Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

GATE - "DAMNED REVOLUTIONS" (2012)

Ο προηγούμενος προσωπικός δίσκος του κιθαρίστα των Dead C, το Republic Of Sadness, ήταν για μένα ότι καλύτερο είχα ακούσει το 2010 – όποτε, καταλαβαίνεται, αύτη εδώ η κριτική δεν μπορεί να είναι και πολύ αντικειμενική. Άρχισα να ακούω λοιπόν με μεγάλες προσδοκίες το Damned Revolutions (αν μη τι άλλο, οι δίσκοι του M. Morley έχουν εμπνευσμένους τίτλους), που αποτελείτε από δύο μόλις κομμάτια, εικοσάλεπτης και βάλε διάρκειας. Και τι κομμάτια! Από την αρχή σε κοπανάει ένα τείχος πυκνού noise-drone, που βγάζει σπίθες από τον πολύ ηλεκτρισμό και, όπως πάντα συμβαίνει με τον Morley, αυτός ο θόρυβος εμπεριέχει ένα πρωτόλειο μάγμα μελωδιών που επαναλαμβάνεται και επαναλαμβάνεται μέχρι να σου πάρει το κεφάλι. Επιστροφή στον κλασσικό ήχο των Gate δηλαδή, κλείνοντας την παρένθεση του προηγούμενου album που τα κομμάτια ήταν πιο μικρά, πιο εύηχα, πιο ευκολοχώνευτα, με ρυθμικές λούπες και απαλές μελωδίες. Εδώ τα πράγματα είναι ξερά και μονότονα, με το επίπεδο της έντασης εκκωφαντικό από την αρχή έως το τέλος. Το πρώτο κομμάτι είναι πιο συγκεντρωμένο από το δεύτερο, πιο αφαιρετικό και δομημένο, με έναν κυματιστό ρυθμό που φλερτάρει με τα μπλουζ, ενώ το δεύτερο, πιο επιθετικό και βάναυσο – ένας διαολεμένος αυτοσχεδιασμός που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό – και που σε αυτό, τον διαολεμένο αυτοσχεδιασμό δηλαδή, μαζί με τον Keiji Haino είναι πολλά επίπεδα πάνω από οποιονδήποτε άλλο έχω ακούσει, ήταν είναι και θα είναι, με δυο λόγια, οι καλύτεροι που υπάρχουν στην πιάτσα.
Το Damned Revolutions προορίζεται μόνο για τους λάτρεις του Morley, τόσο μονοδιάστατο που δεν αφήνει περιθώρια, είναι από τους δίσκους που είτε τους λατρεύεις, είτε σε αφήνουν εντελώς αδιάφορο. Αν και πολλοί noise-drone δίσκοι κυκλοφορούν κατά καιρούς, η παγωμένη μονολιθικότητα του Morley, αυτός ο ιδιαίτερος ήχος της Νεοζηλανδικής σκηνής και η αμεσότητα του θορύβου που έχει, είτε στα προσωπικά του album είτε στους Dead C, τον κάνουν ένα είδος μόνο του και, φυσικά, αυτό τον δίσκο ένα αριστούργημα. Μόνη μου μικρή παρατήρηση είναι πως το Damned Revolutions μοιάζει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο δίσκο των Gate με τα πιο πρόσφατα πονήματα των Dead C, με την απουσία απλώς των υπόλοιπων – κάπου μπλέκεται το πράμα και κάπου χάνεται η διαφορετικότητα – σίγα το ωά, θα μου πείτε, από την στιγμή που ο δίσκος κεντάει, τα υπόλοιπα είναι οδοντόπαστες.

((LINK REMOVED BY REQUEST))
((E Y E))

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

PELT - "EFFIGY" (2012)
















