Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

BILL ORCUTT & CHRIS CORSANO - "THE RAW AND THE COOKED" (2013)

Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο δεν υπάρχει σε αυτή την ηχογράφηση, απ’ ότι μπορεί να εύκολα να φανταστεί ο καθένας, βλέποντας τα ονόματα που συμμετέχουν σε αυτόν τον περίπου αυτοσχεδιασμό. Με μία λέξη: δαιμονισμένος. Ακούγοντας την πρώτη πλευρά δύσκολα συμπεραίνεις ότι όλος αυτός ο θόρυβος προέρχεται απλά και μόνο από μια κιθάρα και ένα σετ drums. Και οι δύο μάγοι-μουσικοί βάζουν σκοπό να σε ξεκουφάνουν και, δίχως να πάρουν ανάσα, ο ένας σε βομβαρδίζει με ένα ασταμάτητο ρυθμικό-άρρυθμο όγκο στα drums και ο άλλος – ως συνήθως – ακούγεται σαν να έχει βγάλει καμιά ντουζίνα δάκτυλα παραπάνω που κοπανάνε με βία χορδές και συγχορδίες. Στα χέρια του Bill Orcutt ο όρος physical για το παίξιμο ενός οργάνου αποκτάει μια άλλη έννοια.
Και ενώ την περισσότερη ώρα ακούς απλά δύο τύπους να γυροφέρνουν την θορυβώδη παράνοια με έναν τρόπο που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, εκεί, κάπου στο τέλος της πρώτης πλευράς, που ξαφνικά συντονίζονται, ο Orcutt με ένα κυκλικό θέμα που μοιάζει με drone (ανάθεμα κι αν καταλαβαίνω πως ακριβώς το καταφέρνει και τι ακριβώς κάνει) και ο Corsano με ατελείωτο γύρισμα που πηγαίνει εναλλάξ από τα τύμπανα στα πιατίνια, ο δαιμονισμένος ήχος αγγίζει την μαγεία.
Μετά τα πράγματα γίνονται πιο ήρεμα και απλά. Στην δεύτερη πλευρά το πράμα κυλάει πάνω σε μια αργόσυρτη ψυχεδέλεια με μόνο κάποια ξεσπάσματα να θυμίζουν την πρώτη πλευρά. Στην αρχή ξενίζει λίγο αυτή η αλλαγή, αλλά μετά από λίγο, όταν κατακάθεται η βαβούρα στο πίσω μέρος των αυτιών, αυτή η πιο εγκεφαλική προσέγγιση του duo μοιάζει εξίσου άψογη. Ο Orcutt σέρνεται πάνω στις χορδές, δίχως να χάνει την punk χροιά στο παίξιμο του (πως θα μπορούσε άλλωστε!) και ο Corsano αναλαμβάνει ρόλο μπροστάρη, με το γνωστό του κουσούρι να βαράει ένα κάρο πράγματα που υπό οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες θα ακουγόταν σαν την φασαρία ενός αυτιστικού παιδιού που βρέθηκε τυχαία μέσα στο κάδο απορριμμάτων, μα στα χέρια του δεν ακούγεται καθόλου έτσι, ίσα-ίσα ακούγεται σαν μια πελώρια χιονοστιβάδα θορύβων που σκαλίζουν ευχάριστα τα εγκεφαλικά σου κύτταρα.
Η αλήθεια είναι πως θα μπορούσα να μην είχα γράψει τίποτα από τα παραπάνω. Απλά και μόνο Corsano και Orcutt. Αρκεί.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

SIGHTINGS - "TERRIBLY WELL" (2013)

Παλιοσειρές, πλέον, οι Sightings, έχουν ξεχωρίσει από διάφορες noise μπάντες εδώ και καιρό, μιας και καταφέρνουν να φτιάχνουν ένα παντελώς δικό τους μουσικό σύμπαν. Ένα σύμπαν που έχει περάσει από πολλά μορφώματα: από την λασπουριά των πρώτων album, μέχρι το σχεδόν no-wave των τελευταίων, διατηρώντας πάντα την αλλόκοτη στάμπα ενός μεταμοντέρνου θορύβου.
Στο νέο τους δίσκο το τρίο από τη Νέα Υόρκη κάνει μερικά βήματα πίσω και ταυτόχρονα αρκετά βήματα μπροστά: επιστρέφει κατά κάποιο τρόπο, στα πιο χαοτικά noise περάσματα των πρώτων ηχογραφήσεων του, με κομμάτια που πραγματικά βαλτώνουν σε κιθαριστικά distortion δίχως ίχνος μελωδίας, με την παρεμβολή επιθετικών και ασύνδετων θορύβων, που όλα διατηρούνται σε συνοχή χάριν στους τρομερά έντονους και ζωντανούς ρυθμούς του ντράμερ Jon Lockie. Ο ήχος επίσης των κομματιών δεν είναι τόσο γυαλισμένος και προσεγμένος όσο ήταν στα τελευταία τους album – η «βρωμιά» υπάρχει παντού και είναι, φυσικά, καλοδεχούμενη. Ταυτόχρονα όμως οι Sightings επιδεικνύουν σε αυτό το δίσκο μια ωριμότητα που δεν είχαν δείξει πριν. Τα θορυβώδη περάσματα δεν πλατειάζουν καθόλου, το ενδιαφέρον δεν μειώνετε σε κανένα σημείο των συνθέσεων, η μίξη των ειδών – κάπου ανάμεσα στο industrial, το no-wave και το post-punk – γίνεται με μαεστρικό τρόπο, το ανακάτεμα των κομματιών, των πιο σφιχτών και δομημένων (με την απαραίτητη ροκ χροιά) με τα πιο ελεύθερα που ηχούν σχεδόν αυτοσχεδιαστικά (στα όρια να θυμίζουν κάτι από Dead C) είναι προσεκτικά διαλεγμένο, τόσο που δεν καταλαβαίνεις για πότε περνάνε τα τρία, περίπου, τέταρτα που διαρκεί το Terribly Well – απόλυτα ταιριαστός, παρεμπιπτόντως, τίτλος, για ένα γοητευτικά αποκρουστικό διαμαντάκι.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

MICAH BLUE SMALDONE - "THE RING OF THE RISE" (2013)

