Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

ALAN LICHT - "FOUR YEARS OLDER" (2013)

Μια κυκλοφορία με πολύ ενδιαφέρον concept, μιας και παρουσιάζει το ίδιο κομμάτι, όπως το έχει αποδώσει ο Alan Licht με τέσσερα χρόνια διαφορά. Βέβαια, δεν μιλάμε για κάποιο κανονικό κομμάτι, μα περισσότερο για έναν δομημένο αυτοσχεδιασμό, πάνω στην κιθάρα του, ηχογραφημένο ζωντανά, το πρώτο κομμάτι το 2012 και το δεύτερο το 2008. Λίγα πράγματα έχω ακούσει από τον Alan Licht – δεν είναι άλλωστε από τους μουσικούς που βγάζουν δίσκο κάθε τρεις και λίγο. Οι κυκλοφορίες του είναι προσεγμένες, καλοδουλεμένες και έχουν κάτι ιδιαίτερο να πουν. Εδώ, έχουμε ένα εξαίρετο παράδειγμα της ικανότητας του Licht ως μουσικού. Η κιθάρα του, που από τις πολλές παραμορφώσεις θυμίζει κάτι από μπουκωμένο εκκλησιαστικό όργανο, κινείτε με μαγική ευκολία πάνω από μελωδικά θέματα, πάνω από ατονικά περάσματα, από δυνατά δονούμενα drones, από χαοτικά σόλο – τα τελευταία περισσότερο περιορισμένα απ’ όσο φαντάζεται κάποιος για έναν αυτοσχεδιασμό – το κολπάκι βρίσκεται στην ατμόσφαιρα (επιθετική κυρίως) που χτίζει και στον ηλεκτρισμένο θόρυβο που παράγει, στην αμεσότητα που έχει το αποτέλεσμα, που λίγοι στον αυτοσχεδιασμό μπορούν να βγάλουν – ας αναφέρω απλώς τον Keiji Haino.
Τώρα ακούγοντας τα δύο κομμάτια, θα έλεγα πως το πρώτο (του 2012) είναι πιο προσηλωμένο, πιο σφιχτό, δίχως ίχνος φλυαρίας, η δομή είναι το κυρίαρχο συστατικό, ενώ στο δεύτερο (του 2008) ο Licht ξεφεύγει εντελώς, βασανίζει με feedback την κιθάρα, βγάζοντας ένα ρυθμικό μόρφωμα σαν ξεκούρδιστο και χαλασμένο αρμόνιο, που με κάποιον περίεργο τρόπο καταφέρνει να είναι γοητευτικό. Ωριμότητα , λοιπόν; ‘Η αφαιρετική ικανότητα από την εμπειρία - δυνατότητα προσήλωσης;

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

PETER JEFFERIES - "THE LAST GREAT CHALLENGE IN A DULL WORLD" (2013/1990)

