Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

HLADOWSKI & JOYNES - "THE WILD WILD BERRY" (2012)

Το περσυνό album του C Joynes, (Congo) περιέργως δεν στολίστηκε με διθυραμβικές κριτικές, όπως του άρμοζε για την αρτιότητα της neo-folk ψυχεδέλειας που περιείχε και την εντυπωσιακή συνοχή και μελωδικότητα που το χαρακτήριζε. Με αυτή τη φετινή του κυκλοφορία μας δίνει μια ευκαιρία να επανορθώσουμε. Τη Hladowski, τώρα, με τη νεραϊδίσια φωνή, την είχα αφήσει σε ένα αξιομνημόνευτο 10”, το High High Nest, πίσω το 2008, που απ’ όσο ξέρω δεν ακολουθήθηκε από κάποια άλλη δισκογραφική δουλειά.
Η συνεργασία αυτών των δύο μας δίνει ένα ξεχωριστό album για φέτος. Ναι, το The Wild Wild Berry θυμίζει πολύ το ρεύμα αναβίωσης της folk μουσικής που άνθισε στη Βρετανία τη δεκαετία του ’60 – πάρα πολύ, για την ακρίβεια. Ο δίσκος απαρτίζεται από έντεκα παραδοσιακά κομμάτια, δοσμένα με τον ιδιαίτερο τρόπο αυτών των δύο. Με την αμεσότητα, δηλαδή, την καθαρότητα των μελωδίων και τον αρκετά ογκώδη, αλλά ταυτόχρονα λιτό, ήχο του C Joynes και την γλυκιά και γεμάτη ηχοχρώματα φωνή της Hladowski. Εύθραυστο, ρομαντικό και απέριττο, το περιεχόμενο του δίσκου με το πανέμορφο εξώφυλλο, δεν κάνει κοιλιά σε κανένα σημείο, δεν υπάρχουν κομμάτια που περνούν απαρατήρητα, δεν διακρίνεται καμία προσπάθεια να αντιγραφούν κάποιες από τις μυθικές μουσικές μορφές του συγκεκριμένου είδους – φέρνει στο νου πολλούς, αλλά κανέναν συγκεκριμένα. Καταφέρνει δηλαδή να έχει την δική του εκφραστικότητα – δίχως να έχει κάποιο νεοτερισμό ή να προσπαθεί να μπολιάσει κάτι καινούργιο. Και καταφέρνει να σε βυθίσει στον έντονα λυρικό και ατμοσφαιρικό κόσμο αυτού του είδους. Σίγουρα, μπορεί να γοητεύσει όποιον συμπαθεί έστω και ελάχιστα την Βρετανική folk ή με άλλα λόγια, αν αυτός ο δίσκος είχε βγει πριν από καμιά πενηνταριά χρόνια, θα είχε πιθανότατα μπει σε όλους τους καταλόγους με τους καλύτερους δίσκους του Folk – Revival.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

KEY OF SHAME - "THRENODY FOR MARCUS JUNIUS BRUTUS" (2012)