Αυτό είναι το πρώτο album του κ. Micah Blue Smaldone, την τελευταία πενταετία. Το προηγούμενο του (The Red River) δεν με είχε ενθουσιάσει, ενώ αντίθετα, μου άρεσαν αρκετά η συμμετοχή του με την διασκευή “Mortissa“ στη συλλογή “Open Strings“ της Honest Jones πριν από μερικά χρόνια, όπως και τα κομμάτια του στο περσινό split δωδεκάιντσο με τους Big Blood.
Στα περισσότερα κομμάτια του “The Ring Οf The Rise” ο Αμερικανός κιθαρίστας συνοδεύεται από κανονική μπάντα, κάτι που δίνει ένα πλούσιο ήχο στις παλιομοδίτικες συνθέσεις. Θα μπορούσα να αναφέρω ένα κάρο επιρροές, κάποιες σαν τον Neil Young ιδιαιτέρως πρόδηλες και κάποιες όχι – στον ήχο που έχει ο Micah Blue Smaldone και ένα κάρο δίσκους που έχουν την ίδια ατμόσφαιρα με το “The Ring Οf The Rise” – το βρίσκω όμως εντελώς περιττό. Τα κομμάτια ακολουθούν μια αργόσυρτη εξέλιξη, οι μελωδίες είναι αρκετά νωχελικές και όπως είναι προφανές, εμποτισμένες με την Americana πολλών δεκαετιών – λίγο finger picking, λίγα echoes, λίγα reverbs, τα «άγια» τέσσερα τέταρτα. Το αποτέλεσμα είναι τόσο ζεστό και καλοδουλεμένο που θα μπορούσε να είχε ηχογραφηθεί οποιαδήποτε στιγμή από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 μέχρι σήμερα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ο Micah Smaldone απλώς αντιγράφει ή αναπαράγει. Καταφέρνει να έχει ένα δικό του ύφος και οι συνθέσεις τους μια δικιά τους χροιά. Είναι ίσως η φωνή του που του δίνει αυτό το προνόμιο, τρεμουλιαστή, ήρεμη και διαπεραστική, ή ίσως η εμμονή του στα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, που δίνουν στα κομμάτια μια έντονη blues απόχρωση, ή ίσως η ποπ-ροκ αίσθηση που βγάζουν τα πιο ηλεκτρικά σημεία, με την πολυδιάστατη ενορχήστρωση τους.
Ναι, εντάξει, δεν είναι δα και κάτι που ακούμε για πρώτη φορά, θα πείτε και δεν θα διαφωνήσω. Σε όσους όμως αρέσει αυτού του είδους η μουσική, αυτός ο δίσκος τα έχει όλα – ωραίες μελωδίες, μια πραγματικά καλή φωνή, μια ζεστή και γλυκιά ατμόσφαιρα, μια αξιοπρόσεκτη αμεσότητα.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

THE INVISIBLE HANDS - "THE INVISIBLE HANDS (DELUXE VERSION)" (2013)

Ο κ. Alan Bishop, δείχνει να περνάει μία τρίτη εφηβεία – μετά την πρώτη με τους θρυλικούς Sun City Girls οι οποίοι ανακάλυψαν νέα και ιδιότυπα μέρη στη πειραματική μουσική και την δεύτερη σαν συνιδρυτής και, ακόμη και σήμερα, συνυπεύθυνος της Sublime Frequencies, της εταιρίας που μέσες-άκρες άλλαξε στους δυτικούς την άποψη περί του τι ακριβώς είναι η μουσική όλων αυτών των λαών ανατολικότερα και νοτιότερα της Ευρώπης. Ο μουσικός που άνετα θα μπορούσε να είναι πράκτορας της CIA, κατάσκοπος της Al-Qaeda, υψηλόβαθμος υπάλληλος του διπλωματικού σώματος της Β. Κορέας (;) σε αυτή τη νέα εφηβεία βρίσκει στέγη στο χαοτικό Κάιρο, όπου με ντόπιους μουσικούς επαναπροσδιορίζει κάποιες παλιές του συνθέσεις με τρόπο εντελώς διαφορετικό από τους SCG ή τις προσωπικές ηχογραφήσεις σαν Alvarius B – για την ακρίβεια μόνο οι στίχοι θυμίζουν κάτι από εκείνη την πρώτη εφηβεία – στίχοι που είναι αρκετά αλλόκοτοι στην αγγλική τους εκδοχή, πόσο μάλλον στην αραβική τους βερσιόν, που αν και δεν ξέρω γρι αραβικά, υποθέτω ότι θα ακούγονται περίπου εξωπραγματικοί. Και αυτό είναι και το μοναδικό – και καθόλου αμελητέο – πείραμα του δίσκου: η ταυτόχρονη κυκλοφορία των ίδιων κομματιών στα αραβικά και στα αγγλικά. Εντάξει, τέρμα με την θεωρία, ας πάμε στην πράξη…
Με όλες αυτές τις πληροφορίες, είναι δύσκολο να κρίνεις τον δίσκο μόνο και μόνο για τη μουσική που περιέχει. Αν δεν ήταν του κ. Bishop, αν δεν έβγαινε δίγλωσσος και αν ήταν η πρώτη κυκλοφορία από μία άγνωστη μπάντα, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι είναι κορυφαίος; Δύσκολο ερώτημα. Δύσκολο γιατί πρώτον δεν μπορείς να απομονώσεις την μουσική από όλα τα υπόλοιπα, δεν έχει και νόημα άλλωστε και δεύτερον διότι ο δίσκος είναι πράγματι ενδιαφέρων. Υπάρχουν σημεία, για παράδειγμα, που η αραβική μουσική δένει άψογα με τις δυτικότροπες μελωδίες, ή υπάρχουν μερικά δυνατά σημεία που η μπάντα λειτουργεί με εντυπωσιακή συνοχή, σαν να παίζουν μαζί δεκαετίες. Η εξέλιξη των κομματιών περνάει από διάφορα είδη – από 60’s ψυχεδέλεια μέχρι σχεδόν αραβικούς αμανέδες, είδη που ανακατεύει δίχως το αποτέλεσμα να είναι δύστροπο ή πολύπλοκο – και μοιάζει να σε περιμένει συνεχώς στη γωνία για να σε εκπλήξει. Τα κομμάτια στα οποία ροκάρουν οι Invisible Hands είναι άκρως ξεσηκωτικά και ακόμη και η παραγωγή είναι εντυπωσιακά ζωντανή και πολυεπίπεδη. Πρόκειται για ένα ποπ-ροκ υβρίδιο, σχεδόν ανέμελο, σχεδόν παλιομοδίτικο και ιδιαιτέρως ζεστό με την πλούσια ενορχήστρωση του και ταυτόχρονα άκρως καυστικό και επιθετικό στους στίχους – σε τελική ανάλυση είναι από τους δίσκους που σε προκαλούνε να τους ακούσεις ξανά και ξανά, δίχως να σε κουράζει, να πλατειάζει ή να σε μπερδεύει.
Τελικά, έχω την υποψία πως ο κ. Alan Bishop, σε όλα τα μυστήρια ταξίδια που έχει κάνει ανά τον κόσμο έχει βρει κάπου κάποιο μαγικό μαντζούνι που τον κάνει να αναγεννιέται συνεχώς και να περνάει κάθε τρεις και λίγο από την εφηβεία. Τι να πω; Άντε και στην τέταρτη…