Περίεργο ακούγεται, αλλά έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία αυτού του δίσκου – και χρειάστηκαν τόσα για να βγει μία επανακυκλοφορία της προκοπής σε βινύλιο, από την De Stijl. Όποιος κατά το παρελθόν έχει ασχοληθεί με την σκηνή της Νέας Ζηλανδίας, είτε ξεκινώντας από τους Dead C, είτε από τους The Clean, δεν υπήρχε περίπτωση να μην πέσει πάνω σε αυτό το album – και οι περισσότεροι δεν έπεσαν απλά, συγκρούστηκαν και για καμιά βδομάδα διαλύθηκαν και δεν μπορούσαν να ακούσουν τίποτα άλλο πέρα από αυτό το αριστούργημα. Εντάξει, όχι οι περισσότεροι, αναφέρομαι στον εαυτό μου.
Πρωτοάκουσα το The Last Great Challenge In A Dull World μια εποχή που ήμουν λιγάκι κολλημένος με τον Smog και ένιωσα σαν να βρήκα το κρυμμένο πρωτότυπο – ναι ο Bill Calahan, επί εποχής Smog τουλάχιστον, μοιάζει πολύ με τον Peter Jefferies, στις μελωδίες που επαναλαμβάνονται συνεχώς, στην λίγο ψηθιριστή φωνή, στους στίχους, στη ιδιαιτερότητα μιας πολύ προσωπικής και ταυτόχρονα πάρα πολύ άμεσης τραγουδοποιίας. Βέβαια ο Jefferies είναι Νεοζηλάνδος. Τουτέστιν τα κομμάτια του είναι πιο πειραγμένα, σαλεμένα, περιέχουν την τραχύτητα και την αψάδα της Νεοζηλανδέζικης σκηνής. Κομμάτια σαν το Domestica, ας πούμε, το δεύτερο στη σειρά του δίσκου, όπου ακούγονται διάφοροι ήχοι ενός σπιτιού, ποτήρια, πιάτα, τρεχούμενο νερό, βήματα, ένα μηχάνημα σαν πλυντήριο, με την καθημερινή τους τυχαιότητα και από πάνω ο Jefferies να απαγγέλει μελωδικά, καρφώθηκε από τότε στη μνήμη μου και έμεινε εκεί έντονο μέχρι σήμερα, το θεωρώ ακόμη ένα αριστούργημα. Όπως θεωρώ, φυσικά, όλο τον δίσκο. Από τα κομμάτια με τον πιο γεμάτο ήχο που παραπέμπουν, προφανώς, στους Velvet Underground, όπως το Catapult, τα πιο αφαιρετικά και συναισθηματικά με βάση το πιάνο ή την κιθάρα, σαν το The Fate Of The Human Carbine, τα σαλεμένα σαν το Neither Do I, όλα, με την βαριά του φωνή αποστασιοποιημένη, λες και τραγουδάει από κάποιο άλλο δωμάτιο που δεν ακούγεται η μουσική και τους εξαίρετους στίχους, κάποιοι κωμικοί, άλλοι σοβαροί, άλλοι έντονα φορτισμένοι.
Μην κάνετε το λάθος και ξεπεράσετε στα γρήγορα αυτό το έπος. Θα χάσετε.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

BILL ORCUTT & CHRIS CORSANO - "THE RAW AND THE COOKED" (2013)

Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο δεν υπάρχει σε αυτή την ηχογράφηση, απ’ ότι μπορεί να εύκολα να φανταστεί ο καθένας, βλέποντας τα ονόματα που συμμετέχουν σε αυτόν τον περίπου αυτοσχεδιασμό. Με μία λέξη: δαιμονισμένος. Ακούγοντας την πρώτη πλευρά δύσκολα συμπεραίνεις ότι όλος αυτός ο θόρυβος προέρχεται απλά και μόνο από μια κιθάρα και ένα σετ drums. Και οι δύο μάγοι-μουσικοί βάζουν σκοπό να σε ξεκουφάνουν και, δίχως να πάρουν ανάσα, ο ένας σε βομβαρδίζει με ένα ασταμάτητο ρυθμικό-άρρυθμο όγκο στα drums και ο άλλος – ως συνήθως – ακούγεται σαν να έχει βγάλει καμιά ντουζίνα δάκτυλα παραπάνω που κοπανάνε με βία χορδές και συγχορδίες. Στα χέρια του Bill Orcutt ο όρος physical για το παίξιμο ενός οργάνου αποκτάει μια άλλη έννοια.
Και ενώ την περισσότερη ώρα ακούς απλά δύο τύπους να γυροφέρνουν την θορυβώδη παράνοια με έναν τρόπο που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, εκεί, κάπου στο τέλος της πρώτης πλευράς, που ξαφνικά συντονίζονται, ο Orcutt με ένα κυκλικό θέμα που μοιάζει με drone (ανάθεμα κι αν καταλαβαίνω πως ακριβώς το καταφέρνει και τι ακριβώς κάνει) και ο Corsano με ατελείωτο γύρισμα που πηγαίνει εναλλάξ από τα τύμπανα στα πιατίνια, ο δαιμονισμένος ήχος αγγίζει την μαγεία.
Μετά τα πράγματα γίνονται πιο ήρεμα και απλά. Στην δεύτερη πλευρά το πράμα κυλάει πάνω σε μια αργόσυρτη ψυχεδέλεια με μόνο κάποια ξεσπάσματα να θυμίζουν την πρώτη πλευρά. Στην αρχή ξενίζει λίγο αυτή η αλλαγή, αλλά μετά από λίγο, όταν κατακάθεται η βαβούρα στο πίσω μέρος των αυτιών, αυτή η πιο εγκεφαλική προσέγγιση του duo μοιάζει εξίσου άψογη. Ο Orcutt σέρνεται πάνω στις χορδές, δίχως να χάνει την punk χροιά στο παίξιμο του (πως θα μπορούσε άλλωστε!) και ο Corsano αναλαμβάνει ρόλο μπροστάρη, με το γνωστό του κουσούρι να βαράει ένα κάρο πράγματα που υπό οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες θα ακουγόταν σαν την φασαρία ενός αυτιστικού παιδιού που βρέθηκε τυχαία μέσα στο κάδο απορριμμάτων, μα στα χέρια του δεν ακούγεται καθόλου έτσι, ίσα-ίσα ακούγεται σαν μια πελώρια χιονοστιβάδα θορύβων που σκαλίζουν ευχάριστα τα εγκεφαλικά σου κύτταρα.
Η αλήθεια είναι πως θα μπορούσα να μην είχα γράψει τίποτα από τα παραπάνω. Απλά και μόνο Corsano και Orcutt. Αρκεί.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

