως και προχωρημένο psych rock, μελιστάλακτο ακουστικό folk με γυναικεία φωνητικά και οργανικό επικό prog rock. Και όλα αυτά κοσκινισμένα από ένα μοναδικό κορεάτικο φίλτρο που προσδίδει μια προκλητικά εξωτική διάσταση σε εμάς του δυτικούς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι συνθέσεις δε στέκονται στο ύψος της εποχής που τις γέννησε. Από τις συλλογές που σου ανοίγουν την όρεξη να ψάξεις και τα originals.`

((E A R)) ((E Y E))

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

JAKOB OLAUSSON - "MORNING & SUNRISE" (2011)

Αυτός είναι ένας από τους δίσκους που θα ακούσεις ξανά και ξανά και κάθε φορά θα σου αρέσει όλο και περισσότερο. Ίσως αυτό να οφείλετε στο παλιομοδίτικο ύφος που υπάρχει στις συνθέσεις του Σουηδού αυτού αγρότη, ή ίσως η μπάσα, εκφραστική και μελαγχολική φωνή του – συνοδευόμενη πάντα από ένα βαθύ echo – ή μπορεί να είναι η κιθάρα του, άλλοτε να μουρμουράει αλλόκοτα ξεκούρδιστη και άλλοτε νηφάλια, μελωδική και κουρδισμένη. Κιθάρα που απλώνετε σε πολλά επίπεδα σε κάθε κομμάτι, πλάθοντας έτσι πολλές μελωδικές γραμμές. Μπορεί βέβαια να είναι η ψυχεδελική χροιά που διατρέχει όλα τα κομμάτια, ή ίσως η ροή του δίσκου, με πολλές κορυφώσεις αλλά και πολλά περάσματα που η μουσική εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς, νωχελικά και απολαυστικά, χρησιμοποιώντας τα κενά σα μέρος της σύνθεσης. Κάτι από όλα αυτά, δε μπορεί, θα καταφέρει να σε κάνει να μην προσπεράσεις στα γρήγορα αυτό το δίσκο. Και έπειτα, μετά τις πρώτες ακροάσεις, θα σε γοητεύσουν τα παράταιρα σόλο πάνω από τα ακόρντα, σόλο που παραπέμπουν στους πιο σκοτεινούς και θολούς ήρωες της τραγουδοποιίας, σαν τον Jandek και τον Ed Askew. Θα σε κερδίσει, σίγουρα, η αμεσότητα των κομματιών, η απλότητα του ήχου και η προσεγμένη, αλλά όχι γυαλισμένη, ερασιτεχνική ηχογράφηση. Είναι τελικά από τους δίσκους που στέκονται σε μία χρονική απροσδιοριστία, δεν μπορείς να πεις με σιγουριά ότι έχει ηχογραφηθεί αυτή τη χρονιά, αυτή τη δεκαετία, ή το ’70, ή το ’60. Είναι ένα διαμάντι τραγουδοποιίας, που επιβάλλει την ατμόσφαιρα του και, τελικά, αυτό είναι που θα σε κάνει να τον αγαπήσεις. Να τον ακούσεις ξανά και ξανά.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

PIMMON - "THE OANSOME ORBIT" (2011)

Πίσω από το όνομα Pimmon βρίσκετε ο Αυστραλός Paul Gough, που, για να μη το παίζω ξερόλας, είχα ακούσει ελάχιστα πράγματα από αυτόν, κύριως σε συνεργασίες όπως αυτή έδω και το τελευταίο του album από την Room40, με ξάφνιασε ευχάριστα. Ο Pimmon έχει ήδη πάνω από 15 χρόνια στο κουρμπέτι της ηλεκτρονικής-ατμοσφαιρικής μουσικής και θεωρείτε ένας από τους πατριάρχες του είδους στη πατρίδα του. Το απολαυστικά μεγάλης διάρκειας “The Oansome Orbit” στα βασικά του συστατικά δε διαφέρει από πολλές κυκλοφορίες με τις οποίες έχει πλημμυρίσει η πιάτσα: αυτό το λίγο retro, λίγο ατμοσφαιρικό, λίγο ‘80s drone, με παλιομοδίτικα μπιμπλίκια, που φλερτάρει με το new wave, κτλ. Όμως στο αποτέλεσμα διαφέρει. Αρκετά. Τα ηχοτόπια που καταφέρνει να χτίσει ο κ. Gough, δεν προσπαθούν επιτηδευμένα να γίνουν δυστοπικά, με κάτι από Blade Runner. Έχουν ένα πολύ δουλεμένο βάθος και εύρος, μια εντυπωσιακή διαστρωμάτωση, μια μεγάλη γκάμα διαφορετικών, περίπου ασύνδετων, ήχων. Κάτι που προσφέρει στο δίσκο μια πλούσια εναλλαγή καταστάσεων – από τους τραχείς ανατριχιαστικούς βόμβους, στις μελαγχολικές αρμονίες από έγχορδα, από το περίπου λευκό θόρυβο των παραμορφώσεων, στο γήινο ψηφιδωτό από ήχους υδάτων και αέρα. Ο τρόπος με τον οποίο ξεπηδούν οι μελωδίες μέσα από τους ατελείωτους βόμβους, από τα πλήκτρα και τα έγχορδα, από την αφαιρετική αισθητική και τα επιθετικά distortions και, τέλος, η συνεχής κυματιστή ροή που διατρέχει όλες τις συνθέσεις, πραγματικά καταφέρνουν να σε παρασύρουν στο δικό τους, σκοτεινό και απόμακρο μικρόκοσμο των θορύβων του κόσμου, μακρόκοσμο των βόμβων του πλανήτη.