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

JON BROOKS - "SHAPWICK" (2013)

Μπορεί το όνομα Jon Brooks να μην σας λέει τίποτα, πιθανότατα όμως να γνωρίζεται τους Advisory Circle και την εταιρία Ghost Box – για τα οποία είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνος ο εν λόγω βρετανός. Το συγκεκριμένο album, που αρχικά είχε βγει σε μόλις 110 cd, εξαντλήθηκε και επανακυκλοφόρησε σε δίσκο, 500 κόπιες αυτή τη φορά και φυσικά εξαντλήθηκε ξανά. Γεννήθηκε σαν ιδέα όταν, κόβοντας δρόμο από την κίνηση ένα βράδυ, ο Brooks βρέθηκε στο χωρίο Shapwick και σε δρόμους δίχως φωτισμό, μέσα σε ένα δασώδες τοπίο, όλίγον άγριο, που του προκάλεσε μια περίεργη αίσθηση. Αυτή την αίσθηση προσπάθησε να αποτυπώσει στα κομμάτια του δίσκου – και το αποτέλεσμα, μέσα από διάφορα field recordings, ημιτελείς μελωδίες, αλλεπάλληλα drones και την γνωστή (από τους Advisory Circle) νοσταλγική ποπ, καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό να χτίσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Ατμόσφαιρα για νυχτερινή οδήγηση δηλαδή, κάπως ψυχεδελική, έντονα μυστηριώδη και στοιχειωμένη, ζεστή και ταυτόχρονα απόμακρη – ταιριαστή για τα ομιχλώδη τοπία της αγγλικής επαρχίας. Με άλλα λόγια το album ακροβατεί συνεχώς ανάμεσα στην κλασσική βρετανική φολκ, τον John Carpenter και τις ηχογραφήσεις του Radiophonic Workshop του BBC, μιας και τα κομμάτια είναι δομημένα είτε γύρω από επαναλαμβανόμενους ρετρό ηλεκτρονικούς ήχους, είτε γύρω από απλές μελωδίες στο πιάνο ή σε παλιομοδίτικα synth, είτε τέλος σε θέματα στην κιθάρα, με καθαρά βρετανική χροιά. Με αριστοτεχνικό τρόπο ο Brooks κατορθώνει να τα συνδέσει όλα αυτά, κυρίως με τους ήχους που συμπληρώνουν τις συνθέσεις (εμβόλιμα spoken words, field recordings και αέρινα drones) και ο δίσκος σε ρουφάει σιγά-σίγα στην νεφελώδη δίνη του.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

METAL GEMS FROM 2012



Προς μεγάλη στεναχώρια της γυναίκας μου, κάθε χρονιά έχω προσωπικά καθιερώσει με την έλευση του νέου έτους και όταν έχει κατακάτσει η σκόνη από όλες τις άλλες λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς να ξεκοκαλίζω την λίστα του 2012 του Metal Hammer και να ακούω μεταλιές nonstop για κάνα 10ήμερο. Τι να κάνουμε όσο κι αν «ωριμάσω» το ενδιαφέρον για  το metal δεν μπορεί να σταματήσει, αφού με στιγμάτισε ως μουσική στα τρυφερά εφηβικά μου χρόνια,  όπως κάποιους άλλους το λεύκωμα της Paninni και οι κούκλες της Bibibo. Φυσικά, δεν είμαι στον κόσμο μου, φαντάζομαι ότι μηδαμινοελάχιστοι από σας  ενδιαφέρεται για το ποιά metal άλμπουμ μου έκαναν κλικ για το 2012. Αυτή, όμως, είναι και η καβλάντα του να έχεις blog – μπορείς να γράφεις ότι σου κατέβει στον ακούτραφα.  Ιδού λοιπόν η προσωπική μου ανταπόκριση από το metal underground, που ακόμα βράζει και όσοι α-πιστοί προσέλθετε.
Ξεκινάω κατευθείαν από τα σκληρά για να υμνήσω την πιο αληθινά ανίερη norwegian black metal κυκλοφορία του 2012, το εικονοκλαστικό “Libertus” των Αptorian Demon. Από την μία έχεις το αθάνατο 90ς σκληρό, άκαμπτο και δήθεν άτεχνο αλά Darkthrone black metal και από την άλλη κινηματογραφικά samples από καθολικούς παπάδες, ακουστικά περάσματα και κάποια ανοικτά post-metal riffing σημεία. Τα φωνητικά έχουν την αγαπημένη βαριά νορβηγική προφορά και οι δυναμικές των συνθέσεων είναι αρχιτεκτονικά τοποθετημένες άψογα. Γενικότερα αυτό το άλμπουμ περικλείει όλη αυτήν την ομορφιά μπορεί να ακτινοβολεί μες το έρεβος της αυτή η μουσική.

