Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

RICHARD YOUNGS - "RED ALPHABET IN THE SNOW" (2014)


Για τον Richard Youngs έχουμε γράψει πολλές κριτικές σε αυτό το blog – αποτελεί έναν από τους πιο αγαπημένους μας μουσικούς. Μέσα σε δυόμιση περίπου δεκαετίες έχει καταφέρει, ο άτιμος, να δημιουργήσει ένα κάρο κυκλοφορίες· σε βαθμό που, και ο πιο μεγάλος του fan, εύκολα χάνει την μπάλα. Πολλές από αυτές είναι καλές, κάποιες είναι μέτριες, κάποιες το πολύ ενδιαφέρουσες, κάποιες κακές. Τα τελευταία δύο- τρία χρόνια έχει επιδοθεί σε έναν ανεξήγητο μαραθώνιο με στόχο να ηχογραφήσει σε όλα τα είδη μουσικής. Pop, noise, dub, Techno, κοκ. Αυτή η προσπάθεια, όσο respect κι αν είναι σαν σκέψη, δεν έχει αποδώσει πάντα καρπούς. Ναι, υπάρχουν μερικοί δίσκοι υπέροχοι (όπως το Valley Of Ultrahits) όμως οι περισσότεροι είναι μέτριοι, ίσως και κακοί – σε βαθμό εκνευριστικό. Σε βαθμό που να σκέφτεσαι, καλά όλα αυτά ρε αγόρι μου, αλλά δεν πιάνεις πάλι την κιθάρα και την folk, που την ξέρεις και την κατέχεις; Γιατί σε αυτό, στη βρετανική folk και στην ακουστική κιθάρα, όπως και να το κάνουμε, είναι από τους κορυφαίους της εποχής μας.
Ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελείται μόνο από δύο κομμάτια. Στη βάση τους instrumental, στη βάση τους μόνο με κιθάρα. Το ύφος; Αυτό στο οποίο μας έχει συνηθίσει από την εποχή της Jagjaguar: Λιτές μελωδίες που επικαλύπτονται μεταξύ τους, δοσμένες μέσα από ασυγχρόνιστες λούπες, φαινομενικά παράταιρες. Η ακουστική κιθάρα παίρνει πάλι τον πρώτο λόγο και χτίζει έναν ατμοσφαιρικό, ζεστό και καθαρά βρετανικό ιστό – όχι τόσο συναισθηματικό, μα περισσότερο ψυχεδελικό με μια πολύ υπόγεια ροή των υπόλοιπων εγχόρδων που χρησιμοποίει (banjo και sitar – για παράδειγμα). Όλα βέβαια ακολουθούν μια κυκλική πορεία, λες και τα κομμάτια αναπνέουν, μέσα από τις ανεξάντλητες λούπες του Youngs, που συνεχώς εμπλουτίζονται, όλο και πιο ασυγχρόνιστα και ταυτόχρονα διαολεμένα συγχρονισμένα. Κάπου, μέσα στα 17 περίπου λεπτά που διαρκεί το κάθε κομμάτι, εμφανίζονται κρουστά ή οι λούπες σταματάνε στιγμιαία για μια απλή μελωδία ή κάπου ακούγονται φωνητικά, μια φλογέρα – γενικά, αν και πεισμωμένα επαναλαμβανόμενα, τα δύο αυτά κομμάτια έχουν παραδόξως μια progressive πορεία – εναλλαγές που αρμόζουν άλλωστε στην βρετανική folk.
Είναι αλήθεια, αυτό το ιδιωματικό folk πράμα που μπορεί να παίξει μόνο αυτός, είναι τόσο μοναδικό, παραισθητικό και απολαυστικό που δύσκολα ξεκολλάς από πάνω του. Είτε σε δίσκους του παρελθόντος (όπως τα May, The Naive Shaman, Autumn Response, Under Stellar Stream) είτε σε κυκλοφορίες σαν αυτό το ταπεινό 12’’. Και, προσωπικά, δεν το χορταίνω, ούτε το βαριέμαι. Τουναντίον, θα έλεγα.



((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

XYLOURIS WHITE - "GOATS" (2014)


Kάλιο αργά παρά ποτέ! Με την παρούσα συνεργασία η κρητική μουσική, μια έκφανση της παραδοσιακής ελληνικής μουσικής, τρώει ένα σκαμπιλάκι στα οπίσθια που μάλλον έπρεπε να το είχε γευθεί καιρό τώρα. Μεταμορφωμένη, εδώ, η ως μια τίμια ethno/psych μουσική πρόταση μπορεί πια να αναμετρηθεί στα ίσια με άλλες παρόμοιες προσπάθειες όπου ξένες παραδοσιακές φόρμες έχουν αποτελέσει πεδίο έμπνευσης για πολλούς πειραματιστές.

