Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2014. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2014. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

ANTONY MILTON - "THERE ARE OTHER POSSIBILITIES" (2014)

Αν και πρόκειται για περσυνή κυκλοφορία, νομίζω ότι έχει περάσει κάπως στο ντούκου, λίγα πράγματα υπάρχουν στο internet. Για τον Νεοζηλανδό Antony Milton δεν χρειάζεται να πω πολλά, ένας βετεράνος πια της πειραματικής μουσικής, με ένα σκασμό συνεργασίες και αμέτρητες προσωπικές κυκλοφορίες, κάποιες εκ των οποίων απλά τέλειες – αν δεν έχει τύχει να ακούσετε κάτι δικό του, καν ’τε το, οπωσδήποτε.
Η συγκεκριμένη κυκλοφορεί σαν κασέτα από τον Οκτώβρη του περασμένου έτους και αποτελείτε από αυτοσχεδιασμούς του Milton κατά την προετοιμασία ενός live. Δεν υπάρχουν overdubs, ο ήχος είναι μέσα στη βρωμιά, τα κομμάτια δεν καταλήγουν πουθενά – όλα είναι φτιαγμένα με δύο πεταλάκια για λούπες, αρκετό distortion και μερικούς τόνους ψυχεδέλειας. Ο ίδιος ξέθαψε αυτές τις ηχογραφήσεις όταν του ζητήσαν ένα album από την End of the Alphabet Records και ανακάλυψε ότι άξιζε τον κόπο να τις κυκλοφορήσει· και άδικο δεν είχε. Τα έξι κομμάτια αποτελούνται από σπασμένα beats, από ατελείωτα drones, από οξείς θορύβους πεταμένους κάπου στο βάθος του συνόλου. Υπάρχουν σημεία που κάποια μελωδία αναδύεται από τους βόμβους, υπάρχουν σημεία που τα beats (απλά και λίγο παλιομοδίτικα, είναι η αλήθεια) αποκτούν μια ρυθμικότητα της προκοπής, υπάρχουν σημεία που οι θόρυβοί επαναλαμβάνονται υφαίνοντας ένα άκρως ψυχοτρόπο ηχητικό πεδίο. Αυτές οι ηχογραφήσεις φέρνουν κάτι από τη minimal προσέγγιση του θορύβου στα προσωπικά πονήματα του Michael Morley (Gate), κάτι από την στεγνή και μονολιθική ψυχεδέλεια του Neil Campbell στους Astral Social Club, και κουβαλούν φυσικά κάτι από τον απόκοσμο και ψυχρό ήχο που συνήθως δημιουργεί ο κ. Milton.
Κομμάτια σαν το τελευταίο και ομότιτλο με διάρκεια κάπου στα 14 λεπτά – ένας στατικός θόρυβος με τρομερή ένταση και ενέργεια – και σαν Surface Sign, που τα πειραγμένα beats παλεύουν μέσα από μια ρυθμικότητα να γίνουν σχεδόν χορευτικά και τις επαναλαμβανόμενες μελωδίες να δώσουν μια δομή, είναι άψογα· αυτοσχεδιασμοί ή όχι, πρόχειρα φτιαγμένα ή όχι, δεν έχει καμία σημασία, είναι κομμάτια που μπορώ να ακούω ξανά και ξανά και ξανά.


((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

MARK ALEXANDER MCINTYRE - "GRAPES" (2014)


Πολλοί από εσάς θα έχετε ήδη ακούσει το “Grapes” αλλά ο ενθουσιασμός μου για αυτό το psych folk διαμαντάκι με προέτρεψε να το ανεβάσω αν και κυκλοφορεί από την άνοιξη του 2014.Στην αρχή, λόγω τίτλου και του 60s χυμώδους εξώφυλλου, πίστεψα ότι πρόκειται για καμιά ιστορική επανακυκλοφορία κάποιου cult classic από τα 60s – 70s που ανακάλυψε κάποιος underground τυμβωρύχος. Τελικά προκύπτει ότι είναι η καινούργια δεύτερη solo δουλειά του Καναδού folk rocker που ηχογραφήθηκε πέρσι. Βέβαια, είναι πολύ πιθανό να μπερδευτεί κανείς σε σχέση με την εποχή που μπορεί να ηχογραφήθηκε αυτό το αναπάντεχο αριστούργημα, καθώς η μουσική του McIntyre έχει μια απροσδιόριστη διαχρονικότητα. Θα μπορούσε να είναι τέκνο της αμερικανικής acid folk σκηνής των 60s, της νεοζηλανδικής fuzz folk rock των 80ς ή ακόμη και της no folk της ΝΥ των 90s. Και σε μια εποχή, που προσωπικά ψάχνω την καλή τραγουδοποιία του χώρου με το τουφέκι τα τελευταία χρόνια, το άλμπουμ αυτό δεν χορταίνω να το ακούω. Η παραγωγή του θαμπή μες την ηχώ και την λάσπη, το παίξιμο της κιθάρας χύμα, γρατσουνιστό και επιθετικό, η διάθεση του καλλιτέχνη φανερά ράθυμη. Τα κομμάτια σύντομα και περιεκτικά με κολλητικά ρεφραίν που λειτουργούν σαν βαλβίδες ψυχικής εκτόνωσης και αγωνιώδη, πυρετικά κουπλέ που κρύβουν μεγάλη εσωτερική ένταση. Στίχοι υπερβολικά πεσιμιστικοί, κατάμαυροι χωρίς ίχνος έστω σκοτεινού ρομαντισμού, τραγουδούν σπαρακτικά για αληθινά προβλήματα υγείας (πρησμένα στομάχια και καρκίνους) , αφόρητες οικονομικές δυσκολίες, σπαστικές δουλειές, γελοίους έρωτες και άλλες συναφείς καταστροφές. Η φωνή υψίτονη και στεντόρεια περασμένη μέσα από την καταχνιά της lo fi ηχογράφησης ακούγεται σαν το ταλαιπωρημένο φάντασμα του Simon Finn ή του Marc Bolan και ενώ όταν σοβαρεύει περαιτέρω και κατεβαίνει ένα-δύο τόνους ακούγεται όσο μοχθηρή όσο του Alan Bishop επί Uncle Jim. Η ροή του άλμπουμ είναι απολαυστικά κλιμακωτή με τα πιο ακουστικά μπαλαντοειδή κομμάτια στην αρχή και το σταδιακό πέρασμα σε ένα πιo garage rock format με είσοδο ηλεκτρικής, μπάσου, ντραμς. Πάνω από όλα είναι αυτή η πνιγηρή, άρρωστη και ψυχεδελικά κατηφής ατμόσφαιρα που πλανάται πάνω από όλο το άλμπουμ και του προσδίδει μια μοναδική διάσταση πέρα από τα καθιερωμένα psych folk μονοπάτια, σαν ο μυστηριώδης ΜcIntyre να αντλεί έμπνευση κατευθείαν από το αβυσσώδες προσωπικό του κενό, όπως λίγοι έχουν κάνει μέχρι τώρα (του Jandek συμπεριλαμβανομένου). Ένα από τα avant folk must της δεκαετίας το “Grapes” κι ας είναι ξινοί οι καρποί του.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