((E A R))
((E Y E))

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

DANIEL PADDEN - "SHIP CHOP" (2011)

Στον καινούργιο του δίσκο, ο βρετανός Daniel Padden αφήνει στην άκρη τα όργανα, την κιθάρα, το πιάνο, τα πνευστά, όλα όσα μας είχε συνηθίσει σαν μέλος των Volcano The Bear και των The One Ensemble. Το Ship Chop είναι διαφορετικό, μιας και στην ουσία αποτελεί μια ατελείωτη μίξη ethnic μουσικής, κυρίως κάπου ανάμεσα στη μέση και την άπω ανατολή. Ο τρόπος με τον οποίο ο Padden δημιουργεί αυτό το ψηφιδωτό από samples είναι τόσο ήπιος που πολλές φορές δεν ξέρεις αν έχει επέμβει, αν έχει προβάλλει λούπες πάνω σε λούπες, που τελειώνει τι και που αρχίζει κάτι άλλο. Τα περισσότερα κομμάτια κρατάνε αρκετά σε διάρκεια και σε μαγνητίζουν τόσο πολύ στο κόσμο τους, που δεν μπορείς να διακρίνεις τα όρια. Εντάξει, αυτό δεν συμβαίνει σε όλη τη διάρκεια του δίσκου, αλλά ακόμη και στα σημεία που οι τομές και οι επικολλήσεις είναι ξεκάθαρες, ο Padden έχει βρει ένα τέλειο τρόπο να τις δέσει, λες και μια ζωή ήταν παραγωγός ή dj. Φυσικά στο τελικό αποτέλεσμα υποβόσκει το γνωστό από τους Volcano The Bear χιούμορ, φυσικά και είναι άκρως εξωτικό και αιθέριο, με τα μαγευτικά ανατολίτικα κρουστά και τις υπνωτιστικές μελωδίες, τα περίπου τελετουργικά φωνητικά και τα απλά – μα όχι απλοϊκά – χορευτικά ιδιώματα. Οι πήγες του Ship Chop μοιάζουν να προέρχονται περισσότερο από κάποιο κινηματογραφικό περιβάλλον – δεν είναι ακριβώς αυτή η υποκουλτούρα ή η χαμένη κουλτούρα αν προτιμάτε, που βγαίνει μέσα από τις κυκλοφορίες της Sublime Frequencies ή της Finders Keepers ή όποιας άλλης εταιρίας ασχολείται με αυτό το είδος του μουσικού μεμοραμπίλια για δυτικούς, μα ακριβώς αυτό το κινηματογραφικό περιβάλλον (να υποθέσω ότι τα περισσότερα samples τα έχει τραβήξει από soundtrack;) δίνει μία ξεχωριστή ατμόσφαιρα καθώς τα μουσικά μέρη εναλλάσσονται – κάτι σαν mixtape πάρα σαν mash-up. Ή, με άλλα λόγια, ένα ηχητικό κολλάζ με περίσσιο σεβασμό και με περίσσια ευγένεια.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

DAN HAYWOOD'S NEW HAWKS - "S/T" (2011)

Εδώ είναι ένα νέο βόρειο-βρετανικό αγνό folk ταλεντάκι, κοπιάστε! Μεγαλωμένος στο μουντό / βροχερό / σάπιο Sutherland, o Dan Haywood συστήνεται ω ς ένας αυθεντικός PSOW ( poet / singer / ornithologist / whatever) και καταπιάνεται με το τιτάνιο έργο να ηχογραφήσει 32 (!) originals για το ντεμπούτο του. Εμπνέεται από τις μεγάλες, χαλαρές βόλτες του στα Highlands της Σκοτίας για πτηνό-παρατήρηση και η τραγουδοποιία του είναι γι αυτό ανοικτή και προσωπική , σαν έναν εσωτερικό διαλογισμό για τα όμορφα και παράλογα της ζωής του, με το χαρακτηριστικό βρετανικό φλέγμα να υπονομεύει τους εύκολους συναισθηματισμούς. Η ποιότητα της φωνής του αρχικά θα σου φανεί μέτρια, κάτι σαν τον Βασίλη Καζούλη να προσπαθεί να τραγουδήσει βρετανό-λαϊκό-folk αλά Billy Brag. Δεν πειράζει, είναι τόσο χαρισματικός συνθέτης όσο Berman των Silver Jews ,ας πούμε, οπότε σε κερδίζει με την ιδιαιτερότητα του. Απ ΄ την άλλη, ο τρόπος που αλλάζει ταχύτητα σε κάποια κομμάτια από το σχεδόν ριμαριστό free στυλ του στις πρώτες στροφές σε πιο μελωδικό στο ρεφραίν , μου θύμισε και Bob Dylan στην μετά το “Blood On Tracks” 70s αναγέννηση του. Να μην μας διαφύγει, βέβαια, ότι το” New Hawks” είναι ομαδική δουλεία αφού η πενταμελής μπάντα που τον συνοδεύει μπορεί να μην έχει τις avant ανησυχίες που γουστάρω στους Nalle και στο καινούργιο της Elle Osborne, αλλά αρκετά δεμένη για να παρέχει ένα μεστό country /folk υπόβαθρο. Μάλιστα, νομίζω ότι αποκτούν περισσότερη προσωπικότητα όταν γυροφέρνουν μια παλιατζουρικη brit folk μελωδία, παρά όταν ακούγονται σαν τα ξαδέλφια των Lambchop. Με δεδομένες τις αναμενόμενες αδιάφορες στιγμές σε ένα διπλό CD με 32 κομμάτια, ο Haywood κατάφερνε να φτιάξει ένα αξιοζήλευτο body of work από τα πρώτα του βήματα.