‘Oπως παλιότερα o Arto Lindsay με το fado, οι Sun City Girls με την ινδική, μεξικανή, αραβική κτλ o Haino με την γιαπωνέζικο Noh και φυσικά πάμπολλοι βρετανοί με την δική τους folk, έτσι και ο Ψαρογιώργης - γιός του superstar της Κρητικής μουσικής Ψαραντώνη- την βλέπει αλλιώς και κοιτάει να απλώσει το ερμητικό, λακωνικό ύφος των παραδοσιακών ριζίτικων δρόμων πέρα από τα Όρη και τα βουνά της λεβεντογέννας. Συνοδοιπόρος του σε αυτό το πρωτοπόρο μουσικό ταξίδι ο ελληνικής καταγωγής / αυστραλιανής υπηκοότητας αεικίνητος δαμαστής των κρουστών και των κυμβάλων Jim White. Και η χημεία μεταξύ τους είναι απολαυστική. Κατ’ αρχήν, ατομικά, Ξυλούρης, ο αναδεικνύεται σε μέγα μάστορα του λαούτου. Μιλάμε για βιρτουόζο. Το παίξιμο του είναι ευρύ και ευφάνταστο, στιγμές απότομο, κοφτό, σχεδόν post- punk, άλλοτε λυρικό, μελωδικό και ανοικτό σαν μια φωτεινή εκδοχή του John Fahey πνιγμένη στο κρητικό λάδι. Από την άλλη, Ο White, όπως έχει κάνει με επιτυχία στο παρελθόν σιγοντάροντας των Warren Elis στους Dirty Three, συμπεριφέρεται ιδανικά σε ένα τόσο ευαίσθητο γητευτή εγχόρδων όπως ο Ξυλούρης. Γνωρίζει πότε να επιταχύνει και να κλιμακώσει με βαθειά κυκλωτικά χτυπήματα, πότε να παίξει αλαφροπάτητα ώστε να αφήσει χώρο να ξεδιπλωθούν οι περιπαικτικές μελωδίες του λαούτου.

Τα περισσότερα κομμάτια, βασίζονται βέβαια σε μια βασική μουσική ιδέα παρμένη από την παράδοση σαν την σούστα και το συρτό αλλά στην πορεία μεταλλάσσονται με ελεύθερο πνεύμα σε μικρές εκρήξεις εμπνευσμένων ανατροπών στην φόρμα, κρατώντας τον συναισθηματικό κορμό του αυθεντικού ακέραιο όμως. Γ ι αυτό και το πείραμα είναι πραγματικά επιτυχημένο. Δεν αναλίσκεται σε αντιφορμαλιστικές αυτοσχεδιαστικές εμμονές που τελικά δεν κρατούν το ενδιαφέρον. Ιδανικά, δεν χρησιμοποιούν απλά την Κρητική μουσική ως όχημα πειραματισμού, αλλά την εντάσσουν σε λιγάκι διαφορετικό πλαίσιο ώστε να μπορεί πάντοτε να αναπνέει τον ιδιαίτερο παθιάρικό μεσογειακό της αέρα. Και όταν προς το τέλος του άλμπουμ, μπαίνει αναπάντεχα και το ριζίτικο τραγούδι στο κόλπο με στίχο που εγκωμιάζει τους ποταμούς και τα δάση του αγαπημένου τόπου των δύο πολυταξιδεμένων μουσικών, δεν μπορείς παρά να συμπάσχεις κι εσύ με τον ειλικρινή νόστο του ξενιτεμένων κοπελιών.

Y.Γ. ...έχει και Guy Piccioto στην παραγωγή έτσι για να πωρώνομαστε οι φουγκαζικοί!

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

SUPERSILENT - "12" (2014)


