Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ignatz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ignatz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

IGNATZ & DE STERVENDE HONDEN - "TEENAGE BOYS" (2014)

Ένας από τους καλύτερους κιθαρίστες των τελευταίων χρόνων – και καλύτερος όχι γιατί έχει μια τρομερή και φοβερή τεχνική, όσο γιατί έχει καταφέρει να δημιουργήσει τον δικό του, εντελώς δικό του, ήχο – αφήνει τις solo ηχογραφήσεις και με την συνοδεία των De Stervende Honden (τι σημαίνει τούτο ιδέα δεν έχω – τα φλαμανδικά μου είναι τόσο καλά όσο τα οικονομικά του κράτους) δημιουργεί έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς.
Η αλήθεια είναι ότι ο Ignatz είχε αρχίσει να επαναλαμβάνεται. Ναι, σαφώς και το ιδιότυπο ύφος του ήταν και είναι ξεχωριστό – η ξεκούρδιστη κιθάρα, τα παράφωνα ακόρντα, οι ασυγχρόνιστες μελωδίες· ότι τέλος πάντων θεωρείτε γενικά λάθος στα χέρια του γίνεται, μαγικά σχεδόν, σωστό – και, ναι, οι πρώτοι δίσκοι του, ιδίως τα “ΙΙ”,“ΙΙΙ” και γενικά μέχρι το “I Hate This City” είναι κοντολογίς αριστουργήματα, μα από τότε περίπου και μετά άρχισε να κοπιάρει τον εαυτό του, ο ήχος του κατάντησε κάτι σαν μανιέρα, φαινόταν ότι χρειαζόταν κάτι να του δώσει μία καινούργια ώθηση και αυτό βρέθηκε τελικά στους De Stervende Honden. Μαζί με αυτούς λοιπόν χτίζει με έναν απολαυστικά υπέροχο τρόπο 5 μεγάλης διάρκειας ψυχεδελικά κομμάτια. Και πρέπει να ομολογήσω ότι δεν φανταζόμουνα ποτέ τον Ignatz να παίζει σε μπάντα, την κιθάρα του να πλαισιώνεται με κάτι περισσότερο από τις βραχνές παραμορφώσεις πάνω στις δύστροπες συγχορδίες – ο ηχητικός κόσμος που έπλαθε έμοιαζε πάντα να είναι μοναχικός. Κι όμως, τελικά, όχι.
Εντάξει· οι μελωδίες θυμίζουν πολύ Velvet Underground ή/και Nico, εντάξει· η παραγωγή παραπέμπει υπερβολικά στην δεκαετία του ’60, και εντάξει· μερικές φόρες είναι ενοχλητικό που δεν μπορείς να καταλάβεις τι ακριβώς ψελλίζει στους στίχους, μα με τίτλο Teenage Boys, τι άλλο περιμένετε δηλαδή; Και, άλλωστε, τι σημασία έχουν αυτά, όταν τα κομμάτια καταφέρνουν να κάνουν την δουλειά τους μαγνητίζοντας στον έντονο, ρυθμικό, ζωντανό και περίπου εκρηκτικό ήχο τους; Εξάλλου τα solo του Ignatz είναι το κάτι άλλο, θα τολμούσα να πω ότι θυμίζουν κάτι από Neil Young – όχι τόσο στην χροιά, όσο στο πόσο εύκολα γλιστράνε μέσα στη μελώδια – όπως, επίσης, και τα μελωδικά περάσματα είναι το κάτι άλλο· μετά από δύο-τρεις ακροάσεις σου καρφώνονται με άνεση στο μυαλό.
 Ή, για να το πω αλλιώς, στην κλασσική σύνθεση μπάσο-κιθάρα-drums δεν νομίζω να ακούσω τίποτα καλύτερο μέσα στον επόμενο χρόνο.