((E A R 1)) ((E A R 2)) ((E Y E))

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

THE NECKS - "MINDSET" (2011)

Κάθε album των Necks είναι μια ιδιαίτερη εμπειρία. Η μονότονη και ιδιότυπη jazz που παίζουνε, συνυπάρχει με τον αυτοσχεδιασμό, την ρυθμικότητα, την αέναη περιδίνηση γύρω από ένα κυκλικό μουσικό μοτίβο. Οι αυστραλοί βετεράνοι έχουν βγάλει τα καλύτερα album για να σε πάρει ο ύπνος (και αυτό είναι κομπλιμέντο), όπως το “Mosquito/See Through” και το “Drive By”, αριστουργηματικά μουσικά χαλιά για οποιαδήποτε δραστηριότητα, σαν το “Sex” και το “Chemist” – δίσκοι που θα ζήλευε ο Brain Eno όταν εισήγαγε τον όρο environmental music και, σε γενικές γραμμές, αυτή η επίμονη μονολιθικότητα, η αφαίρεση, η στατική ροή στον ήχο τους, στοιχεία που τα έχουν αναγάγει σε επίπεδα τελειότητας, είναι μοναδιαία και συγκλονιστικά όταν καταφέρουν να σε παρασύρουν στο ψυχοτρόπο κόσμο τους. Είχα διαβάσει λίγες μέρες πριν για το νέο τους κατόρθωμα, το Mindset, και περίμενα να το ακούσω με αγωνία, όπως κάθε δίσκο τους άλλωστε. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα, κατάλαβα πως οι Necks δεν αστειεύονται. Το τρίο δεν αναλώνεται σε νότες απλωμένες στη σιγή, δε περιμένει το χρόνο να αποκαλύψει τη μελωδία, δε σε αφήνει να πάρεις ανάσα. Σου εκτοξεύει εξ αρχής ένα ηχητικό τείχος με τα επιθετικά drums και τα ασταμάτητα πιατίνια, ενώ ο Chris Abrahams στο πιάνο υφαίνει το μυστήριο πέπλο του άναρχου παιξίματος του. Όσο κυλάει το Rum Jungle, η πρώτη 15λεπτή σύνθεση του δίσκου, το μπάσο του Loyd Swanton μετατρέπετε σε ενορχηστρωτή ενός ανεπάντεχα απολαυστικού θορύβου, που τσιλημπουρδίζει, περίπου, με το No Wave. Τα πάντα δείχνουν τέλεια στα πρώτα μόλις λεπτά – τα πάντα έχουν κορυφωθεί και μένουν εκεί, σε ένα υψηλό σημείο εγρήγορσης που σχεδόν σε εξαντλεί, με μόνο διάλλειμα την εισαγωγή του Daylights, του δεύτερου μέρους του Mindset, που σε κοιμίζει πριν σε τραβήξει ξανά από τα μαλλιά σε ένα jazz ηχητικό νεφέλωμα. Το Mindset δεν μοιάζει με τα περισσότερα album των Necks. Απαιτεί την απόλυτη προσοχή σου στην αρχή, σε προσηλώνει απέναντι από τα ηχεία και σε πετάει στο πραγματικό κόσμο μετά το τέλος των δύο επικών συνθέσεων, μεθυσμένο και ζαλισμένο. Μέσα στο χάος των αμέτρητων κυκλοφοριών που υπάρχουν πια, από αμέτρητους μουσικούς που δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία στη λεπτομέρεια, στη παραγωγή, στο βέλτιστο αποτέλεσμα – παρά μόνο στο μέσο, στη κυκλοφορία σα κυκλοφορία – οι Necks θυμίζουν ένα ανταριασμένο νησί αρτιότητας που σου καθαρίζει, επιτέλους, τα αυτιά.

((LINK REMOVED BY REQUEST))
((E Y E))

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

THE SCENE IS NOW - "MAGPIE ALARM" (2011)