Για όσους βρίσκουν το ουρλιαχτό των λύκων μες το παγωμένο δάσος το ίδιο ερεθιστικό με το κελάδημα των πουλιών την άνοιξη ας τσεκάρουν και το εξαίσιο άλμπουμ των πολωνών Mgla. Εδώ η αισθητική ξεφεύγει από ολομέτωπο αντιχριστιανικό κάφρικο ύφος του παλαιού black metal για να αποδώσει ένα πιο εσωτερικό, βαθύ σκότος με μια πιο ηχοτοπιακού χαρακτήρα μουσική που σε πνίγει. Η αλήθεια είναι ότι από ότι βλέπω πολύ προσπαθούν να παίξουν μπάλα στο post-black metal τερέν, αλλά οι Mgla ξεχωρίζουν άνετα από αρμονικά τέλειο, ανείπωτα μελαγχολικό απλωτό riffing του Μ., τα δυναμικό drumming και την ισορροπημένη παραγωγή που τους επιτρέπει να ανεβοκατεβαίνουν κλιμακωτά από τα uptempo  ξεσπάσματα σε ψυχρά, μελαγχολικά μεσαίων ταχυτήτων περάσματα που πραγματικά σε καθηλώνουν.

Για πιο
back to basics thrash/black καταστάσεις οι παλιομοδίτες Νορβηγοί Aura Noir με το πέμπτο τους άλμπουμ είναι η προφανής επιλογή για μένα που δεν απογοητεύει. Μέσα στις καταφανείς Sodom / Slayer  επιρροές υπάρχει αυτό το διεστραμμένο δυσαρμονικό riffing του Carl-Michael Eide που δίνει ένα ιδιαίτερο προσωπικό χαρακτήρα στην old school επίθεση και έτσι δε νοιώθεις ότι ακούς το “Eternal Devastation” πχ με γυαλατζί παραγωγή όπως συμβαίνει με πολλές βαρετές ρέτρο-thrash κυκλοφορίες τύπου Deathhammer, Nekromantheon κτλ. Το φωνητικά εναλλάσσονται μεταξύ Apollyon και Aggressor για περισσότερη κάφρικη ποικιλία και το όλο στήσιμο έχει κάτι από την πρωτόλεια βαρβαρότητα ακόμη και των Venom με κιθάρες, όμως, που όπως προείπα παίζουν σε Voivod
επίπεδα αντισυμβατικότητας.



Περνώντας στην πολύ δημιουργική ελληνική metal σκηνή θα σταθώ στο νεκροταφικό death metal των Θεσσαλονικών Nocturnal Vomit που με κέρδισε αμέσως. Χωρίς να είναι ότι πιο φρέσκο και ανανεωτικό κυκλοφορεί στην death metal πιάτσα, τα παιδία παίρνουν τη μουσική τους στα σοβαρά και μακριά από μόδες και τα σπαστικά pro-tools στήνουν τον δικό τους ζεστό, περίπλοκο ήχο με σαφείς αναφορές στους Morbid Angel, Obituary και λοιπές early 90s δυνάμεις. Τα κομμάτια φαίνονται ότι έχουν δουλευτεί πολύ για να έχουν τόσες καίριες διακυμάνσεις από ξυστά black σημεία έως prog κοφτά μετρήματα, τα σολίδια όπου υπάρχουν είναι για βραβείο προσωπικού ύφους και τα φωνητικά είναι ότι καλύτερο σε βόθρο έχει βγάλει η Ελλαδίτσα ever. Το “Cursed Relics” συνολικά αποτελεί απόδειξη όταν έχεις έμπνευση και ταλέντο μπορείς μέσα σε μια μέτρια παραγωγή να λάμψεις  σαν μια καλοδιατηρημένη νεκροκεφαλή.

Από την άλλη, το πιο προσεγμένο ηχητικά / τεχνικά brutal death metal σκηνικό που στήνουν οι Νεοζηλανδοί Witchrist έχει την δική του σάπια νοστιμάδα. Σε μια βαριά και ασήκωτη low-end παραγωγή που απειλεί να σε καταπλακώσει με το βάρος της το πλέον ψυχοπιεστικό death metal αναμιγνύεται με  αργόσυρτα doom σημεία δημιουργώντας μοναδικές εικόνες ζόφου και ψόφου. Δεν ξέρω τι ζόρια τραβάνε εκεί  κάτω στην Αυστραλία και την Ν. Ζηλανδία αλλά με μπάντες σαν δαύτες, τους Diocletian, τους Portal και άλλους καταφέρνουν να δώσουν στο death metal μια νέα avant-garde σχεδόν διάσταση που για μένα αποτελεί και το μέλλον αυτού του είδους συνολικότερα.

Τώρα, το πλέον avant-garde extreme metal άκουσμα και μια από τις πρόσφατες αποκαλύψεις-σοκ για το 2012  είναι το one-man project του συμπατριώτη ανώμαλιάρη Γιώργου Ζαφειριάδη υπό το όνομα This Ιs Past. Μιλάμε ότι η περσινή κασέτα ήταν ότι πιο ιδιαίτερο, πρωτότυπο και  ψυχωτικά κλειστοφοβικό που κυκλοφόρησε πέρσι. Τι blackest black ever και κουραφέξαλα, THIS IS PAST, ρε! Κατ’ αρχάς, μετά το επίσης αριστουργηματικό «Μισανθρωπία» θα περίμενες ότι θα καθάριζε λίγο τον ήχο του, θα στρεφότανε σε πιο «ώριμα» μουσικά μονοπάτια με καθαρά φωνητικά, λογική δομή κομματιών κτλ.  Φευ! η «Γλωσσολαλία» ακούγεται σαν το ένα ακόμη χύμα demo και αυτός ο μουσικός κωλοπαιδισμός είναι και η μαγεία του. Ταυτόχρονα, η σπηλαιώδης, μες το echo και reverb ηχογράφηση ένα σημείο που φέρνει παραδόξως τον ήχο του κοντά στο υπναγωγικές εμμονές του avant / psych underground ενώ ταυτόχρονα οι κιθάρες του παραμένουν κοφτερές και παγωμένες σα τα πρωτόλεια demos του Snorre των Thorns.Προσκυνώ.