((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

IGNATZ - "CAN I GO HOME NOW?" (2013)

Ο Bram Devens ή αλλιώς Ignatz, ακολουθεί μια πορεία ανάποδη των συνηθισμένων. Η μουσική του έχει σαν βασικό συστατικό τα μπλουζ, ιδίως τα παλιά μπλουζ και ας πούμε και τα πρώιμα φολκ, αυτά που περιέσωσε ο Alan Lomax, αυτά που βρίσκονται σε διάφορες συλλογές σήμερα, μετεγγραμμένα από δισκάκια όπου η βελόνα έχει γρατσουνίσει βαθιά το βινύλιο. Και ξεκινώντας σήμερα με βάση τα μπλουζ, δύσκολα μπορείς να βρεις κάποιο προσωπικό ήχο, κάτι που να μην ακούγεται χιλιοπαιγμένο ή παλιομοδίτικο ή απλή αντιγραφή. Συνήθως λοιπόν οι μουσικοί ξεκινούν δειλά από κάτι αρκετά δομημένο, ένα διαφορετικό σημείο εκεί, μια προσθήκη παραπέρα, λίγο αφαίρεση στην πορεία – αν είναι τυχεροί, κάποιοι από αυτούς καταλήγουν να έχουν ένα δικό τους ύφος μερικούς δίσκους και μερικά χρόνια αργότερα. Όχι όμως ο Ignatz.
Τα τρία πρώτα του album, με τίτλους απλώς την λατινική αρίθμηση, ξεκίνησαν από το τέλος. Είχε δηλαδή ήδη πραγματοποιηθεί η μέγιστη αφαίρεση και μέσα από την βρωμιά της ηχογράφησης, τα ξεκούρδιστα ακόρντα, τα μουρμουρητά, τους αλλόκοτους θορύβους είχε ήδη φτάσει στο δικό του προσωπικό ήχο, κοντά στα μπλουζ, στο φολκ, αλλά όχι το ίδιο. Από εκείνη την τριλογία και έπειτα ο Ignatz αρχίζει να γυρνάει προς τα πίσω. Στον επόμενο δίσκο (I Hate This City), τα κομμάτια του αρχίζουν σιγά-σιγά να γίνονται πιο δομημένα, πιο «σφιχτά» στον ήχο, πιο προσηλωμένα στον ρυθμό, το ψιθύρισμα στο βάθος είχε αρχίσει να μοιάζει με ανθρώπινη φωνή, το εξώφυλλο δείχνει κάτι συγκεκριμένο και σε αυτόν εδώ, οι μελωδίες είναι ακόμη πιο ευδιάκριτες, οι χορδές έχουν σχεδόν κουρδιστεί, οι πολλοί θόρυβοι και τα φαινομενικά άσχετα μελωδικά θέματα έχουν εκλείψει, η κιθάρα αρχίζει να φέρνει κάτι από Velvet Underground στα λίγα σημεία που ξεφεύγει από το τυπικό ρυθμικό παίξιμο των μελωδιών.
Ίσως ο ίδιος ο Ignatz να είχε καταλάβει πως αν ακολουθούσε το δρόμο των τριών πρώτων δίσκων θα κατέληγε απλά και μόνο στο αναμάσημα μιας μανιέρας ή στην πλήρη αφαίρεση, να ακούγεται μια νότα το δεκάλεπτο, και γι’ αυτό άρχισε να επιστρέφει σε πιο κανονικές φόρμες, ίσως απλώς αυτός να είναι ο τρόπος προσέγγισης του ή τέλος πάντων, αυτό του προέκυψε. Η ουσία είναι πως καταφέρνει να διατηρεί αυτή την προσωπική χροιά, αν ακούσεις οποιοδήποτε κομμάτι τυχαία δεν τον μπερδεύεις με κανέναν άλλο, όπως επίσης διατηρεί την υψηλή ποιότητα στα κομμάτια του, την ίδια δόση ψυχεδέλειας, την ικανότητα να μαγεύει. Για να μην πω για τον τίτλο του δίσκου - απλά τέλειος.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

IGNATZ - "SELECTED SONGS FROM CASSETTES 2005-2009" (2010)