Το νέο και πολυαναμενόμενο άλμπουμ της folk / drone κολεκτίβας από τηVirginia μπορεί να σημαδεύεται από την πρόσφατη απώλεια του πρώην κιθαρίστα και κολλητού τους Jack Rose, αλλά ταυτόχρονα ακούγεται σαν ένα από τα πιο προσβάσιμα της εικοσαετούς δισκογραφίας τους. Περίπου σαν το εύπεπτο και παιχνιδιάρικο αριστούργημα τους “Pearls From The River”, το “Effigy” διακρίνεται για την αρμονική σύμπλευση των διάφορων οργανικών ήχων που χρησιμοποιούν οι Pelt, καθώς και για το εξωστρεφές και άκρως εξπρεσιονιστικό ύφος του. Στην πραγματικότητα, εδώ οι Pelt καταθέτουν για μια άλλη φορά το ηχητικό τους στίγμα, μόνο που, ίσως και λόγο της μεγάλης ανάπαυλας που έπρεπε να κάνουν, ακούγονται πιο συγκεντρωμένοι και αποφασισμένοι να ξεζουμίσουν από κάθε κομμάτι την αληθινή ψυχή του. Έτσι, το εναρκτήριο και ασφαλώς ιδιαίτερα αφιερωμένο “Of Jack’s Darbari” με τον συνδυασμό των υπερήφανων δοξαριών από τα βιολιά και των κυκλωτικό βόμβο στο υπόβαθρο αποτελεί τελικά όχι μια θρηνητική λιτανεία αλλά ένα πανηγυρικό δοξασμό του πνεύματος του Rose. Παρακάτω, στο εύθυμο “Wings of Dirt” παντρεύουν το Appalachian old-timey folk μοτίβο στο μπάντζο και το βιολί με ένα περιπαικτικό, ινδικής προελεύσεως, ρυθμό στις τάμπλες φθάνοντας τελικά σε μια Henry Flynt on LSD κορύφωση. Στο 22λεπτο “Ashes of A Photograph” καλύπτουν περίτεχνα με ένα οργανικά δυναμικό και αιθέριο drone πέπλο τις αισθήσεις και σε καλούν να περιπλανηθείς σε ένα ψυχεδελικό κόσμο όπου ο La Monte Young μεταφέρει το dream house του από τη Νέα Υόρκη στο μέσο ενός πυκνού δάσους στις κεντρικές πολιτείες των ΗΠΑ και έχει τον Τοny Conrad στο πρώτο βιολί. Παράλληλα, σε αυτό το μεγάλης διάρκειας άλμπουμ οι Pelt δε διστάζουν να πειραματιστούν με πιο πρωτόγνωρες φόρμες για αυτούς όπως στο μοχθηρό “Spikes and Ties” με τις αιχμηρές κωδωνοκρουσίες των singing bowls ακι το βουίζων αρμόνιο και στο ατμοσφαιρικό “Last Toast Before Capsizing” με το κρουστικό παίξιμο στο πιάνο, τα συντριπτικά κύμβαλα και αυτήν την αίσθηση της ηρεμίας πριν τη καταιγίδα. Συνολικά, κρίνοντας από την υψηλή ποιότητα και των υπόλοιπων κομματιών του άλμπουμ, οι Pelt εδραιώνουν τη περίοπτη θέση τους στον σύγχρονο drone / noise/ folk χάρτη, ως ένα σύνολο που καταφέρνει να συνταιριάξει μοναδικά το πνεύμα του προπολεμικού american primitive folk με την ευρύτερη πολιτιστική ηχώ της μουσικής των american natives ινδιάνων και την γνήσια meditation μουσική της Ινδίας και της μέσης ανατολής.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

MICHAEL CHAPMAN & THE WOODPILES - "NATCH 7" (2012)

Αν είστε από αυτούς που διαβάζουν τις σημειώσεις και τα ψιλά γράμματα στο πίσω μέρος των δίσκων, τότε σίγουρα θα έχετε πέσει πολλές φόρες πάνω στο Black Dirt Studio – που από το 2005 που λειτουργεί, έχει φιλοξενήσει τις ηχογραφήσεις αρκετών αξιόλογων μουσικών (Peaking Lights, Jack Rose, Hototogisu, για παράδειγμα).
Στο studio που ανήκει στον Jason Meagher, μέλος των No Neck Blues Band, έχει ξεκινήσει από τις αρχές του έτους ένα πολύ ενδιαφέρον project. Ονομάζεται NATCH – είναι μια σειρά από sessions που κυκλοφορούν δωρεάν στο διαδίκτυο, στα οποία γνωστοί μουσικοί μαζεύονται και ηχογραφούν, χοντρικά ότι τους κατέβει, από διασκευές μέχρι αυτοσχεδιασμούς, πλήρως ελεύθεροι να δοκιμάσουν οτιδήποτε δεν έχουν δοκιμάσει στα album τους. Το αποτέλεσμα, τις περισσότερες φόρες, είναι από αξιόλογο εώς άψογο. Και πώς να μην είναι άλλωστε, αφού σε αυτά τα sessions, συμμετέχουν ταλαντούχοι μουσικοί που έχουν χαράξει ιδιαίτερες πορείες με τις κυκλοφορίες τους. Ενδεικτικά σημειώνω τους Dave Shuford, Stellar Om Source, Aaron Moore, Tom Carter, Michael Evans.
Αφορμή για την αναφορά εδώ σε αυτή τη σειρά αποτελεί το έβδομο μέρος της, το οποίο τιτλοφορείται ως Michael Chapman and The Woodpiles – όπου σαν Woodpiles συνοψίζονται οι Steve Gunn, Marc Orleans, Jimy SeiTang, και Nathan Bowles, μια περίπου dream team στην αμερικανική folk σκηνή του σήμερα. Το NATCH 7 λοιπόν είναι όσο blues χρειάζεται, όσο folk πρέπει, περιέχει μια πολύ καλή διασκευή του Deportee του Woodie Gurthie (κομμάτι που φέτος το ξανασυναντάμε μετά από την διασκευή του Mike Cooper – και μισό αιώνα μετά παραμένει επίκαιρο) και η ηχογράφηση τελειώνει με ένα επικό 12λεπτό κομμάτι, ψυχεδελικό και παλιομοδίτικο, λίγο 60s και λίγο 70s, λίγο soul και αρκετά blues που σου παίρνει τα μυαλά. Άμα έχετε χρόνο, μπείτε στο tumblr όπου υπάρχουν όλες οι ηχογραφήσεις NATCH, φωτογραφικό υλικό και βίντεο, ακούστε τα προηγούμενα έξι sessions, αξίζουν και αυτά, πρόκειται για μια πολύ προσεγμένη, από πλευράς ποιότητας, σειρά και ήδη ανυπομονώ να ακούσω το όγδοο μέρος, με τους Loren Connors και Bill Orcutt – κάτι μου λέει ότι θα είναι κορυφαίο…