MALCOLM MIDDLETON & DAVID SHRIGLEY - "MUSIC AND WORDS" (2014)

Δύο από τους πιο γνωστούς Γλασκωβίτες (είναι άραγε αυτή η σωστή λέξη) συνεργάζονται σε ένα απολαυστικό album. Ο ένας (το ½ των Arab Strap) προσφέρει τη μουσική – άλλοτε ψευδό-χορευτική, άλλοτε μελωδική folktronica, άλλοτε λυρική και ακουστική, μα πάντα γεμάτη με στερεότυπα και εύπεπτες μελωδίες· και ο άλλος (καυστικός και διάσημος illustrator) βάζει τους στίχους, που είναι και όλο το ζουμί του δίσκου. Στίχοι κυνικοί, που στάζουν μισανθρωπία σε βαθμό που μόνο ο Shrigley θα μπορούσε να φτάσει, μα ταυτόχρονα εμποτισμένοι σε ένα ευθύ και καθάριο χιούμορ.
Από σπασμένα βάζα της μαμάς, μαϊμούδες που τρώνε μπάσταρδα παιδιά, κουνέλια και αρκούδες και άλλα ζώα του δάσους που συμμετέχουν σε ατελείωτα όργια, σε δυνατούς και εύθυμους άντρακλες των σπηλαίων, δακρύβρεχτα γράμματα με παραλήπτη τον εγκέφαλο και τρελούς που κυκλοφορούν γυμνοί επιδεικνύοντας τις τρίχες στο κώλο, τα κομμάτια που έχει σκαρφιστεί Shrigley είναι άψογα: δεν γίνεται να ακούσεις αυτούς τους στίχους και να μην λυθείς στα γέλια - που με δυό λόγια καταλήγουν πάντα στο shit, στο fuck ή και στα δύο. Απλά δεν γίνεται.
Και η μουσική του Middleton έρχεται και κολλάει σαν τη μαρμελάδα στο βούτυρο. Όλα τα στερεότυπα που χρησιμοποιεί με επίσης χιουμοριστικό τρόπο, οι στιγμές που η μουσική κάνει βήματα πίσω για να αφήσει χώρο στους στίχους και οι στιγμές που βγαίνει στο προσκήνιο για να σατιρίσει και αυτή με την σειρά της, κάνουν το δίσκο μια σκέτη απόλαυση.
Τώρα αν τον ακούσεις και δεν σου αρέσει, είναι δικό σου πρόβλημα. Για την ακρίβεια είσαι μάλλον βλαμμένος/η – ακόμη κι αν η μαμάκα σου εγκωμίαζε την ευφυΐα σου όταν ήσουνα μικρούλης/α (μεταξύ μας σε είχε φλομώσει στο ψέμα). Α, και για να τα λέμε όλα: στο λύκειο που έπαιρνες κάτω από την βάση στα μαθηματικά, δεν έφταιγε ούτε η σκύλα καθηγήτρια, ούτε οι δύστροπες ασκήσεις. Έφταιγε το λειψό σου μυαλουδάκι που είναι κοντολογίς πιο καθυστερημένο κι από τρόλεϊ στην Πατησίων εν μέσω νεροποντής.