Μετά το πολύ καλό drone / psych / noise που εκτοξεύει σε επιληπτικό ρυθμό ως Decimus, ο πολυπράγμων Pat Murano (μέλος των No –Neck Blues Band και των K. Salvatore) μένει στον αφρό της μοντέρνας avant noise και αυτόν τον μήνα με την κυκλοφορία του νέου του project – συνεργασία με τον κιθαρίστα των Sightings, Mark Morgan. O ήχος που ξερνούν βδελυρώς ως Key of Shame στο εν λόγω LP είναι ένας φόρος τιμής στο πρώιμο σκοτεινό χαοτικό industrial τύπου Throbbing Gristle / Coil, αλλά και ταυτόχρονα μια προβολή αυτών των γκρίζων ηχοχρωμάτων σε ένα πιο φανταχτερό ψυχεδελικό καμβά. Στην πρώτη πλευρά του LP o Morgan επιδίδεται στο γνωστό από τους Sightings ξερό, γρατζουνιστό ξύσιμο της κιθάρας του παράγοντας ένα αλλοιωμένο ηλεκτρικό βόμβο που κοντράρει συνεχώς τις εξώκοσμες, ψυχοδραστικές λούπες του Murano. Έτσι, η πρώτη πλευρά όσο τεχνητά αφιλόξενη ηχητικά κι αν είναι ορθώνει ένα σκληρό, μπετονένιο concrete οικοδόμημα υψηλής μεταμοντέρνας noise αισθητικής. Στην δεύτερη πλευρά, οι γραμμές μεταξύ των δύο πλησιάζουν περισσότερο τονικά και η διάθεση τους μοιάζει να είναι να «ταξιδέψουν» παρά να ενοχλήσουν τον ακροατή. Με μαεστρία οι post-techno /industrial βρόγχοι στο ξεκίνημα λειώνουν οργανικά σε μια πηκτή ambient drone λάβα, που καταπίνει με την βουλιμική μη-στατικότητα της κάθε διάθεση για άσκοπες και περιττές περιπλανήσεις σε χλιαρά και άστοχα «ambient» αβαθή ηχοτόπια -αναμασήματα που μας σερβίρουν άλλοι όχι τόσο ευφάνταστοι δημιουργοί όσο οι δύο ταλαντούχοι new Yorkers. Ελπίζω να με συγχωρέσει ο Tzomborgha, αλλά μαζί με τα soundtracks των Cyclobe που θα βρείτε εδώ, αυτή η μεταμοντέρνα θρηνωδία για την ιστορικά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Βρούτου αποτελούν ότι πιο καλοδουλεμένο άκουσα τον τελευταίο καιρό από την drone / industrial σκηνή.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

ASTRAL SOCIAL CLUB - "MAGIC SMILE" (2012)

Ο παραγωγικότατος Neil Cambell μας προσφέρει ένα ακόμη album της υβριδικής pop-techno-noise μουσικής του με αυτή την κυκλοφορία από την Ιαπωνική WonderYou. Το Magic Smile ξαφνιάζει λίγο στην αρχή: απουσιάζουν οι ευθύβολοι noise παροξυσμοί, κυριαρχεί το έντονο, ρυθμικό και πρωτόλειο beat και υποβόσκει μια ευχάριστη μελωδία καθώς διάφοροι ήχοι, από σειρήνες περιπολικών μέχρι φωνές παιδιών, εισβάλουν στο αρκετά εύθυμο μουσικό πανηγύρι. Όλα αυτά στα πρώτα λεπτά – και λίγο πριν αναρωτηθείς μήπως έχεις κάνεις λάθος και ακούς κάτι άλλο, εισβάλλει, επιτέλους, κυριαρχικά ένας παχύς και επιβλητικός θόρυβος που πετάει τα πάντα σε δεύτερο επίπεδο και ησυχάζεις – όχι, δεν έχεις κάνεις λάθος ακούς Astral Social Club. Σε αυτό το δίσκο ο Cambell εμπλουτίζει αρκετά το μονοδιάστατο ύφος που είχαν οι περισσότερες από τις προηγούμενες κυκλοφορίες του. Σαφώς και κυριαρχούν τα μονολιθικά και παλιομοδίτικα beat, που καταλήγουν να φέρνουν στο νου Kraut καταστάσεις με την ψυχεδέλεια που βγάζουν και σαφώς και οι θόρυβοι που παρεμβάλλονται είναι επιθετικοί, βίαιοι και απροσπέλαστοι. Υπάρχει όμως και κάτι παραπάνω. Ίσως το φλερτάρισμα με την υπναγωγική pop (ιδίως στο 2ο κομμάτι) που παραπέμπει στους φουτουριστικούς ήχους της δεκαετίας του ’80, ίσως τα διάφορα field-recordings που εμβόλιμα και φαινομενικά δίχως κάποιο νόημα, μπαίνουν μέσα στην μονοκόμματη αστρική-ψυχεδέλεια που μας έχει συνηθίσει, ίσως οι αιθέριες μελωδίες – πιο έντονες από ποτέ άλλοτε στις ηχογραφήσεις του, ίσως η πιο δομημένη εξέλιξη των κομματιών, από την ξερή παράθεση θορύβων και beats που είχαν οι προηγούμενες κυκλοφορίες του, ίσως όλα αυτά μαζί περιπλέκονται και απογειώνουν τον δίσκο σε αυτό που φανερώνει ο τίτλος του: Magic Smile – μια εύθυμη και ανάλαφρη διάθεση εκχέεται σε κάθε κομμάτι, ανακατεύεται με την βαριά ψυχεδέλεια και το post-industrial ψηφιδωτό των ρυθμών για να καταλήξει σε ένα δίσκο που σίγουρα αξίζει προσοχής.