SIGHTINGS - "TERRIBLY WELL" (2013)

Παλιοσειρές, πλέον, οι Sightings, έχουν ξεχωρίσει από διάφορες noise μπάντες εδώ και καιρό, μιας και καταφέρνουν να φτιάχνουν ένα παντελώς δικό τους μουσικό σύμπαν. Ένα σύμπαν που έχει περάσει από πολλά μορφώματα: από την λασπουριά των πρώτων album, μέχρι το σχεδόν no-wave των τελευταίων, διατηρώντας πάντα την αλλόκοτη στάμπα ενός μεταμοντέρνου θορύβου.
Στο νέο τους δίσκο το τρίο από τη Νέα Υόρκη κάνει μερικά βήματα πίσω και ταυτόχρονα αρκετά βήματα μπροστά: επιστρέφει κατά κάποιο τρόπο, στα πιο χαοτικά noise περάσματα των πρώτων ηχογραφήσεων του, με κομμάτια που πραγματικά βαλτώνουν σε κιθαριστικά distortion δίχως ίχνος μελωδίας, με την παρεμβολή επιθετικών και ασύνδετων θορύβων, που όλα διατηρούνται σε συνοχή χάριν στους τρομερά έντονους και ζωντανούς ρυθμούς του ντράμερ Jon Lockie. Ο ήχος επίσης των κομματιών δεν είναι τόσο γυαλισμένος και προσεγμένος όσο ήταν στα τελευταία τους album – η «βρωμιά» υπάρχει παντού και είναι, φυσικά, καλοδεχούμενη. Ταυτόχρονα όμως οι Sightings επιδεικνύουν σε αυτό το δίσκο μια ωριμότητα που δεν είχαν δείξει πριν. Τα θορυβώδη περάσματα δεν πλατειάζουν καθόλου, το ενδιαφέρον δεν μειώνετε σε κανένα σημείο των συνθέσεων, η μίξη των ειδών – κάπου ανάμεσα στο industrial, το no-wave και το post-punk – γίνεται με μαεστρικό τρόπο, το ανακάτεμα των κομματιών, των πιο σφιχτών και δομημένων (με την απαραίτητη ροκ χροιά) με τα πιο ελεύθερα που ηχούν σχεδόν αυτοσχεδιαστικά (στα όρια να θυμίζουν κάτι από Dead C) είναι προσεκτικά διαλεγμένο, τόσο που δεν καταλαβαίνεις για πότε περνάνε τα τρία, περίπου, τέταρτα που διαρκεί το Terribly Well – απόλυτα ταιριαστός, παρεμπιπτόντως, τίτλος, για ένα γοητευτικά αποκρουστικό διαμαντάκι.

((E A R))
((E Y E))