((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

MAURICE LOUCA - "BENHAYYI AL-BADHBAGHAN (SALUTE THE PARROT)" (2014)

Αυτό είναι το δεύτερο album του κ. Maurice Louca, το πρώτο ούτε που το ‘χα πάρει χαμπάρι. Δεν πρόκειται για κάποιον τυχαίο συνθέτη – πως γίνεται άλλωστε κάτι τέτοιο όταν για τον συγκεκριμένο δίσκο βοήθησαν μουσικοί σαν τον Alan Bishop και τον Sam Shalabi. Το καταλαβαίνεις άλλωστε, πως δεν είναι κάποιος της σειράς, από το πρώτο κιόλας κομμάτι του αριστουργηματικού του νέου δίσκου. Με μόνιμη κατοικία το Κάιρο (μέρος που δεν έχω επισκεφτεί ποτέ, μα όσα έχω ακούσει μου έχουν – τουλάχιστον – εξάψει την φαντασία) ο κ. Louca καταφέρνει με μαεστρία να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό και φρέσκο μουσικό υβρίδιο.
Η αλήθεια είναι ότι λίγοι έχουν κατορθώσει να μπολιάσουν την ανατολική μουσική – και δη την Αραβική – με την δυτική, και ακόμη πιο λίγοι αυτοί που το έχουν κάνει με σοβαρότητα· δίχως δηλαδή να προσπαθούν να βγάλουν κάποια χιουμοριστική αίσθηση από την διαφορετική αισθητική όλων των ανατολίτικων μουσικών ιδιωμάτων, δίχως τέλος πάντων να υποπέσουν σε κάποια υπεροπτική στάση απέναντι τους, κάτι που βρωμάει οριενταλισμό, για να είμαστε ειλικρινείς. Μόνο ηχογραφήσεις από άλλες δεκαετίες (κυρίως ’60 και ’70) αντιμετωπίζονται με την δέουσα σοβαρότητα, μερικές παραδοσιακές μουσικές επίσης· κατά τα λοιπά λίγα πράγματα. Πρόχειρα, μου έρχονται στο μυαλό μόνο οι Group Doueh και οι περισσότερες Tuareg μπάντες, που μπόλιασαν τον ήχο τους με τις ηλεκτρικές κιθάρες, το garage, την δυτικότροπη ψυχεδέλεια. Και ο κ. Louca. Και σε αυτά τα δύο παραδείγματα κάπου έχει βάλει το χεράκι του ο διάολος Alan Bishop – τυχαίο?
Εντάξει, θα σκεφτείτε οι περισσότεροι, μας τα ‘πρηξες. Θα πεις επιτέλους τι μουσική παίζει πια αυτός ο Louca και είναι τόσο ωραίος; Δεν ξέρω, για να πω του στραβού το δίκιο, αν παίζει ο ίδιος κάτι ή αν τα κάνει όλα σε υπολογιστή. Λίγη σημασία έχει. Αυτό που μετράει είναι πως καταφέρνει ο άτιμος να παίρνει τους ρυθμούς, τις μελωδίες και τους ήχους της αραβικής μουσικής και να τα μετατρέπει – με λούπες, break beat και κρουστά – σε καθαρά χορευτική ηλεκτρονική μουσική που θα ζήλευαν και οι καλύτεροι παραγωγοί της Βρετανίας, του Σικάγο, του Βερολίνου.
Άλλοτε dub (κυρίως dub, εδώ που τα λέμε), άλλοτε περίπου trip hop, άλλοτε σχεδόν techno και άλλοτε στα όρια του hip hop, όλες οι συνθέσεις του δίσκου είναι απογειωτικές, με τρομερή ενέργεια, συνοχή και βάθος στον ήχο – πως θα ήταν η dabke αν δεν είχε δημιουργηθεί για Συριακούς γάμους, άλλα είχε ξεπηδήσει από κάποιο κρύο studio του Λονδίνου, με τα κατάλληλα ναρκωτικά. Και όλα αυτά με καθαρά αραβική μουσική. Όχι με αραβικές «πινελιές», απλούς αραβικούς «ήχους» ή κάτι που παραπέμπει εκεί, μα με εντελώς και εξ ολοκλήρου αραβική μουσική. Σε ένα δίσκο που από την αρχή μέχρι το τέλος είναι απολαυστικός – δίχως καμία κοιλιά ή κομμάτια που να υστερούν.
Καλοδουλεμένος, προσεγμένος, με άψογη παραγωγή και τρομερή παράθεση όλων των ρυθμικών και μελωδικών επιπέδων. Ε, αν αυτό δεν το λες αριστούργημα, τότε…


((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

NATHAN BOWLES - "NANSEMOND" (2014)