Σε μία χρονιά που με χαρά βλέπω αγαπημένους θρύλους του αμερικάνικου indie rock να επιστρέφουν με συγκλονιστικά άλμπουμ, η προσθήκη και του “Magpie Alarm” στην φετινή συλλογή με γέμισε θετικά συναισθήματα στην εποχή της μεγάλης μαυρίλας. Έτσι, μετά τους The Feelies, Steven Malkmus, Thurston Moore, οι άκρως παραγνωρισμένοι νεοϋορκέζοι art- rockers The Scene Is Now ηχογραφούν με πλύστη αυτοπεποίθηση το πιο βατό αλλά και αληθινά εμπνευσμένο άλμπουμ της καριέρας τους. Οι δυσνόητοι no wave ντανταϊσμοί και νευρικές jazzy ενορχηστρώσεις, που τους απομόνωσαν από το πιο straight indie rock κοινό, ανήκουν πλέον στα 80s. Τα δύο αρχικά μέλη των TSIΝ Philip Dray (κιθάρα) και Chris Nelson ( φωνή) καθοδηγούν τα νεοτέρα, που προέρχονται από την downtown hot jazz σκηνή της Νέας Υόρκης, με τη διαύγεια που επιτρέπουν τα 30 plus χρόνια στο χώρο, σε μια σύγχρονη μουσική πρόταση που ακροβατεί υπέροχα μεταξύ εξωστρεφούς αμερικάνικης folk/country/jazz τραγουδοποιίας και ψαγμένου αβαντγκαρντισμού πάνω σε μια rock βάση. Αν αυτή η περιγραφή οδηγεί στο μουσικό λεξικό του μυαλού σας στο λήμμα Red Krayola / Pere Ubu μέσα πέσατε. Μόνο που οι προαναφερθείς δεν έβγαλαν φέτος δίσκο για να δούμε σε τι κατάσταση βρίσκονται. Αντίθετα ,οι TSIN με το “Magpie Alarm” είναι απόλυτα συνεπής στις προσδοκίες που γεννά η ιστορία τους και παίζουν με τη δίπολο pop τραγούδι / προχωρημένα arrangements με άνεση : από την μία οι μελωδικές γραμμές είναι σαφέστατές και συχνά-πυκνά τονίζονται με τον πιο λαμπερό τρόπο από το χαρωπά πνευστά , τις σκαμπρόζικες νότες του πιάνου και τα moody πλήκτρα που μοιάζουν να βγήκαν κατευθείαν από τo φαινομενικά πρόσχαρο “Eureka” του Jim O’ Rourke. Από την άλλη, οι κιθάρες παραμένουν την τυπικά νεοϋορκέζικα γωνιώδεις, ενώ οι στίχοι των Nelson / Dray φτάνουν στο επίπεδο αληθινού ποιητικού λυρισμού, αφήνοντας στην άκρη το αψύ ύφος που είχαν στα 80s. Λογική εξέλιξη αφού ο Dray είναι περισσότερο γνωστός για το υποψήφιο για Pulitzer βιβλίο του “At The Hands Of Persons Unknown” , παρά για ότι κάνει με τους TSIN. Ελπίζω, με αυτό το άλμπουμ να λάβει και η υπέροχη μπάντα του το μερίδιο της αναγνώρισης που της πρέπει. Γιατί, ρε γαμώτο, δεν είναι το ίδιο σπουδαίο επίτευγμα να αυνανίζεσαι με τον υπολογιστή / σύνθι σου για να φτιάξεις το επόμενο hype-nagogic lo-fi internetικό δίσκο του μήνα με το να μαζευτεί ένα σεξτέτο καλών μουσικών και να παραδώσουν ένα τέτοιο avant pop αριστούργημα.

((E A R)) ((E Y E))

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

SUISHOU NO FUNE - "BONSAI NO IE" (2011)

To κιθαριστικό ντουέτο των Pirako Kurenai και Kageo ίσως να είναι η τελευταίο εναπομείναν psych rock σχήμα από τη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου. Έχοντας απολέσει μέσα στα 00ς τα περισσότερα μοναδικής ποιότητας σχήματα της εμβληματικής ετικέτας του χώρου PSF, οι Suishou No Fune με διάσπαρτες κυκλοφορίες σε δυτικές εταιρίες τα τελευταία χρόνια, αποτελούν μια σίγουρη λύση στο θέμα : που θα βρω να ακούσω spacey rock κιθάρε με θηλυπρεπή γιαπωνέζικα φωνητικά με την απαραίτητη δόση βαβούρας στην ηχογράφηση; Ηχογραφημένο σε ένα Bonsai Shop στο Tokyo το καλοκαίρι του 2010, το άλμπουμ περικλείει, χωρίς πολλές ανατροπές, στα τέσσερα μεγάλης διάρκειας κομμάτια όλο το ζουμί του λυρικού jap psych rock.Η ντελικάτες διπλές κιθαριστικές γραμμές δημιουργούν ανακλώμενους θαμπούς αλλά αιθέριους βόμβους που έχουν ως βάση αφηρημένα bluesy riffs. Εξελικτικά, οι μακροσκελείς συνθέσεις δεν εκρήγνυται σαν ηφαίστειο κιθαριστικού παροξυσμού, όπως στην περίπτωση των Fushitsusha ας πούμε, αλλά παίρνουν τη μορφή μιας χαλαρής ονειρικής μπαλάντας, που όταν προστίθεται τα κλαψιάρικα solos του Pirako και τα άτεχνα αλλά άκρως συναισθηματικά φωνητικά του, πλουτίζουν κομψά τον ήχο τους και τον στέλνουν μακριά σε νέα ψυχεδελικά ουράνια. Σίγουρα, ο ονειρώδης psych rock ήχος τους δεν αποτελεί παρθενογένεση : η κατανυκτική ατμόσφαιρα παραπέμπει στους υπερ-μελαγχολικούς Shizuka, οι μινόρε τόνοι στις κιθάρες στις πιο ατμοσφαιρικές στιγμές των Damon and Naomi, ενώ για κάποιο λόγο τα άγουρα υψίφωνα φωνητικά μου έφεραν στο μυαλό τους Woods.Όμως, πέρα από τις όποιες συγκρίσεις με παλιά και νέα συγκροτήματα, οι Suishou No Fune προσφέρουν εδώ ένα ακόμη καλαίσθητο psych rock τριπάκι - ταμάμ για τον ευαίσθητο στην ιαπωνικό λυρισμό ακροατή.