Αν και σίγουρα όχι metal, άλλα λόγο εξωφύλλου και συνολικής αισθητικής άξιο προσοχής είναι επίσης ένα άλλο ντόπιο φρούτο υπό τον τίτλο Α Day Before. Σε μια φιλόδοξη προσπάθεια ο Γιώργος Καραλιώτης μπλέκει field recordings από την καθημερινότητα στο λιμάνι (του Πειραιά υποθέτω) με ορθόδοξες ψαλμωδίες, πυκνές droney κιθάρες, και ανατολίτικα περάσματα με τουμπερλέκι , μπουζούκι και ούτι. Το αποτέλεσμα είναι ένα απόκρυφο, κινηματογραφικό ambient / psych / avant rock μίγμα που αν και πάσχει από πολύ μέτριο ήχο τεχνικά, καταφέρνει να χτίσει μια υποβλητική ατμόσφαιρα. Και με αυτές τις πλάγιες αναφορές στην στο γνώριμο ελληνικό περιβάλλον αποκτά μια εντοπιότητα που του προσδίδει μια αυθεντική ταυτότητα. Με μια πιο επαγγελματική ηχογράφηση θα μίλαγα για αριστούργημα. Για την ώρα μια πολύ ενδιαφέρουσα προσπάθεια. 

Περνάμε τώρα στον χώρο που καλύπτει το σύγχρονο doom metal. Χοντρικά πιάνει από πληκτικό κατ εμέ death/ doom έως το ψυχεδελικό doom rock που φοριέται πολύ τελευταία. Στο πιο παραδοσιακό doom metal ύφος η κορυφή χρονιάς ήταν κατά κοινή ομολογία το ντεμπούτο των νέων αστέρων του είδους Pallbearer από το Arkansas. Κινούνται σε ένα (φυσικά) αργόσυρτο μοτίβο, με τις ογκώδης κιθάρες να κρατούν πολύ όμορφες αρμονικές στο βάθος πίσω από τα δεινοσαυρικά riffs και την προοδευτική επιρροή  ακόμα και των  πρόσφατων Earth περασμένη στην ουσία των συνθέσεων. Τα φωνητικά, ευτυχώς, είναι ψηλά, καθαρά, υμνικά με έναν, όμως, αντι-περιφεξιονιστικό εξπρεσιονισμό που τους φέρνει περιέργως, πιο κοντά με θρηνητικά indie slowcore σχήματα όπως οι Codeine πάρα με το ηρωικό στυλ των Solitude Aeternus πχ. Η αλήθεια είναι ότι αν  και δεν μπορώ να αναλύσω τι κάνει το “Sorrow and Extinction” τόσο ξεχωριστό , με ένα φαινομενικά λιτό και απλό ύφος καταφέρνει να μεταφέρει την θλίψη και την απομόνωση άμεσα στον ακροατή.

Άλλo ένα ντεμπούτο- έκπληξη που με ξετρέλανε ήταν και το μυστηριώδες “Three and Seven” των occult doomesters Occultation από την Νέα Υόρκη. Βασικό μέλος του ο κιθαρίστας των black metallers Negative Plane και μεταγγίζει πολύ το από αλλόκοτο, μακάβριο ύφος τους στις πιο heavy /doom δομές των Occultation. Παράλληλα, κάτω από τον  ηθελημένα, νομίζω, lo-fi, θαμπό ήχο βρίσκεις 70’ς prog ξεδιπλώματα, horror rock ανακλάσεις και παρανοειδή μεν κλασσικομεταλλικα δε riffs   που μαζί με τα σαγηνευτικά γυναικεία φωνητικά τους προσδίδουν αυτήν την αφανή, δυσνόητη αύρα που δεν βρίσκεις στους πιο straight συνοδοιπόρους τους σαν τους Devils Blood και Ghost. Μαζί με τους γειτονάκια τους Jex Thoth αποτελούν το πιο (δεσποτικό) μέλλον του doom rock ήχου κι γι αυτό τους εκτιμώ!

Μια ακόμη καλή doom rock επιλογή ήταν το τρίτο άλμπουμ των Witch Mountain από το βλάχο-Oregon. Οι κιθάρες τους είναι σχετικά βατές: αρκετά εκφραστικά bluesy leads και ένα- δύο βασικά ρυθμικά κοψίματα παιγμένα με ένα ζεστό fuzzy ήχο που υπηρετούν τις απλωμένες συνθέσεις. Το λαμπερό στολίδι είναι της μπάντας, όμως, είναι  η Uta Plotkin. Προικισμένη με ένα αψεγάδιαστο μπαλαντοειδές Delta soul blues ηχόχρωμα ίπταται σαν μια κολασμένη σειρήνα πάνω από τα αγόρια της μπάντας και δίνει μια ψυχωμένη συναισθηματική παράσταση που τους απογειώνει.

Πηγαίνοντας, τώρα, στις πιο ψυχεδελικές/ space πλευρές του doom metal ήχου παρατηρώ με χαρά ότι αυξάνονται συνεχώς οι μπάντες που ενσωματώνουν τις διδαχές των πρωτομαστόρων της μαστούρο-heavy rock OM. Καλοί μαθητές είναι οι Σουηδοί Hills που το δεύτερο τους άλμπουμ “Master Sleeps” το σύστησε αναγνώστης του blog και ομολογώ με κόλλησε και μένα. Έξυπνη μπάντα, στήνει τον ήχο της  σε μια επιλαμβανόμενη κυκλωτική κρίσιμη μάζα από φαζαρισμένες heavy κιθάρες και καλπάζοντα drums , και σε κάθε κομμάτι είναι σε θέση να εφεύρει διαφορετικές oriental μελωδικές γραμμές που ντύνουν τις σχεδόν τύπου Faust krautrock δυναμικές τους.   

Ακόμα περισσότερο χαμένοι σε psych /  space μονοπάτια παρουσιάζονται πλέον οι Bong στο υπνωτικό δίσκο – πρότυπο για την stoner rock σκηνή “Mana Yood Sushai”. Περιέχει δυο μισάωρα μυστικιστικών διαστάσεων κομμάτια που κινούνται γύρω από ένα κεντρικό, μονότονο κιθαριστικό βόμβο φαινομενικά ατελείωτο. Γύρω του κάθονται τα βαρύτονα, τελετουργικά φωνητικά και τα  βροντερά και λίγο jazzy drums με ένα τρόπο που σε ρουφούν ακόμη πιο βαθιά στο μαύρη δίνη στην καρδιά του ήχου τους. Το drone metal μετά τους SunnO))) και τους OM διαθέτει ένα πιο ψευδαισθησιογόνο τρίτο πόλο.