Ο Nathan Bowles δεν είναι ο μοναχικός αμερικάνος μουσικός που προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει ή έστω απλά να παίξει, παραδοσιακή μουσική του τόπου του με ένα banjo ή μια κιθάρα. Όχι. Αυτό είναι μόλις το δεύτερο προσωπικού album και δεν είναι γνωστός από αυτά. Είναι γνωστός από τους Pelt και τους Black Twig Pickers, από τις συνεργασίες του με τον Steve Gunn, με τον Glenn Jones και με τόσους άλλους. Αρέσκετε στο να παίζει με παρέα και να εξερευνά την ψυχεδέλεια του αυτοσχεδιασμού – κάτι που το κάνει με τρομερή απλότητα και αμεσότητα, λες κα παίζει μέσα από παρτιτούρες. Και φυσικά, δεν παίζει μόνο banjo. Παίζει κάθε είδους κρουστά, πιάνο, κτλ. Είναι, εν ολίγοις, πολυπράγμων και πολύ ταλαντούχος.
Στο πρώτο του solo δίσκο ο κ.Bowles ασχολήθηκε περισσότερο με την folk από τα Απαλάχια όρη – κοφτοί ρυθμοί, στακάτο παίξιμο, πολύ fingerpicking – εκεί όπου το τακούνι της δερμάτινης μπότας χτυπάει με ορμή και ταχύτητα το ξύλινο σκονισμένο δάπεδο, για να γίνω κομματάκι γλαφυρός – το πιάσατε το νόημα. Σε αυτό το δεύτερο solo (που παρεμπιπτόντως δεν είναι και τόσο solo, μιας και εμφανίζονται διάφοροι φίλοι και γνωστοί, σαν τον Tom Carter και τον Steve Kruger) πάει μερικά βήματα παρακάτω. Οι συνθέσεις ακούγονται σαν αυτοσχεδιασμοί μεν, αλλά πρέπει να είναι δουλεμένες αρκετά, μιας και χτίζονται σταδιακά στον χρόνο, σε ομόκεντρους κύκλους. Οι μελωδίες είναι υπόγειες, ο ρυθμός – στα περισσότερα κομμάτια – υπονοείτε, όλος ο δίσκος σου αφήνει την αίσθηση μιας βαθιάς διερεύνησης του είδους.
Από τον τίτλο του δίσκου, που κάθε άλλο παρά τυχαίος είναι (ψάξτε λίγο, τόσο δα, μην τα περιμένετε κι όλα στο πιάτο) από τους τίτλους των κομματιών, από την δομή του δίσκου, από την ροή των κομματιών, από το πιάνο - όποτε εμφανίζετε, που ακούγετε λες και ορμάει ξαφνικά το πνεύμα του Chris Abrahams - και από τα drone περάσματα, γενικά σε όλα του τα στοιχεία αυτός ο δίσκος δείχνει να έχει φτιαχτεί με ιδιαίτερη προσοχή· το αποτέλεσμα είναι, κοντολογίς, τέλειο.
Δεν ξέρω για ‘σας, μα εγώ με άνεση θα μπορούσα να ακούω τον Nathan Bowles ώρες ολόκληρες, δίχως να βαρεθώ δευτερόλεπτο, δίχως να μου δίνει την αίσθηση ότι επαναλαμβάνετε ούτε μία στιγμή.


((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

MIKE & CARA GANGLOFF - "BLACK RIBBON OF DEATH, SILVER THREAD OF LIFE" (2014)


Μέλος των Pelt και των Black Twig Pickers ο κ. Gangloff έχει συμμετάσχει σε ουκ ολίγες κυκλοφορίες, εκ των οποίων το περσινό προσωπικό του δημιούργημα “Poplar Hollow”, τη συνεργασία του με τον Steve Gunn (Melodies Of The Savage Fix) και ετούτη εδώ, μαζί με την γυναίκα του, επίσης μέλος των Black Twig Pickers. Η μουσική που ξεδιπλώνεται σε αυτό το album δεν θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό από απλή και καθαρή αμερικάνικη folk. Από την Α capella εκδοχή του O Death του Charlie Patton, με το οποίο ανοίγει ο δίσκος, την διασκευή του περίπου αναγεννησιακού κομματιού της Νέας Αγγλίας David's Lamentation, μέχρι τα καθαρά κομμάτια της Appalachian folk, με το βιολί και το banjo – σαν τα δύο πρώτα Black Ribbon και το Cherry River Line, το ζεύγος Gangloff μένει προσηλωμένο στη μουσική παράδοση της Αμερικής, αποδίδοντας την με τον καλύτερο τρόπο.
Το Black Ribbon Of Death, Silver Thread of Life στέκεται κάπου ανάμεσα στους Pelt και τους Black Twig Pickers. Δεν είναι ακριβώς αυτοσχεδιαστικό, ούτε τόσο ψυχεδελικό και επίσης δεν σε προκαλείς να κοπανάς τα χέρια σου, ούτε να βγάζεις κραυγές σαν κλασσικός γελαδάρης, μα από την άλλη είναι όλα αυτά μαζί. Με άλλα λόγια, αν και τα κομμάτια έχουν διαφορετικό ύφος μεταξύ τους, καταφέρνουν να δημιουργούν ένα σύνολο που σε κρατάει μέχρι τέλους μιας και δεν είναι καθόλου κουραστικό, επαναλαμβανόμενο, επιτηδευμένο. Α, και να μην το ξεχάσω, στο ζεύγος έχουν απίθανες φωνές που δένουν τελεία αυτό που παίζουν.
Τυχαίνει τελικά όλοι οι μουσικοί αυτής της κολεκτίβας που ξεκινάει με τους Pelt και απλώνεται σε πολλούς κύκλους, να είναι πρώτης κλάσης. Να ξέρουν τι θέλουν να κάνουν και να μπορούν να κάνουν άψογα. Από τους μοναδικούς και απολαυστικούς αυτοσχεδιασμούς τους και τα ψυχεδελικά τους drone, μέχρι την παραδοσιακή μουσική του τόπου τους, όλοι τους γνωρίζουν τέλεια πώς να χειριστούν την κάθε ιδέα που έχουν, το κάθε είδος με το οποίο καταπιάνονται. Είδατε, αν δεν είναι κάποιος κολλημένος και αγαπάει αυτό που κάνει…

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

THE TERMINALS - "SINGLES & SUNDRIES" (2014)