((E A R)) ((E Y E))

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

OMAR SOULEYMAN - "HAFTA GHARBIA: THE WESTERN CONCERTS" (2011)

Ο ένας και μοναδικός αστέρας της λαϊκής υποκουλτούρας της μέσης ανατολής, περιφέρεται τα τελευταία δύο χρόνια σε διάφορους συναυλιακούς χώρους και φεστιβαλάκια της δύσης, προσφέροντας απλόχερα την ιδιότυπη μουσική του, μαζί με τους πιστούς του συντρόφους. Πίσω λοιπόν από τη κουφίγια και το μαύρο γυαλί ήλιου, την επιβλητική φωνή που σκούζει ανάμεσα στα delay και την αυθεντική μουσική αισθητική της ανατολικής μεσογείου, φανερώνεται ένα μονολιθικό μείγμα από νταούλια και πλήκτρα και ατελείωτα σόλο σε απάνθρωπες ταχύτητες – ένας ανεμοστρόβιλος αμανέ και break-beat, ένα ψυχεδελικό χορευτικό παραλήρημα, που κατορθώνει να μπλεχτεί με όλα τα συναισθήματα. Η sublime frequencies, η εταιρία που τον ανέδειξε στη δύση, αποτύπωσε κάποιες στιγμές από αυτές της συναυλίες σε αυτή τη κυκλοφορία και απέδειξε, στους υπόλοιπους κοινούς θνητούς που δεν είχαν την τύχη να τον απολαύσουν από κοντά, ότι ο κ. Souleyman δεν αστειεύεται: στις συναυλίες του τα δίνει όλα, ξεσηκώνει τα πλήθη, η καταιγιστική μουσική του σε συνεπαίρνει περισσότερο, τα κομμάτια απλώνονται σε διάρκεια, ο αμανές κρατάει για πάντα – σαν υποσημείωση συμπληρώνω εδώ ότι το παλικάρι στα πλήκτρα είναι κυριολεκτικά ασυγκράτητο και είναι πολλές πίστες ανώτερος από πολλούς μέντορες της χορευτικής μουσικής. Μόνο που αυτή η μουσική δε μου κάθετε καλά σε συναυλιακούς χώρους. Δεν μπορώ να φανταστώ τον Omar να ξεδίνει απέναντι σε ένα κοινό που τον κοιτάει με περιέργεια, προσοχή και προσήλωση – όρθιο και ακίνητο. Όχι. Ο φυσικός του χώρος είναι τα γαμήλια πανηγύρια, η προχειροστημένη πίστα που απέναντι της έχει τραπέζια κτηνωδώς και άπληστα γεμάτα με φαγητά. Τα κρεμασμένα πολύχρωμα λαμπιόνια και τα λευκά πλαστικά τραπέζια. Εκεί όπου το γλέντι δεν έχει παλαμάκια και μπράβο. Μόνο «έλα» και χορό μέχρι πρωίας. Εξάλλου ο άρχοντας της Συρίας εκεί έβγαζε το ψωμί του μέχρι να τον μυριστούν τα λαγωνικά της δύσης και να μυριστεί αυτός με τη σειρά του το χρήμα. Και μπορεί αυτή τη στιγμή να έχει γίνει ολίγον της μόδας, να έχει ακουστεί τόσο το όνομα του μέχρις το σημείο να τον καλέσει η Bjork για συνεργασία (που παρεμπίπτοντος η Ισλανδή εξαφανίζετε δίπλα στην επιβλητική περσόνα του Omar, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε εδώ), να προκαλείτε σούσουρο γύρω από τις εμφανίσεις του, μα η αλήθεια είναι πως με τίποτα δεν θα ήθελα να τον δω σε κάποιο όμορφα φτιαγμένο, καινούργιο και μονδέρνο συναυλιάδικο. Θα προτιμούσα να βάλω το κεφάλι μου στη λαιμητόμο και να παντρευτώ, μόνο και μόνο για να καλέσω τον κ.κ.Omar να μου ορμηνεύσει κατιτίς από τη δισκογραφία του, σε ένα αυθεντικό και άξεστο γλέντι γάμου, με όλη την δολοφονία αισθητικής που αυτός περιλαμβάνει. Εξάλλου δεν βρίσκω και κανένα άλλο σοβαρό λόγο για να παντρευτεί κάποιος σήμερα.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

CAUSA SUI - "PEWT'R SESSIONS 2 (EL PARAISO)" (2011)