Κλείνοντας, στον ευρύτερο stoner / psych rock χώρο, μια κατηγορία από μόνοι τους είναι η μπάντα- αποκάλυψη του τελευταίου μήνα Goat. To ντεμπούτο της Σουηδικής κολεκτίβας “World Music” έχει αφήσει άφωνο πολλούς μαθουσάλες της σκηνής και δικαίως αφού το fusion που επιχειρούν και πρωτάκουστο και επιτυχημένο είναι. Από τη μία έχεις hard rockin solos και βαριές μπασογραμμές και από την άλλη ένα άνοιγμα σε αυτό που λέμε ethnic μουσική χωρίς όρια και αναστολές. Τι 60s -70s ινδικό/πακιστανικό/βιετναμέζικο ethnic rock n roll, τι 70s disco επιρροές, τι πολυρυθμικότητες με οδηγό τον Fela Kuti, τι dub κολπάκια, τι κρυφά θηβετιανά drone περάσματα, της sublime frequencies ο γάμος γίνεται εδώ μέσα με παπά τους Black Sabbath και κουμπάρο τους Funkadelic. H τύπισσα στο μικρόφωνο όπως είναι επόμενο έχει σεληνιαστεί με όλα αυτά που ακούει τους γύρω της και ουρλιάζει εκστασιασμένα τους παγανιστικούς στίχους ενώ εσύ νομίζεις ότι συμμετάσχεις σε ένα διονυσιακό πανηγύρι που έστησαν οι Master Musicians of Bukkake όταν την είδαν πιο groovy τύπου και είπαν να υπογράψουν στην Not Not Fun που έψαχνε τους επόμενους  Peaking Lights. Μιλάμε για τρελό σκάλωμα.

Αυτά για φέτο παλληκάρια και κοπελιές, είθε ο θεός του metal να μας χαρίσει και του χρόνου τόσο καλές κυκλοφορίες!

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

NATHAN BOWLES - "A BOTTLE, A BUCKEYE" (2012)

Να την πω την αμαρτία μου, το λατρεύω το banjo. Αν άκουγα αυτό τον δίσκο δίχως να ήξερα ποιος κρύβεται πίσω του, θα φανταζόμουνα ότι πρόκειται για την εικοστή πέμπτη (περίπου) κυκλοφορία ενός βετεράνου αμερικάνου μουσικού, με μακριά λευκά γένια, που έχει φάει την ζωή του σε διάφορες ορχήστρες και τα δάκτυλα του έχουν πετρώσει από τις πολλές δεκαετίες που γρατζουνάνε με μαεστρία το banjo – ο δίσκος που ήρθε σαν το ώριμο επιστέγασμα μιας μακρόχρονης πορείας. Όλα τέλος πάντων τα κλισέ για έναν πολύ καλό δίσκο γραμμένο μόνο μ' ένα πεντάχορδο banjo.
Η αλήθεια όμως είναι ότι αποτελεί μόλις την πρώτη προσωπική κυκλοφορία του Nathan Bowles, μέλος της οργιώδους country μπάντας Black Twig Pickers και της αγαπημένης σε αυτό το blog αυτοσχεδιαστικής κολεκτίβας Pelt. Και για πρώτη κυκλοφορία είναι εντυπωσιακό πως καταφέρνει ο Bowles να μην πλατειάζει, να συνθέτει κομμάτια με τις μελωδίες να αναδύονται έμμεσα μέσα από την ψυχεδελική δίνη ενός ασταμάτητου fingerpicking (πάνω σε ένα όργανο που έχει την δυναμική να ακουστεί σαν μια μπάντα από μόνο του), να μένει πιστός στον παραδοσιακό τρόπο παιξίματος και ταυτόχρονα να μην θυμίζει κάτι παλιομοδίτικο. Δεν είναι μόνο η αρτιότητα της τεχνικής, στον ήχο του Bowles, δεν είναι μόνο ταχύτητα ή η πολυπλοκότητα των συνθέσεων – αυτό που τον κάνει κορυφαίο μουσικό είναι πως, όπως ακριβώς και ο αδικοχαμένος συνοδοιπόρος του Jack Rose, μπορεί μέσα από αυτό το τετριμμένο, πια, μουσικό είδος να βγάζει αβίαστα μια σπάνια συναισθηματικότητα και μια σπάνια αμεσότητα. Ακούγοντας τα 11 κομμάτια του δίσκου, σιγά-σίγα παρασύρεσαι από την ψυχεδέλεια, τον γρήγορο ρυθμό, τις υπόγειες μελωδίες, σε κάποιας μορφής έκσταση – γνώρισμα όλων των παραδοσιακών μουσικών ανά τον κόσμο όταν αυτές αποδίδονται αρκετά καλά, όπως συμβαίνει στο A Bottle, A Buckeye.
Προφανώς αυτός ο δίσκος δεν πρόκειται να αρέσει σε όποιον δεν αρέσει η καθαρή Αμερικάνικη country, με άλλα λόγια προορίζεται για όσους όταν ακούν Αμερική το μυαλό τους δεν πάει αυτομάτως στη Νέα Υόρκη ή στη Καλιφόρνια, αλλά χάνεται σε κάποια καμένη κωμόπολη στα ξεχασμένα βουνά των μεσοδυτικών πολιτειών.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

LICHENS - "LITIO FOLK" (2012)