Εντάξει, δεν υπάρχουν και πολλά να ειπωθούν για αυτή τη συλλογή. Ούτε το βιογραφικό των The Terminals θα αραδιάσω εδώ – σε ποιες άλλες μπάντες συμμετέχουν οι μουσικοί που τους απαρτίζουν ή το πόσο σημαντικοί ήταν για την σκηνή της Νέας Ζηλανδίας ή για τον μοναδιαίο τους ήχο – για όλα αυτά μπορείτε να βρείτε αρκετές σελίδες στο internet που τα αναφέρουν όλα αναλυτικότατα. Ούτε φυσικά θα αρχίσω να εκθειάζω τους δίσκους τους μέσα στα 90’s, με τις χαρακτηριστικές κοφτές και επιθετικές κιθάρες, το κάθε κομμάτι που είναι μια ευθύβολη ρήψη ενέργειας και μελωδίας.
Όχι. Το μόνο που θα πω για αυτή την κυκλοφορία – που περιέχει μερικές από τις καλύτερες στιγμές της μπάντας – είναι πως ξεκινάει με ένα από τα πιο γνωστά τους κομμάτια (The Deadly Tango), ή έστω πιο γνωστό σε ‘μένα, που θυμάμαι πως με είχε ξετρελάνει τότε, στα τέλη του ’90 και δεν περίμενα να μου αρέσει το ίδιο και τώρα – μιάμιση δεκαετία και βάλε μετά. Τότε, εξάλλου, δεν είχα μεγάλο εύρος ακουσμάτων, τα αυτιά ήταν κάπως παρθένα και στην ποιότητα και στην ποσότητα, και ομολογώ ότι τα περισσότερα πράγματα που άκουγα τότε τώρα με αφήνουν αδιάφορο ή τα βρίσκω τουλάχιστον βαρετά. Όχι όμως αυτούς εδώ. Τώρα που τους ξανακούω η γνώμη μου δεν αλλάζει καθόλου. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο αυτό που είχαν κάνει: το μπόλιασμα των pop μελωδιών σε έναν σκληρό και κάπως punk ήχο, πλούσιο όμως σε αυτοσχεδιασμούς και θορυβώδη ξεσπάσματα.
Στο μυαλό μου, λοιπόν, συνεχίζουν να στέκονται δίπλα στους Fugazi – χωρίς να έχουν και πολλές ομοιότητες στον ήχο, ούτε φυσικά στους στίχους, νομίζω πως η μουσική τους ακολούθησε μια παράλληλη πορεία. Ακόμη και στο τέλος. Στο ήπιων τόνων, ζεστό και εσωστρεφές The Last Days Of The Sun (που απουσιάζει εντελώς από αυτή τη συλλογή), μπορεί κάποιος να βρει αναλογίες αντίστοιχες με το λιτό, χωρίς ουρλιαχτά και εντάσεις, The Argument των Fugazi.
Αλλά μην ακούτε έμενα. Κατεβάστε την δισκογραφία τους και τοποθετήστε την στον φάκελο που έχετε τις κλασσικές και αγαπημένες κυκλοφορίες. Εκεί, άλλωστε, είναι η θέση των The Terminals.


((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

RICHARD YOUNGS - "RED ALPHABET IN THE SNOW" (2014)


Για τον Richard Youngs έχουμε γράψει πολλές κριτικές σε αυτό το blog – αποτελεί έναν από τους πιο αγαπημένους μας μουσικούς. Μέσα σε δυόμιση περίπου δεκαετίες έχει καταφέρει, ο άτιμος, να δημιουργήσει ένα κάρο κυκλοφορίες· σε βαθμό που, και ο πιο μεγάλος του fan, εύκολα χάνει την μπάλα. Πολλές από αυτές είναι καλές, κάποιες είναι μέτριες, κάποιες το πολύ ενδιαφέρουσες, κάποιες κακές. Τα τελευταία δύο- τρία χρόνια έχει επιδοθεί σε έναν ανεξήγητο μαραθώνιο με στόχο να ηχογραφήσει σε όλα τα είδη μουσικής. Pop, noise, dub, Techno, κοκ. Αυτή η προσπάθεια, όσο respect κι αν είναι σαν σκέψη, δεν έχει αποδώσει πάντα καρπούς. Ναι, υπάρχουν μερικοί δίσκοι υπέροχοι (όπως το Valley Of Ultrahits) όμως οι περισσότεροι είναι μέτριοι, ίσως και κακοί – σε βαθμό εκνευριστικό. Σε βαθμό που να σκέφτεσαι, καλά όλα αυτά ρε αγόρι μου, αλλά δεν πιάνεις πάλι την κιθάρα και την folk, που την ξέρεις και την κατέχεις; Γιατί σε αυτό, στη βρετανική folk και στην ακουστική κιθάρα, όπως και να το κάνουμε, είναι από τους κορυφαίους της εποχής μας.
Ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελείται μόνο από δύο κομμάτια. Στη βάση τους instrumental, στη βάση τους μόνο με κιθάρα. Το ύφος; Αυτό στο οποίο μας έχει συνηθίσει από την εποχή της Jagjaguar: Λιτές μελωδίες που επικαλύπτονται μεταξύ τους, δοσμένες μέσα από ασυγχρόνιστες λούπες, φαινομενικά παράταιρες. Η ακουστική κιθάρα παίρνει πάλι τον πρώτο λόγο και χτίζει έναν ατμοσφαιρικό, ζεστό και καθαρά βρετανικό ιστό – όχι τόσο συναισθηματικό, μα περισσότερο ψυχεδελικό με μια πολύ υπόγεια ροή των υπόλοιπων εγχόρδων που χρησιμοποίει (banjo και sitar – για παράδειγμα). Όλα βέβαια ακολουθούν μια κυκλική πορεία, λες και τα κομμάτια αναπνέουν, μέσα από τις ανεξάντλητες λούπες του Youngs, που συνεχώς εμπλουτίζονται, όλο και πιο ασυγχρόνιστα και ταυτόχρονα διαολεμένα συγχρονισμένα. Κάπου, μέσα στα 17 περίπου λεπτά που διαρκεί το κάθε κομμάτι, εμφανίζονται κρουστά ή οι λούπες σταματάνε στιγμιαία για μια απλή μελωδία ή κάπου ακούγονται φωνητικά, μια φλογέρα – γενικά, αν και πεισμωμένα επαναλαμβανόμενα, τα δύο αυτά κομμάτια έχουν παραδόξως μια progressive πορεία – εναλλαγές που αρμόζουν άλλωστε στην βρετανική folk.
Είναι αλήθεια, αυτό το ιδιωματικό folk πράμα που μπορεί να παίξει μόνο αυτός, είναι τόσο μοναδικό, παραισθητικό και απολαυστικό που δύσκολα ξεκολλάς από πάνω του. Είτε σε δίσκους του παρελθόντος (όπως τα May, The Naive Shaman, Autumn Response, Under Stellar Stream) είτε σε κυκλοφορίες σαν αυτό το ταπεινό 12’’. Και, προσωπικά, δεν το χορταίνω, ούτε το βαριέμαι. Τουναντίον, θα έλεγα.