Ψυχεδέλειας η συνέχεια… Το πρώτο μέρος από αυτά τα θανατηφόρα sessions δεν το πήρα καν χαμπάρι – κυκλοφόρησε νωρίτερα μέσα στη χρονιά και χάθηκε, μάλλον, μέσα στον αμέτρητο πλήθος των δίσκων που βγαίνουν κάθε μήνα. Ευτυχώς, έπεσα πάνω στη δεύτερη κυκλοφορία και έγινα καλά. Και, μέσα στη παραζάλη της ρυθμικής κιθαριστικής καταιγίδας, όλα τα σχόλια μου φαίνονται εντελώς περιττά. Γιατί να μπω στη διαδικασία, άραγε, να χαρακτηρίσω αυτό το πράμα σαν kraut; Σαν βαριά κιθαριστική ψυχεδέλεια; Σαν τζαμάρισμα βγαλμένο από κάποια μαστουρωμένη μπάντα, πίσω στα 70’s; Ότι ταμπέλα κι αν του βάλω, η ίδια η μουσική, που ξεχειλίζει από τα τρία ατελείωτα κομμάτια αυτού του δίσκου, θα την τινάξει μακριά δίχως δεύτερη σκέψη σα ‘ναι κάποιο ενοχλητικό ερπετό. Διότι η συνεργασία του κ. Ron Schneiderman (από τους Sunburned Hand of the Man) με τους Δανούς Causa Sui (που αποτελούνται από τους Jakob Skøtt, Jonas Munk, Rasmus Rasmussen and Jess Kahr), αυτά τα sessions που ηχογράφησαν όλοι μαζί όταν ο κ. Ron επισκέφτηκε την Κοπεγχάγη το 2009, είναι, τουλάχιστον, απογειωτικά. Οι παραμορφώσεις και τα πετάλια κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους πάνω στα ατελείωτα σόλο, τα drums δε σταματάνε να ορμούν με ξεσηκωτική ενέργεια, οι γραμμές πάνω στις οποίες κινείτε το μπάσο σε κολλάνε στο τοίχο, η ψυχεδέλεια δοκιμάζει εντόνως τα όρια της free-rock, οι διαστρωματώσεις είναι συνεχείς και καταιγιστικές, ο θόρυβος ακονίζει τα μαχαίρια του σε μία ασταμάτητη ανηφορική πορεία. Ναι, ναι, ξέρω. Πολλοί θα πείτε: “σιγά ρε μάστορα, τα έχουμε ξανακούσει αυτά”. Εννοείτε. Η μουσική που υπάρχει σε αυτά τα sessions, κάτι ανάμεσα σε Can και Hawkind, κάτι παραπλήσιο με τους Guru Guru και τους Ash Ra Tempel, είναι παλιομοδίτικη, έχει παιχτεί καλύτερα κατά το παρελθόν, μοιάζει κάπως ανεπίκαιρη. Ε, και; Άμα είναι καλός ο μπακλαβάς, δεν χρειάζονται δεύτερες σκέψεις. Και αυτό το τεμάχιο, όχι μόνο είναι γωνιακό, αλλά στάζει από παντού μέλι. Ελπίζω μόνο να υπάρχουν σε κάποια αποθήκη, καλά φυλαγμένα από τη σκόνη, την υγρασία και τον ήλιο, και αλλά ηχογραφημένα sessions από εκείνες τις τρεις εβδομάδες. Έχω την υποψία ότι όλα θα είναι, απλά, τέλεια.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Sølyst -" Sølyst" (2011)

Πολλοί από εσάς πιθανότατα θα έχουν πετύχει κάπου το όνομα Kreidler, ένα γερμανικό kraut συγκρότημα, με πορεία περίπου δεκαπέντε ετών. Ο ντραμερ της μπάντας, ο κύριος Thomas Klein, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη και μόνος του και για ένα χρόνο δούλευε τα 11 κομμάτια που περιέχονται στο δισκό Solyst, κομμάτια σχετικά μικρής διάρκειας που ο ίδιος τα χαρακτηρίζει σαν Tribal Dub Krautrock. Η μουσική είναι αρκετά στατική και μηχανική, οι ρυθμοί έντονοι και επιθετικοί, τα λιγοστά πλήκτρα ακούγονται επιτηδευμένα παλιομοδίτικα. Με λίγα λόγια στον ήχο αυτής της κυκλοφορίας έχουν φωλιάσει όλες οι παλιές και κλασσικές αξίες της kraut. Γιατί όμως Tribal και Dub;
Πάνω σε αυτές τις αξίες και με τη μεθοδικότητα ενός γερμανού (στερεότυπο, το ξέρω, αλλά για ένα περίεργο λόγο δεν μπορώ να το αποφύγω στη συγκεκριμένη περίπτωση), ο Klein δομεί ένα άκρως ενδιαφέρον μουσικό ιδίωμα, με επίμονες λούπες, με αφρικάνικους ρυθμούς και κρουστά, με ατμοσφαιρικά dub εφέ, με τον μινιμαλισμό της επιτακτικής επανάληψης και το μαξιμαλισμό των πολλών διαστρωματώσεων από διαφορετικά κρουστά και από διαφορετικούς ρυθμούς, που προσδίδει αρκετό όγκο στο τελικό αποτέλεσμα. Αποτέλεσμα το οποίο είναι σαφώς αρκετά tribal - με όλα τα μοτίβα που αραδιάζει ο Klein, το ένα πάνω στο άλλο με προσεκτική φροντίδα - και επίσης είναι αρκετά dub, με το θολό και σκοτεινό περιβάλλον που κτίζεται νωχελικά γύρω από τη ρυθμικότητα. Ακούγοντας για πρώτη φορά το Solyst, στο μυαλό μου το κατέταξα κάπου δίπλα στο Cut Hands, το project του W.Bennett και το afro-noise. Όπως εκεί ο Bennett με ένα μοναδικό τρόπο κατορθώνει να συνδυάζει το afrobeat με το μονολιθικό noise, έτσι και εδώ ο Klein επιτυγχάνει να μπολιάσει την ποικιλομορφία των αφρικάνικων ρυθμών και την ατμόσφαιρα του dub στο εκστατικά μονότονο kraut. Τελικά, πρόκειται για ένα δίσκο που είναι, χονδρικά, ένα είδος από μόνος του, πολύ κοντά φυσικά σε όλη τη γκάμα των Jaki Liebezeit, Neu!, Kraftwewrk. Αυτό που σου μένει ακούγοντας το Solyst είναι πως μπορεί να είναι εξωτικός και ταυτόχρονα παγωμένα βορειοευρωπαϊκός, ψυχεδελικός και παράλληλα χορευτικός, σκοτεινός, μα με φωτεινές γωνίες.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011