((E A R))
((E Y E))

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

MICHAEL HURLEY - "BACK HOME WITH DRIFTING WOODS" (2012)

Ότι πρέπει για τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού και τις τελευταίες νύχτες πριν αρχίσουν τα ζόρια του φθινοπώρου. Αυτός ο δίσκος είναι κάτι σαν ιστορικό ντοκουμέντο μιας και πρόκειται για κάποια από τα πρώτα κομμάτια που ηχογράφησε ο Hurley, το μακρινό 1964 – από το υλικό των sessions μέσα από τα οποία προέκυψε το First Songs, ο πρώτος δίσκος του ξεχωριστού αυτού τραγουδοποιού. Η φωνή του λοιπόν είναι ακόμη άγουρη, νεανική, περίπου κανονική (περά από κάποια προσεγμένα φάλτσα), χωρίς τις κραυγές και τις φωνές που τον έκαναν γνωστό αρκετά μετά και αποτέλεσαν το χαρακτηριστικό του μουσικού του κόσμου – ενός κόσμου ιδιότυπου, αυθεντικού και ειλικρινούς.
Στα 23 του χρόνια, με την ακουστική του κιθάρα, μια φυσαρμόνικα και την υψίτονη φωνή του, ο Hurley ανοίγει την αυλαία πίσω από την οποία ξεδιπλώνεται - μέσα από τους στίχους - ο μοναχικός και γεμάτος συμβολισμούς γαλαξίας της λίγο ξεκούρδιστης κιθάρας, των λίγο παράταιρων ακόρντων, των ατελών μελωδιών και των υπνωτιστικών ρυθμών. Η προσέγγιση του Hurley μοιάζει περισσότερο με αυτήν των πρώιμων μπλουζ: τότε που κατάκοποι, μεγάλοι σε ηλικία μαύροι γρατζούνιζαν την κιθάρα δίχως να χολοσκάνε για την τεχνική ή την αρτιότητα του αποτελεσμάτων, βγάζοντας πηγαία και χωρίς φιλτράρισμα τα εσώψυχα τους. Φυσικά ο Hurley ούτε μαύρος είναι, ούτε μεγάλος σε ηλικία – σε αυτές τις ηχογραφήσεις τουλάχιστον. Παρόλα αυτά ο γυμνός του ήχος, η επίπεδη φωνή του και το πάθος που ξεχειλίζει στα λόγια και στην κιθάρα του καταφέρνουν να πλάσουν κομμάτια εξίσου άμεσα και διαπεραστικά, που αν και δύστροπα στο αυτί, μπορούν άνετα να τρυπώσουν μέσα σου και να σε υποχρεώσουν να ακούσεις ξανά και ξανά αυτόν τον δίσκο. Με άλλα λόγια το ταλέντο και η αξία του μεγάλου αυτού μουσικού, είναι αναγνωρίσιμα από τα πρώτα κιόλας κομμάτια που έγραψε στο studio – άσχετο αν μέχρι την δεκαετία του ’80 είχε μείνει πλήρως στην αφάνεια και από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 άρχισε, επιτέλους, να γίνεται κάπως γνωστός, για να αποκτήσει σίγα-σιγά την θέση που του ανήκει στο μουσικό στερέωμα. Αυτήν δηλαδή ενός γνήσιου, αξιόλογου και αρκετά επιδραστικού εκπροσώπου της ανεξάντλητης, Αμερικάνικης Folk.

((E A R))
((E Y E))