((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

XYLOURIS WHITE - "GOATS" (2014)


Kάλιο αργά παρά ποτέ! Με την παρούσα συνεργασία η κρητική μουσική, μια έκφανση της παραδοσιακής ελληνικής μουσικής, τρώει ένα σκαμπιλάκι στα οπίσθια που μάλλον έπρεπε να το είχε γευθεί καιρό τώρα. Μεταμορφωμένη, εδώ, η ως μια τίμια ethno/psych μουσική πρόταση μπορεί πια να αναμετρηθεί στα ίσια με άλλες παρόμοιες προσπάθειες όπου ξένες παραδοσιακές φόρμες έχουν αποτελέσει πεδίο έμπνευσης για πολλούς πειραματιστές.

‘Oπως παλιότερα o Arto Lindsay με το fado, οι Sun City Girls με την ινδική, μεξικανή, αραβική κτλ o Haino με την γιαπωνέζικο Noh και φυσικά πάμπολλοι βρετανοί με την δική τους folk, έτσι και ο Ψαρογιώργης - γιός του superstar της Κρητικής μουσικής Ψαραντώνη- την βλέπει αλλιώς και κοιτάει να απλώσει το ερμητικό, λακωνικό ύφος των παραδοσιακών ριζίτικων δρόμων πέρα από τα Όρη και τα βουνά της λεβεντογέννας. Συνοδοιπόρος του σε αυτό το πρωτοπόρο μουσικό ταξίδι ο ελληνικής καταγωγής / αυστραλιανής υπηκοότητας αεικίνητος δαμαστής των κρουστών και των κυμβάλων Jim White. Και η χημεία μεταξύ τους είναι απολαυστική. Κατ’ αρχήν, ατομικά, Ξυλούρης, ο αναδεικνύεται σε μέγα μάστορα του λαούτου. Μιλάμε για βιρτουόζο. Το παίξιμο του είναι ευρύ και ευφάνταστο, στιγμές απότομο, κοφτό, σχεδόν post- punk, άλλοτε λυρικό, μελωδικό και ανοικτό σαν μια φωτεινή εκδοχή του John Fahey πνιγμένη στο κρητικό λάδι. Από την άλλη, Ο White, όπως έχει κάνει με επιτυχία στο παρελθόν σιγοντάροντας των Warren Elis στους Dirty Three, συμπεριφέρεται ιδανικά σε ένα τόσο ευαίσθητο γητευτή εγχόρδων όπως ο Ξυλούρης. Γνωρίζει πότε να επιταχύνει και να κλιμακώσει με βαθειά κυκλωτικά χτυπήματα, πότε να παίξει αλαφροπάτητα ώστε να αφήσει χώρο να ξεδιπλωθούν οι περιπαικτικές μελωδίες του λαούτου.

Τα περισσότερα κομμάτια, βασίζονται βέβαια σε μια βασική μουσική ιδέα παρμένη από την παράδοση σαν την σούστα και το συρτό αλλά στην πορεία μεταλλάσσονται με ελεύθερο πνεύμα σε μικρές εκρήξεις εμπνευσμένων ανατροπών στην φόρμα, κρατώντας τον συναισθηματικό κορμό του αυθεντικού ακέραιο όμως. Γ ι αυτό και το πείραμα είναι πραγματικά επιτυχημένο. Δεν αναλίσκεται σε αντιφορμαλιστικές αυτοσχεδιαστικές εμμονές που τελικά δεν κρατούν το ενδιαφέρον. Ιδανικά, δεν χρησιμοποιούν απλά την Κρητική μουσική ως όχημα πειραματισμού, αλλά την εντάσσουν σε λιγάκι διαφορετικό πλαίσιο ώστε να μπορεί πάντοτε να αναπνέει τον ιδιαίτερο παθιάρικό μεσογειακό της αέρα. Και όταν προς το τέλος του άλμπουμ, μπαίνει αναπάντεχα και το ριζίτικο τραγούδι στο κόλπο με στίχο που εγκωμιάζει τους ποταμούς και τα δάση του αγαπημένου τόπου των δύο πολυταξιδεμένων μουσικών, δεν μπορείς παρά να συμπάσχεις κι εσύ με τον ειλικρινή νόστο του ξενιτεμένων κοπελιών.

Y.Γ. ...έχει και Guy Piccioto στην παραγωγή έτσι για να πωρώνομαστε οι φουγκαζικοί!