FOVEA HEX - "HERE IS WHERE WE USED TO SING" (2011)

Είχα μεγάλη προσμονή για αυτόν το δίσκο. Σχεδόν το ονειρεύτηκα ένα βράδυ περιμένοντας να έρθει το πακετάκι της Janet records από την συμπαθή Ιρλανδία. Βλέπετε η η τριλογία “Neither Speak or Remain Silent”, με την οποία επανήλθε ανέλπιστα στην δισκογραφία η Clodagh Simonds το 2005, αποτέλεσε ένα ιδιαίτερο, μοναδικό θα έλεγα, μουσικό μείγμα κέλτικης τραγουδοποιίας και ανοικτών drone ηχοτοπίων . ‘Ετσι, το παρελθόν της Simonds στα 70ς με την συμπαθητική girlie folk rock μπάντα Μellow Candle, πέρασε και σε δεύτερη μοίρα, μπροστά στη μουσική που ΤΩΡΑ μπορεί να δημιουργήσει. Και είναι ίδιον μεγάλων καλλιτεχνών, όπως είναι ο Robert Wyatt ή ο Scott Walker, να μπορείς στα 58 πλέον να κάνεις τόσο ζωντανή και σύγχρονη μουσική, όταν ένα τέτοιο βαρύ βιογραφικό για άλλους θα ήταν βαρίδι. Πράγματι, ο νέος δίσκος της ταλαντούχας Ιρλανδής έχει όλη την διαχρονική μαγεία για να σταθεί δίπλα στο “Comicopera” και στο “Drift” ή στο “ Murder Ballads” του Martyn Bates και σίγουρα έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος από το “Lookaftering” της συνομήλικης της Vashti Bunyan. Σε σχέση με την τριλογία, το “Here is Where We Used to Sing” δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη δημιουργία στρογγυλών, ολοκληρωμένων τραγουδιών, με τους στίχους να καθοδηγούν τις συνθέσεις και το πιάνο να υφαίνει εύθραυστες αλλά καλοσχηματισμένες μελωδίες. Η ενορχήστρωση παραμένει αποστομωτική, με τα διακριτικά και αλλά καίρια treatments του μόνου σταθερού μέλους των Fovea Hex πέραν της Simonds, Michael Begg, να τοποθετούνται μ ε τέτοιο επιστημονικό τρόπο ώστε να επιβραβεύουν τις επιλαμβανόμενες ακροάσεις με κρυφά διαμαντάκια στις κλειστές γωνίες των συνθέσεων. Φυσικά, σε όλα τα κομμάτια συμμετέχουν φίλοι και γνωστοί της Simonds προσδίνοντας τον ιδιαίτερο τόνο σε καθένα από αυτά. Έτσι, στο “Play Another” το τσέλο της Kate Ellis ρίχνει την βαριά σκιά του στα ευκίνητα electronics του Begg, στο “Falling Things” τα νεανικά φωνητικά της must-check-out πιτσιρίκας Laura Sheeran δένουν αρμονικότατα με τα κρυστάλλινα δεύτερα της Simonds, ενώ ο Brian Eno με τα έναστρα πλήκτρα του φωτίζει πανέμορφα το “Every Evening” και πετάει, ταυτόχρονα, την ρετσινιά του άχρηστου μαϊντανού. Και πάλι, όμως, είναι τα αιθέρια, εξωκοσμα φωνητικά της Simonds που καθορίζουν τους Fovea Hex.O τρόπος που ξεγλιστρούν μέσα από το ονειρώδες μουσικό πέπλο και έρχονται στο προσκήνιο για να εκφέρουν αυτούς τους ποιητικούς υπερρεαλιστικούς στίχους είναι το μεγάλο ατού της Simonds. Nομίζεις, ότι κυριολεκτικά είναι ένα με την μουσική και εκεί που έχεις υπνωτιστεί με από το υπνοφόρο σύνολο, έρχονται υπογείως στις κορυφώσεις των κομματιών να σε ανεβάσουν στα ουράνια. Μαγεία… Μια drone folk ελεγεία που, σε αντίθεση, με πολλούς εκσυγχρονιστές του είδους δε φοβάται να στηριχθεί σε αληθινά τραγούδια με καλοφτιαγμένους στίχους. Γι αυτούς που ορέγονται τα πιο φευγάτα, πειραματικά ηχοτόπια της τριλογίας υπάρχει το bonus CD με τρία μεγάλης διάρκειας remix από τους Begg, Potter, Basinski και που είναι όσο φευγάτα φαντάζεστε. Εγώ θα επιμείνω να φλέγομαι από την δύναμη των στίχων του κανονικού CD. Και έτσι επειδή αξίζει να το δείτε τυπωμένο, ιδού οι στίχοι του κορυφαίου των κορυφαίων κομματιών του άλμπουμ “A Hymn To Sulphur” : YOU ARE A ROAR / YOU ARE THE SURGE OF SIRENS AT THE DOOR / YOU ARE THE RADIANT HEAT BEHIND THE HEART BEAT / YOU ARE THE CALL TO WAR / YOUR FACE IS AFLAME / I GAZE AND I GAZE AGAIN – FIRE IN MY VEINS ABLAZE AGAIN / SOMETIMES I WISH, I WISH I WAS BORN OF SEA / SO I COULD DIVE AND SWIM AND GLEAM AND SHIMMER WAVE AFTER WAVE / OH BUT I WAS BORN RED GOLD TO THIW GLAZE OF FLAME – WE BURN AND WE BURN ALL DAY… / EVEN AS I BLAZE I WILL SING YU LOVE SONGS AND PRAISE / FOR WHEN I CALL FOR SOMEBODY, SOMEBODY BRINGS ME MY CUP OF JOY