Αύτη ήταν η δεύτερη κυκλοφορία μέσα στην χρόνια που πέρασε για τον Rob Aiki Aubrey Lowe, μέλος των Om και των 90 Day Men, μετά από το “Timon Irnok Manta”. Κι αν ο δίσκος στην Type περιείχε δύο εικοσάλεπτα κομμάτια με μια ψυχεδελική ηλεκτρονική μουσική που εξελισσόταν αργά και σταθερά, τα κομμάτια που υπάρχουν στο Lítió Fólk, αντίθετα, αρνούνται πεισματικά την οποιαδήποτε εξέλιξη. Αποτελούμενο από τρεις μεγάλης διάρκειας συνθέσεις και δύο μικρές σφήνες ανάμεσα, με τίτλους στα Ισλανδικά και ένα εξώφυλλο που όσο το κοιτάς τόσο περισσότερο ζαλίζεσαι, το Lítió Fólk όσο να ‘ναι σου τραβάει την προσοχή για να σε ανταμείψει με απλά drones χτισμένα κυρίως πάνω στην φωνή του Lowe, με την τεχνική που συνήθως εφαρμόζει ως Lichens, κάνοντας δηλαδή την φωνή του να ακούγεται σαν απόκοσμο αρμόνιο. Τα drones αυτά είτε συνθέτουν αφαιρετικά κάποια φολκίζουσα μελωδία, είτε παραμένουν στάσιμα και αμετάβλητα – αιωρούνται βαριά σαν παραισθησιογόνα ηχητικά κύματα σε μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα. Το απλό και σχεδόν επίπεδο αυτό μοτίβο επαναλαμβάνεται συνεχώς σε όλα τα κομμάτια και καθ’ όλη την διάρκεια τους, με έναν αργό ρυθμό που σιγά-σίγα σε βυθίζει μέσα σε αυτά τα ξεχωριστά καλειδοσκοπικά ηχοτόπια που χαρακτηρίζουν την μουσική του Lichens, μια μουσική περίπου τελετουργική, περίπου ατμοσφαιρική, περίπου ψυχεδελική, μα σίγουρα από αυτές που απαιτούν να τις προσέξεις και που σε ρουφούν στο δικό τους κόσμο, με τίτλους κομματιών που σημαίνουν κάτι σαν "το άγιο πνεύμα" και "περίοδος των παγετώνων" (μετάφραση από google, δεν έχω εντρυφήσει ακόμη στα Ισλανδικά) και που ταιριάζουν απόλυτα με την ψυχρή, απόμακρή ψυχεδέλεια που περιέχουν. Όποιος πρόλαβε, πρόλαβε. 260 κόπιες ήταν μόνο και πάνε, εξαντλήθηκαν.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

50 FAVORITE 2012 ALBUMS



An all star troupe from the contemporary British folk scene participates in this album. With many alternations through the tracks and beautiful melodies this is a noteworthy record.



Another great project from Steven R. Smith. One man band, electrified sound, motorik and monolithic, abstract and clearly shoegazing. Wonderful!



Uncategorized blurry nebula of electronics, broken rhythms, tweaked vocals and most of all a pure theatrical atmosphere – or pure thrillerish atmosphere.



The second best guitar led improv release 2012 by these huge brit talents is full of urgency, pathos and enough jigsaw stylistic detours to keep firing the imagination of the most adventurous listeners.



A back to basics, call to arms undressed and rigid post-hardcore seminar full of angular Quarterstick / Dischord guitar / bass /drums interlocks and a utterly convincing punk –poet yelling at the mic was what we needed withstand the grim Greek realities.



Stunning covers on famous songs, even better than you imagine – a pure American record from the Canadian legend.



A glorious meeting between the unholy savant of the avant doom metal underground and UK top improv drummer. The obscure menacing forces behind this conception are unknown but the black-hole energy free sludge rock they came up with was one of the year’s most successful experimental takes on really dark aggressive music.



The veteran guitarist returns with a full band in a mothdropping record. Something between blues and no-wave this is a sludgy masterpiece, full with positive energy and distortion.



In a rare case of the justified hype, Frank Ocean might just as well be the new Prince and not the new Jay Z. In fact, lyrically there’s more depth and musically more innovation than most indie song-writing wannabies- just listen without preconceptions whities…



Three scores for three Derek Jarman’s films in one great album. A quicksand of drones, an atmospheric unique music galaxy, an abstract swirl that will melt your brain.



The cunning hex of Sussex and the lyric balladeer of Glasgow have teamed up and delivered a modern folk rock classic full of catchy, romantic tunes that can heat up the heart of all true lovers.



In a year with a lot of competition on the female avant pop sounds (see Minerva, Holter etc) Alice Cohen simplistic sci-fi synth layered melodies and Kate Bush oriented songwriting was an unexpected winner.



Here the two saxophones are caught in a vivid dialogue: sometimes they agree, sometimes they disagree, mostly they’re entangling in a mindblowing improvisation, truly unchained from any structure.



Slow changing melodies flourish with feedback. Barn Owl’s half, delivers a guitar-ambient album that flows through delays, silences and dark mists of electricity.



A beautifully orchestrated, brooding, twisting inner saga comprising of progressive folk touches upon sustained drones and electronic rhythms. Above all that clear, weightless voice of Tucker lurking over this cloudy, misty magical folk-o-drama.



Gospel music, Jesus, Jazz, kraut rock and psychedelic pop are drift into a velvet underground stream. Poetical lyrics with strong and simple melodies – this is probably their best album.



The ripe fruit of collaboration between two young US artists. It offered one the most carefully crafted hauntological electronic essays on the nostalgia for those bright, sweltering and hedonistic days at the end of any Mediterranean summer.



In this celebration live recording for his 70th birthday, you can hear all the tricks from M.Cooper’s magic improv hat. And those tricks have been perfected through the years. Applause.



The doom-ridden soundscapes built from industrial clutter, slow-motion gigantic beats and distant voices evoke if not an end of the world apocalypse, surely the demise of our own European dystopian dreaming.



With the great Rick Rubin on the producing duties like Slayer, Metallica and Johnny Cash before them the old and tired ZZ Top was rebaptized in fire of rock ‘n’ roll. In an organic, thick pulsating wall of rigid sound, the zzizies delivered their most exceptional joyous hard rockin’ tunes.



One of the few first generation survivors came back with a dub-rooted, trip-hop influenced electronic sonic panorama that managed to hit the perfect balance : fresh & ageless, polished yet street-ready.



Impervious thick wall of sound, thrilling noises, monolithic and powerful melodies, epic compositions. In other words the well known brain-bombing army of the music terrorist veteran M.Gira. If this album wasn’t extremely long it would be closer to the top. Still, though, they are much better live.



The prolific guitarist’s quintet toy around with elastic wormhole like structures are based upon around urban jazz half-melodies, blemished noisy harmonics and contrasting rhythms to produce a dense, sophisticated work of multi-dimensional improv that is by contrast inexplicably listenable.