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

SUPERSILENT - "12" (2014)


Οι Supersilent είναι μια μπάντα που δεν είναι μπάντα. Παίζει κομμάτια που δεν είναι κομμάτια. Γράφει μουσική, δίχως να έχει τίποτα γραμμένο. Είναι ένα τρίο γρίφος.
Από το 1998 και τις πρώτες τρεις κυκλοφορίες του, οι Arve Henriksen, Ståle Storløkken και Helge Sten όταν βρίσκονται σαν Supersilent δεν μιλάνε καθόλου για μουσική, δεν ανταλάζουν απόψεις, δεν έχουν σημειώσεις· τίποτα προετοιμασμένο – παίζουν έναν καθαρό αυτοσχεδιασμό. Οι δίσκοι τους ονομάζονται μόνο με αριθμούς, τα εξώφυλλα του Kim Hiorthoy είναι όσο πιο απλά γίνεται (μόνο το χρώμα και ο αριθμός αλλάζει δηλαδή σε κάθε νέο album) – τα πάντα γύρω τους καλύπτονται με μυστήριο και με μια στενοκέφαλη, θαρρείς, αφαιρετικότητα. Όσο για την ίδια την μουσική τους; Ε, όποιος έχει ακούσει ξέρει: αν και δεν έχει εξάρσεις και εντάσεις, αν και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως γενικό ηχητικό χαλί, είναι τόσο ιδιότυπη και επιβλητική που ή σε πιάνει από τα μαλλιά, ή σε αφήνει εντελώς αδιάφορο – φυσικά οι όποιοι μουσικοί χαρακτηρισμοί και κατηγοριοποιήσεις για τον ήχο τους είναι πλήρως άστοχοι και άκυροι.
Το 12ο album τους λοιπόν έρχεται 4 χρόνια μετά το 11ο. Έχει προκύψει από 3 διαφορετικά session του 2011 – δεν ξέρω γιατί άργησαν τόσο να το κυκλοφορήσουν. Ο στεγνός και συμπαγής τους ήχος βέβαια παραμένει ίδιος: οι στιγμές της απόλυτης ησυχίας παίζουν τον δικό τους ρόλο πάνω στους αυτοσχεδιασμούς, τα βαριά drones, όποτε δεν σχηματίζουν μια απόκοσμη ατμόσφαιρα, συνθέτουν παραισθητικές αρμονικές, η τρομπέτα εμφανίζεται που και που σαν αυλός που γοητεύει φίδια με αργόσυρτες μελωδίες, κάποια beat σκόρπια ανάμεσα στα κομμάτια, ο ήχος του πιάνου επίσης. Η ροή των κομματιών είναι στιγμές που σε αποκοιμίζει, στιγμές που ακούγεται σαν τρελός εφιάλτης, στιγμές που γλυκαίνει λες και πάει να γίνει μελόδραμα - κοντολογίς η μουσική των Supersilent παίζει με τα αυτιά σου.
Τώρα οι διαφορές με τις υπόλοιπες κυκλοφορίες; Τι να πω. Οι περισσότεροι ψυχροί βόμβοι του Helge Sten ίσως, με πολλά σημεία να θυμίζουν τις κυκλοφορίες του ως Deathprod; Η μικρότερη συμμετοχή της τρομπέτας και γενικά τα λιγότερα σημεία δομής που σε κάποια τους album έκαναν κάπου-κάπου την εμφάνιση τους; Η ουσία βέβαια είναι αναλλοίωτη, ένα από τα 13 κομμάτια να ακούσεις καταλαβαίνεις αμέσως πως πρόκειται για Supersilent.
Ε, για το επόμενο ας μην περάσει τετραετία πάλι, εντάξει παλικάρια;



((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

ROBERT SCOTT Ft. TINY RUINS - "THE GREEN HOUSE" (2014)


Ο έρωτας και ο βήχας (και δη ο τσιγαρόβηχας, μιλάω εκ πείρας) ως γνωστόν, δεν κρύβονται. Και ομολογώ πως ποτέ δεν προσπάθησα να κρύψω το μεγάλο μου έρωτα για τη μουσική σκηνή της Νέας Ζηλανδίας. Σχεδόν ότι έχω ακούσει από αυτό το μικρό και απομακρυσμένο σημείο του πλανήτη ανά τα χρόνια είναι αριστούργημα. Από πού να αρχίσει κανείς και που να τελειώσει – μια αστείρευτη ποσότητα από μπάντες και κυκλοφορίες με μια αποστομωτική ποιότητα σε μελωδίες, πειραματισμούς, τραγουδοποιία.
Σε αυτά τα αριστουργήματα συγκαταλέγεται, με ευκολία, το καινούργιο πόνημα του Robert Scott. Για όσους δεν τον γνωρίζουν πρόκειται για έναν βετεράνο της σκηνής – κιθάρα στους The Bats, μπάσο στους The Clean. Από τα προσωπικά του album, νομίζω πως το φετινό είναι ίσως το καλύτερο. Κιθαριστική pop μουσική, με πολλά επίπεδα στις μελωδίες, με μια γλυκόπικρη αίσθηση - μια ακροβασία ανάμεσα στη μελαγχολική χαρά και την ανάλαφρη λύπη στην ατμόσφαιρα - με αρκετό βάθος στον ήχο· μα ταυτόχρονα αρκετά απλό και λιτό. Οι περισσότερες συνθέσεις είναι βασισμένες μόνο στην ακουστική κιθάρα – αν και δεν λείπουν οι πλήρεις ενορχηστρώσεις, με drums, πιάνο, πλήκτρα και όλα τα συναφή. Τα κομμάτια στα οποία συμμετέχει στα φωνητικά η Tiny Ruins, έχουν μια απροσδόκητη ζεστασιά και αμεσότητα και δίνουν το κάτι παραπάνω στο σύνολο. Σε γενικές γραμμές είναι οι πολύ συνεκτικές και καθαρές μελωδίες που κάνουν αυτή τη συνηθισμένο pop να ακούγεται τόσο ευχάριστα και στο repeat.
Δεν ξέρω τι στο διάολο γίνεται εκεί, στη Ν. Ζηλανδία, και ιδίως στο Dunedin και το Christchurch. Πως δηλαδή καταφέρνουν να έχουν έναν πολύ συγκεκριμένο ήχο όλες περίπου οι κυκλοφορίες, από τις πιο ακραίες noise μέχρι τις πιο απλές pop, οι κιθάρες να είναι τόσο κοφτές και ταυτόχρονα με γεμάτο ήχο, οι μελωδικές γραμμές τόσο έντονες και διαπεραστικές. Τελευταία έχουν βγει στην πιάτσα πολλές επανακυκλοφορίες από τα ιερά τέρατα της σκηνής και ιδίως της Flying Nun. The Bats, The Verlaines, The Clean, κτλ – ένας απίστευτος κατάλογος μουσικών διαμαντιών από τις δεκαετίες ’80 και ’90. Θα έλεγε κανείς πως τότε ήταν η χρυσή εποχή της Ν. Ζηλανδίας και μάλλον θα έχει δίκιο, όμως, τελικά, βγαίνουν συνεχώς αξιοπρόσεκτοι δίσκοι από εκεί – η παραγωγή δεν έχει σταματήσει ποτέ και υποθέτω πως δεν θα σταματήσει.
Υ.Γ. Αν κάποιος έχει καμιά άκρη για εκεί, κάποιον γνωστό, συγγενή, οποιονδήποτε που να προσφέρει εργασία ας επικοινωνήσει μαζί μου. Είμαι τόσο πωρωμένος που διατίθεμαι να φύγω και αύριο το πρωί.