Υπάρχει άραγε το Βέλγιο; Ή αποτελεί τη μεγαλύτερη φάρσα στη σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης; Διότι δυσκολεύομαι να βρω κάποιον Βέλγο. Πως υφίσταται το Βέλγιο, δίχως να υφίστανται Βέλγοι; Όποιον και να ρωτήσεις εντός των «συνόρων» της μυστήριας αυτής περιοχής, με την πολύ ομίχλη, τους υπερβολικά φωτισμένους αυτοκινητόδρομους, τα κόμικς, τις υπέροχες μπύρες και τα πολλά κρούσματα παιδεραστίας, θα σου πει ότι είναι ή Βαλόνος ή Φλαμανδός. Που είναι λοιπόν, οι Βέλγοι που θα συνθέσουν το κράτος του Βελγίου;
Αμπελοφιλοσοφίες εμπνευσμένες από το εξώφυλλο αυτής της συλλογής με κομμάτια του Ignatz που είχαν κυκλοφορήσει σε διάφορες κασέτες, όπως διατείνεται και ο τίτλος της κυκλοφορίας από την Kraak. Σε μία έπαρση λοιπόν ματαιοδοξίας, εσωστρέφειας και μεγαλομανίας, το σκίτσο που παραπέμπει σε σκονισμένους παλιούς χάρτες, μας δείχνει ένα Βέλγιο που δεν σταματάει πουθενά, ή περίπου πουθενά. Εκτείνεται από τη μέση ανατολή και τη μεσόγειο, στη βόρεια θάλασσα και χαιρετάει περήφανα μέχρι και την παγωμένη Ρωσία. Υψηλό χιούμορ θα μου πείτε και ένα πραγματικά ωραίο εξώφυλλο, θα συμπληρώσετε και θα έχετε δίκιο. Μουσικά τώρα, αυτή η συλλογή ξεκινάει πολύ επιθετικά, με ένα δυνατό σύγχρονο μπλουζ, χαρακτηριστικό του μοναδικού ήχου του Ignatz (The Last Night) και σε προϊδεάζει για ένα πολύ καλό δίσκο. Όντως, τα 8 κομμάτια που υπάρχουν σε αυτή τη συλλογή είναι το ένα καλύτερο από το άλλο και απλώνονται σε πολλά μουσικά είδη, όπως και τα σύνορα του Βελγίου απλώνονται στο χάρτη του εξωφύλλου. Από τα δυνατά μπλουζ, μέχρι κάποια φολκ όρια, από πιο ήρεμες και μελωδικές μπαλάντες, μέχρι θορυβώδη νεφελώματα, το Selected Songs, έχει μαζέψει τις καλύτερες εκφάνσεις της μουσικής του Ignatz, τόσο ιδιαίτερης και δύστροπης που ή την λατρεύεις ή τη μισείς. Φυσικά, το μοναδικό πρόβλημα με τέτοιου είδους κυκλοφορίες είναι ότι δύσκολα μπορεί να βρει κανείς συνοχή – πρόκειται για διάσπαρτα κομμάτια τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο και όχι μια συνολική ηχητική ενότητα, όπως είναι όλα τα album του περίεργου αυτού μουσικού. Ο Bram Devens, όπως είναι το πραγματικό όνομα του Ignatz, χρησιμοποιεί σαν όχημα την ηλεκτρική του κιθάρα, μερικά πεταλάκια και κάποια σκόρπια πλήκτρα. Με αυτά τα απλά εργαλεία χτίζει σταδιακά, με δομικά στοιχεία τις λούπες, τα ψιθυριστά φωνητικά και τα πολλά επίπεδα στις μελωδίες, κάποια από τα πιο σκοτεινά και σχιζοειδή μπλουζ που θα συναντήσετε στις μέρες μας, αναθεωρώντας και ανανεώνοντας ολόκληρο το είδος. Τα ηχοτόπια που δημιουργεί είναι θολά και επιθετικά, σκοτεινά και δυστοπικά – ή με άλλα λόγια απλά υπέροχα.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

IGNATZ - "I HATE THIS CITY" (2011)