Folk guitar and free jazz drumming gives a warm and direct result that sliding from North Africa melodies to American country music with an enviable simplicity – a great album close to the Sandy Bull’s universe.



Really, what can you say about a good Dylan record?



This uber-technical, tight, vulgar power trio reconceived the whole avant / psych rock paradigm of Skullflower / Fushitsusha / Naced City as a blueprint for a new black metal sound. The gates of hell are open for the new generation.



Free jazz elements, tart and acute rhythms, violent and strict guitar passes builds a theatrical atmosphere with the slow build-up of the long lasting tracks and the political and angry vocals of G.W. Sok.



Amplified violin drones, heavy drumming streams, hard noises in a non-form aggressive and kinetic hybrid that smash your head like a hammer - a powerful and tense tornado. Perhaps the soundtrack of social collapse?



A wonderful debut of pristine, elliptical post- folk songwriting, light as a feather finger picking and unpretentious calm vocals. In the magic hands and velvety voice of Dickson lightweightness becomes ethereal



True believers of the Young cult fevered dreams came true this year. Uncle Neil triumphantly returned with the Crazy Horse to his psych rock trademark sound. In those long free form takes you can listen to his guitar psychedelicly weep for a half an hour, while “Ramanda Inn” is his most heartbreaking mantra since Cortez and “Walk like a Giant” is an huge undiluted dose of Horse power rock.



A fantastic collaboration between an excellent voice and a guitar virtuoso. A true to form interpretation of British folk music from the 60’s era conveyed perfectly, in a passion and gentle way, into 2012.



Left wing political statements in vivid blues-rock compositions. Powerful and direct, I heard this album over and over again this year, even though I don’t understand a single word from the never ending torrent of lyrics.



For now, the magnum opus of Kang is an oasis of fresh ideas on what is traditional music and how it how be orchestrated in a neo-classical style. It is remarkable how he manages to move so freely between European and Oriental classical music, proposing a new music that feeds from this discord to create an unprecedented sonic effervescence.



Distorted and noisy moans, hypnotic and electrified loops, shivering whispers and foggy guitar solos. A minimal approach to the superb and unique muddy music/non-music milky way of Dead C’s guitarist M. Morley through 2 long-lasting tracks.



The psych jap poppers returned with the legendary Ikuro Takahashi drumming and throwed in an healthy dose of blissful tweeness into our troubled cerebrum. Mosha, mosha oh yeah baby!



The usual haunted melodies with the usual thrilling voice of Martyn Bates. The usual transgression of folk, pop and avant-garde with the usual great lyrics. An album full with songs that can stick to your mind for weeks.



An unexpected and rare techno sound that comes from the stirring of post-punk, old-fashioned electronics and industrial noises in a bowl of dark and dystopian atmosphere. If you hear it at night with headphones it will surely blow-up your mind.



TLASILA’s swansong was a rugged snapshot from the hellish urban realities we all tread upon. Smith’s vocals, more discernible that ever, are at the center of the recording and his hysterical, impulsive performances reached a peak while musically this is was their best effort to inject extreme noise “how gives a fuck” tactics to scorching industrial-almost-music concrete structures. Extreme situations require extreme reactions.



Bow, bow before our weird folk princess singing like a bird of paradise her original dark lullabies, sacred hymns and euphoric exorcisms. A Yma Sumac class talent at the service of premier American art song.



The one of the few survivors from the Chicago school of post-rocking, the 9nth album of the quartet was the epitome of post-modern indie rock. As ever Sam Prekop’s breathy, crisp and sensitive vocals blended ideally with the synthlines backdrop, the strummed guitars and the propulsive drumming but this time the unassuming restraint tunes evolved after a few listens to prime cuts of most finesse avant pop.



Sadly it had to be Wagner’s soulmate Vic Chestnut death that resparkled the muse to our lonely crooner to write these sentimentally insightful lyrics. With him an understated quintet twist and turn solemnly on the baroque americana orchestration creating the avant country aural equivalent of a poetry book being read quietly on the rustic settings of Nashville’s countryside.



70’s progressive folk meet Balkan traditional music. This album of Danniel Padden’s band is more straightforward, more uptempo and more cohesive than all the previous, without any lack of losing their quality as a humorous, psychedelic folk super band. Brilliant!



Probably, the most successful concept avant-garde album of the year came from this presumably corky old man. A very demanding listen,unfolding more complex, enigmatic, humorous, dark and perverse aural manifestations that any human can absorb within a song’s duration – what else our spongy brains could ask for?



High caliber players here: Ranaldo’s emotive guitar discharge, Buck’s imaginative polyphonic percussion and Watson’s bucolic vibrating bagpipes come together on fleetingly ambient improvisation. The outcome was a very focused yet amorphous maritime drone that resonated to the distant horizons…



Fantastic second release by the underground avant-rock virtuoso trio. The snake-charming riffs are unleashed with feral beauty, the interplaying solos are ecstatically crisscrossed and the Arabic uncoiling melodies take you way beyond to the holy Sun City we all abide to with pride.



Simple and minimal music captures a strong atmosphere of ecstatic ambient as the sound waves slowly mutates with easily to digest noises. This live recording makes a transverse shortcut to the core of the music itself.



A truly free, in any form and shape, recording – unpredictable and difficult to categorize. The most cerebral record from the guitar mastermind Keiji Haino and his troops. Jazz? Blues? Noise? Rock? You name it – everything has been layered here.



Fay’s third official album in five decades was a revelation for all fans of mature, piercing, gnostic songwriting. Beyond his soft spoken voice, the lush, vintage arrangements and the “wise hermetic from the mountain” lyrics lies a masterful album of songs of Wyatt’s league.



A heartfelt songwriting, honest and simple. Dawson’s voice is unbelievable warm and direct as it shivers and screams his truthful lyrics that acrobat from comedy to tragedy. Even though he is close to Jandek, Richard Youngs, John Fahey and John Martyn, Dawson magically finds a bridge to cross to an unknown and unexplored singing/songwriting place and he marks it with his magnificent songs.



I could never believe that Pelt after the loss of Jack Rose could make a decent record. Of course I was wrong. This twisty diamond is music synesthesia. Improvisation never sounded so structured before, folk tradition so psychedelic, free music so cohesive, ambient so solid, instant composition so ecstatic. An absolute masterpiece.