((E A R)) ((E Y E))

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

PETER EVANS QUINTET - "GHOSTS" (2011)

Στο μυαλό μου δεν χωρά, πλέον, αμφιβολία : ο Peter Evans είναι η νέα μεγάλη δύναμη στο χώρο της free jazz . Είτε με το εκπληκτικό περσινό “nature/culture” σόλο διπλό CD, είτε εδώ με την συνέχεια του oχι τόσο τυπικού jazz κουιντέτου που διευθύνει, ο Evans προσφέρει αδιαλείπτως εκστατικούς ακουστικούς οργασμούς που ερεθίζουν ,κυρίως, τον μετωπιαίο λοβό του εγκεφάλου περιπαίζοντας με τις ανώτερες πνευματικές λειτουργίες του ακροατή. Κι αυτό, γιατί, η πολύπλοκη, πυκνογραμμένη, λαβυρινθώδης μουσική του “Ghosts” μόνο ως ένα ιντριγκαδόρικο νοητικό παίγνιο μπορείς να την εκλάβεις, ώστε να μην ζαλιστείς από τις ιλιγγιώδη ταχύτητα μουσικής σκέψης του Evans. Πέρα από τον εν λόγω συνθέτη / μέγα μάστορα της τρομπέτας, το κουιντέτο αποτελείται από τους Carlos Homs (πιάνο), Jim Black (κρουστά), Tom Blancarte (μπάσο) που συμμετείχαν στο επίσης καταιγιστικό περσινό “Live In Lisbon”. Το νέο μέλος είναι ο Sam Pluta στην ζωντανή ηλεκτρονική επεξεργασία μέσω laptop. Η φιλοδοξία τους είναι να στήσουν μια ενδελεχή “συζήτηση” μεταξύ και του παρωχημένου hard-bop και της 50s -60s κλασικίζουσας modal jazz με τη σύγχρονο , απαγκιστρωμένο από την παράδοση, Ευρωπαϊκό αυτοσχεδιασμό. Τα τέσσερα ακουστικά όργανα υφαίνουν για μερικά δευτερόλεπτα συνήθως post-jazz ρευστές μικροδομές που έχουν ως αφετηρία την jazz παράδοση, για την ανατρέψουν αμέσως μετά με την αντιπαράθεση πιο άτονων ηχητικών συμπλεγμάτων. Ο ρόλος του Pluta είναι να μαζεύει τις σκόρπιες νότες του εξαπολύουν οι υπόλοιποι, να τις παραμορφώνει λιγάκι και να τις διοχετεύει ως ηχώ –φάντασμα στην τελική μίξη. Έτσι, δημιουργείτε ένα ακόμη υψηλότερο επίπεδο πολυπλοκότητας, με την μουσική τελικά να απειλείται καταρρεύσει από το όλο αυτόν τον όγκο της πληροφορίας. Τελικά, όμως, ο ιδιοφυής Evans με τις καίριες παρεμβάσεις της πολυφωνικής τρομπέτα του ωθεί και τους υπολοίπους να συγκεντρωθούν στην επόμενη ηχητική κορύφωση. Αυτό το συναντάς συχνά στο άλμπουμ, αλλά καταφαίνεται απόλυτα στον κλιμακωτό, μαξιμαλιστικό καταιγισμό με τίτλο "323” – την κορυφαία free jazz στιγμή της χρονιάς κατ’ εμέ. Από την άλλη, δεν λείπουν και οι χαλαρές στιγμές στα καθάριας ομορφιάς jazz standards “Ghosts” και “Stardust”. Και εκεί ο Evans δεν πατά σθεναρά στην βασική μελωδία. Παρεμβάλει νότες, τραβάει άλλες κι ο Pluta τις λειαίνει ακόμα περισσότερο, προσδίνοντας μια φουτουριστική διάσταση ακόμη και σε μια από τις πλέον αρτηριοσκληρωτικές μουσικές δομές. Νομίζω, τελικά, ότι ο Peter Evans είναι ο άνθρωπος που η jazz χρειάζεται για να πετάξει πέρα στον 21ο αιώνα

((E A R)) ((E Y E))