Η μουσική του Βέλγου Bram Devens, που κυκλοφορεί με το ψευδώνυμο Ignatz, είναι ιδιότυπη, δύσκολη στη περιγραφή και πολύ συγκεκριμένη. Βασισμένη κυρίως πάνω στην ηλεκτρική του κιθάρα, συνήθως με το θολό και βρώμικο ήχο μιας “μέτριας” ηχογράφησης, χτίζει δυστοπικά μπλουζ πλημμυρισμένα σε μια σκοτεινή και απόκοσμη ατμόσφαιρα, λίγο φάλτσα και λίγο άρρυθμα. Στο περσινό του album από την άλλη, το Mort Aux Vaches, δοκίμασε μια ακόμη πιο πειραματική προσέγγιση, μια πιο επιθετική, τραχιά και, κυρίως, θορυβώδη πλευρά της μουσικής του και η αλήθεια είναι ότι είχε καταφέρει να βγάλει έναν εξαίσιο δίσκο. Με την μεσολάβηση μιας συλλογής κομματιών από παλιές κασέτες που είχε ηχογραφήσει ο Ignatz από το 2005 έως το 2009, επιστρέφει – μέσω της Conspiracy και όχι της (K-RAA-K)3 – με τον καινούργιο του δίσκο. Είχα ακούσει ένα μικρό απόσπασμα από τα κομμάτια που υπάρχουν στο I Hate This City (από τους πιο πετυχημένους τίτλους που παίζουν στην πιάτσα τελευταία) και είχα μείνει με τις καλύτερες των εντυπώσεων. Με ιδιαίτερο λοιπόν ενδιαφέρον ξεκοκάλισα όλο το δίσκο, που παρεμπιπτόντως κυκλοφορεί σε μόλις 500 κόπιες, και έμεινα με την αίσθηση να θέλω να τον ακούσω ξανά και ξανά. Ο Ignatz επιστρέφει στις ρίζες του ήχου του, την αδόκιμη μεταφορά στην ηλεκτρική κιθάρα του feeling των παλιών μπλουζ, με τις κλίμακες του συγκεκριμένου είδους και με μια ροπή προς το folk και το drone – χαοτικά και σκοτεινά ηχοτόπια που ποτέ δεν οδηγούν πουθενά. Ο ήχος σε αυτή τη κυκλοφορία είναι πολύ πιο καθαρός και γυαλισμένος, ευτυχώς δίχως να χάνει καθόλου την ατμόσφαιρα της μουσικής του μοναχικού Βέλγου, η φωνή του, ασθμαίνουσα και ψιθυριστή, συμμετέχει πιο ενεργά στο χτίσιμο των κομματιών, οι όποιες μελωδίες και η όποια δομή φαίνεται να έχουν δουλευτεί περισσότερο από τα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ αντίστοιχα – τις πρώτες κυκλοφορίες του σύγχρονου αυτού μπλουζίστα. Με δυο λόγια λοιπόν, το I Hate This City, με κορυφαίες στιγμές τα When The Fall Is All That Is Left και Back In The Seat που πραγματικά μπορούν να στοιχειώσουν πολλά βράδια από τη ζωή σου, είναι ένα αρκετά καλό album και ίσως, αν όχι ο καλύτερος, σίγουρα ο πιο ώριμος, ο πιο μεστός και ο συμπαγής και δουλεμένος δίσκος που έχει κυκλοφορήσει μέχρι στιγμής ο Ignatz – το σημείο που ο μουσικός του πλανήτης, αυθεντικός και μοναδικός, φτάνει σε ένα πλήρως ολοκληρωμένο σημείο, διατηρώντας παρ’ όλα αυτά την αίσθηση του πρόχειρου, του ατελέσφορου στη σύνθεση, των σκόρπιων ιδεών, του άμεσου και προσωπικού ήχου. Μόνη μικρή και προσωπική παρατήρηση είναι πως αυτό είναι μάλλον το τελευταίο πόνημα που μπορεί να κυκλοφορήσει ο Ignatz με με αυτό τον ήχο χωρίς να χαρακτηριστεί σαν επανάληψη, σα μία μανιέρα που δεν έχει πια κανέναν πειραματισμό.

((E A R))
((E Y E))