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

BROTHERS UNCONNECTED - "UNROCK THE HOUSE" (2012)

ΠΡΟΣΟΧΗ! Μην ακούσετε αυτό το album. Άλλωστε δεν είναι καν album, μια ζωντανή ηχογράφηση μόνο, στα όρια του bootleg – ένα απλό ντοκουμέντο. Οι ανατριχιαστικές φήμες για όσους τόλμησαν την ακρόαση, πολλαπλασιάζονται καθημερινά.
Αν και ακόμη δεν έχουν δοθεί στην δημοσιότητα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την πραγματική υπόσταση αυτών των εικασιών, πολλοί λένε πως ο πρώτος που έβαλε αυτό τον διπλό δίσκο στο στερεοφωνικό του, παράτησε τα πάντα και έτρεξε στη Μιανμάρ για να βρει ένα χαμένο προ χιλιετιών θησαυρό. Κάποιος άλλος φιλόμουσος καταλήφθηκε από αμόκ, μπήκε σε μια πανεπιστημιακή αίθουσα και άρχισε να γρονθοκοπεί όποιον ακαδημαϊκό έβρισκε μπροστά του. Μια νεαρή κοπέλα είχε εξαφανιστεί για λίγες μέρες, πριν εμφανιστεί ξανά – άγνωστο πως – στην έρημο Gobi. Η ίδια ισχυρίζεται πως απήχθη από φιλικούς εξωγήινους που την κρατούσαν φυλακισμένη στο ίδιο κελί με την Marilyn Monroe, τον Elvis Presley και τον πραγματικό Richard Nixon (όχι τον σωσία του που έγινε πρόεδρος). Ένας έφηβος άρχισε να γράφει έναν ονειροκρίτη με ορνιθοσκαλίσματα που, εκ των υστέρων, αποδείχτηκε πως αποτελούν χαρακτήρες ενός μη αποκρυπτογραφημένου αλφαβήτου μιας εδώ και αιώνες νεκρής γλώσσας. Επιστήμονες ανά τον κόσμο, αν και διατείνονται πως όλες αυτές οι φήμες κινούνται προς ώρας στην σφαίρα της φαντασίας, πιέζουν ώστε η πώληση αυτού του δίσκου να συνοδεύεται από ειδικές σημάνσεις, παρόμοιες με αυτές που υπάρχουν στα πακέτα των τσιγάρων (είναι εθιστικός μην τον ακούσετε, προκαλεί αργό και επώδυνο θάνατο, κτλ).
Εξάλλου γιατί να τον ακούσετε; Εντάξει έχει πολλά από τα στοιχεία της μαύρης μαγείας που χρησιμοποίησαν οι Sun City Girls για να γίνουν διάσημοι και να επηρεάσουν πλήθος νέων μουσικών της ανεξάρτητης σκηνής – τις ξεκούρδιστες κιθάρες, τους ατελείωτους μονολόγους, το σουρεαλιστικό χιούμορ, τις ανατολίτικες κλίμακες και τις συνθέσεις παρωδία της σύγχρονης μουσικής και αν και λείπει ο ηλεκτρικός ήχος των αυθεντικών εκτελέσεων και, προφανώς, τα drums, ο συγχρονισμός των δύο αδερφών είναι τόσο τέλειος που στα περισσότερα κομμάτια υπάρχει η αίσθηση ότι παίζει μία μόνο κιθάρα και όχι δύο – πράγματα του διαβόλου βέβαια. Επαναλαμβάνω. Προσοχή! Μην κάνετε το λάθος και τον ακούσετε. Κινδυνεύετε από αλλοπρόσαλλα οράματα, ανεξέλεγκτους οργασμούς, εφιάλτες, ψυχεδελικά παιδικά τραύματα, αλλοίωση της πραγματικότητας, νικοτινολατρεία.

((LINK REMOVED BY REQUEST))
((E Y E))