((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

IGNATZ & DE STERVENDE HONDEN - "TEENAGE BOYS" (2014)

Ένας από τους καλύτερους κιθαρίστες των τελευταίων χρόνων – και καλύτερος όχι γιατί έχει μια τρομερή και φοβερή τεχνική, όσο γιατί έχει καταφέρει να δημιουργήσει τον δικό του, εντελώς δικό του, ήχο – αφήνει τις solo ηχογραφήσεις και με την συνοδεία των De Stervende Honden (τι σημαίνει τούτο ιδέα δεν έχω – τα φλαμανδικά μου είναι τόσο καλά όσο τα οικονομικά του κράτους) δημιουργεί έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς.
Η αλήθεια είναι ότι ο Ignatz είχε αρχίσει να επαναλαμβάνεται. Ναι, σαφώς και το ιδιότυπο ύφος του ήταν και είναι ξεχωριστό – η ξεκούρδιστη κιθάρα, τα παράφωνα ακόρντα, οι ασυγχρόνιστες μελωδίες· ότι τέλος πάντων θεωρείτε γενικά λάθος στα χέρια του γίνεται, μαγικά σχεδόν, σωστό – και, ναι, οι πρώτοι δίσκοι του, ιδίως τα “ΙΙ”,“ΙΙΙ” και γενικά μέχρι το “I Hate This City” είναι κοντολογίς αριστουργήματα, μα από τότε περίπου και μετά άρχισε να κοπιάρει τον εαυτό του, ο ήχος του κατάντησε κάτι σαν μανιέρα, φαινόταν ότι χρειαζόταν κάτι να του δώσει μία καινούργια ώθηση και αυτό βρέθηκε τελικά στους De Stervende Honden. Μαζί με αυτούς λοιπόν χτίζει με έναν απολαυστικά υπέροχο τρόπο 5 μεγάλης διάρκειας ψυχεδελικά κομμάτια. Και πρέπει να ομολογήσω ότι δεν φανταζόμουνα ποτέ τον Ignatz να παίζει σε μπάντα, την κιθάρα του να πλαισιώνεται με κάτι περισσότερο από τις βραχνές παραμορφώσεις πάνω στις δύστροπες συγχορδίες – ο ηχητικός κόσμος που έπλαθε έμοιαζε πάντα να είναι μοναχικός. Κι όμως, τελικά, όχι.
Εντάξει· οι μελωδίες θυμίζουν πολύ Velvet Underground ή/και Nico, εντάξει· η παραγωγή παραπέμπει υπερβολικά στην δεκαετία του ’60, και εντάξει· μερικές φόρες είναι ενοχλητικό που δεν μπορείς να καταλάβεις τι ακριβώς ψελλίζει στους στίχους, μα με τίτλο Teenage Boys, τι άλλο περιμένετε δηλαδή; Και, άλλωστε, τι σημασία έχουν αυτά, όταν τα κομμάτια καταφέρνουν να κάνουν την δουλειά τους μαγνητίζοντας στον έντονο, ρυθμικό, ζωντανό και περίπου εκρηκτικό ήχο τους; Εξάλλου τα solo του Ignatz είναι το κάτι άλλο, θα τολμούσα να πω ότι θυμίζουν κάτι από Neil Young – όχι τόσο στην χροιά, όσο στο πόσο εύκολα γλιστράνε μέσα στη μελώδια – όπως, επίσης, και τα μελωδικά περάσματα είναι το κάτι άλλο· μετά από δύο-τρεις ακροάσεις σου καρφώνονται με άνεση στο μυαλό.
 Ή, για να το πω αλλιώς, στην κλασσική σύνθεση μπάσο-κιθάρα-drums δεν νομίζω να ακούσω τίποτα καλύτερο μέσα στον επόμενο χρόνο.


((E A R))
((E Y E))