Οι Supersilent είναι μια μπάντα που δεν είναι μπάντα. Παίζει κομμάτια που δεν είναι κομμάτια. Γράφει μουσική, δίχως να έχει τίποτα γραμμένο. Είναι ένα τρίο γρίφος.
Από το 1998 και τις πρώτες τρεις κυκλοφορίες του, οι Arve Henriksen, Ståle Storløkken και Helge Sten όταν βρίσκονται σαν Supersilent δεν μιλάνε καθόλου για μουσική, δεν ανταλάζουν απόψεις, δεν έχουν σημειώσεις· τίποτα προετοιμασμένο – παίζουν έναν καθαρό αυτοσχεδιασμό. Οι δίσκοι τους ονομάζονται μόνο με αριθμούς, τα εξώφυλλα του Kim Hiorthoy είναι όσο πιο απλά γίνεται (μόνο το χρώμα και ο αριθμός αλλάζει δηλαδή σε κάθε νέο album) – τα πάντα γύρω τους καλύπτονται με μυστήριο και με μια στενοκέφαλη, θαρρείς, αφαιρετικότητα. Όσο για την ίδια την μουσική τους; Ε, όποιος έχει ακούσει ξέρει: αν και δεν έχει εξάρσεις και εντάσεις, αν και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως γενικό ηχητικό χαλί, είναι τόσο ιδιότυπη και επιβλητική που ή σε πιάνει από τα μαλλιά, ή σε αφήνει εντελώς αδιάφορο – φυσικά οι όποιοι μουσικοί χαρακτηρισμοί και κατηγοριοποιήσεις για τον ήχο τους είναι πλήρως άστοχοι και άκυροι.
Το 12ο album τους λοιπόν έρχεται 4 χρόνια μετά το 11ο. Έχει προκύψει από 3 διαφορετικά session του 2011 – δεν ξέρω γιατί άργησαν τόσο να το κυκλοφορήσουν. Ο στεγνός και συμπαγής τους ήχος βέβαια παραμένει ίδιος: οι στιγμές της απόλυτης ησυχίας παίζουν τον δικό τους ρόλο πάνω στους αυτοσχεδιασμούς, τα βαριά drones, όποτε δεν σχηματίζουν μια απόκοσμη ατμόσφαιρα, συνθέτουν παραισθητικές αρμονικές, η τρομπέτα εμφανίζεται που και που σαν αυλός που γοητεύει φίδια με αργόσυρτες μελωδίες, κάποια beat σκόρπια ανάμεσα στα κομμάτια, ο ήχος του πιάνου επίσης. Η ροή των κομματιών είναι στιγμές που σε αποκοιμίζει, στιγμές που ακούγεται σαν τρελός εφιάλτης, στιγμές που γλυκαίνει λες και πάει να γίνει μελόδραμα - κοντολογίς η μουσική των Supersilent παίζει με τα αυτιά σου.
Τώρα οι διαφορές με τις υπόλοιπες κυκλοφορίες; Τι να πω. Οι περισσότεροι ψυχροί βόμβοι του Helge Sten ίσως, με πολλά σημεία να θυμίζουν τις κυκλοφορίες του ως Deathprod; Η μικρότερη συμμετοχή της τρομπέτας και γενικά τα λιγότερα σημεία δομής που σε κάποια τους album έκαναν κάπου-κάπου την εμφάνιση τους; Η ουσία βέβαια είναι αναλλοίωτη, ένα από τα 13 κομμάτια να ακούσεις καταλαβαίνεις αμέσως πως πρόκειται για Supersilent.
Ε, για το επόμενο ας μην περάσει τετραετία πάλι, εντάξει παλικάρια;



((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

ROBERT SCOTT Ft. TINY RUINS - "THE GREEN HOUSE" (2014)


Ο έρωτας και ο βήχας (και δη ο τσιγαρόβηχας, μιλάω εκ πείρας) ως γνωστόν, δεν κρύβονται. Και ομολογώ πως ποτέ δεν προσπάθησα να κρύψω το μεγάλο μου έρωτα για τη μουσική σκηνή της Νέας Ζηλανδίας. Σχεδόν ότι έχω ακούσει από αυτό το μικρό και απομακρυσμένο σημείο του πλανήτη ανά τα χρόνια είναι αριστούργημα. Από πού να αρχίσει κανείς και που να τελειώσει – μια αστείρευτη ποσότητα από μπάντες και κυκλοφορίες με μια αποστομωτική ποιότητα σε μελωδίες, πειραματισμούς, τραγουδοποιία.
Σε αυτά τα αριστουργήματα συγκαταλέγεται, με ευκολία, το καινούργιο πόνημα του Robert Scott. Για όσους δεν τον γνωρίζουν πρόκειται για έναν βετεράνο της σκηνής – κιθάρα στους The Bats, μπάσο στους The Clean. Από τα προσωπικά του album, νομίζω πως το φετινό είναι ίσως το καλύτερο. Κιθαριστική pop μουσική, με πολλά επίπεδα στις μελωδίες, με μια γλυκόπικρη αίσθηση - μια ακροβασία ανάμεσα στη μελαγχολική χαρά και την ανάλαφρη λύπη στην ατμόσφαιρα - με αρκετό βάθος στον ήχο· μα ταυτόχρονα αρκετά απλό και λιτό. Οι περισσότερες συνθέσεις είναι βασισμένες μόνο στην ακουστική κιθάρα – αν και δεν λείπουν οι πλήρεις ενορχηστρώσεις, με drums, πιάνο, πλήκτρα και όλα τα συναφή. Τα κομμάτια στα οποία συμμετέχει στα φωνητικά η Tiny Ruins, έχουν μια απροσδόκητη ζεστασιά και αμεσότητα και δίνουν το κάτι παραπάνω στο σύνολο. Σε γενικές γραμμές είναι οι πολύ συνεκτικές και καθαρές μελωδίες που κάνουν αυτή τη συνηθισμένο pop να ακούγεται τόσο ευχάριστα και στο repeat.
Δεν ξέρω τι στο διάολο γίνεται εκεί, στη Ν. Ζηλανδία, και ιδίως στο Dunedin και το Christchurch. Πως δηλαδή καταφέρνουν να έχουν έναν πολύ συγκεκριμένο ήχο όλες περίπου οι κυκλοφορίες, από τις πιο ακραίες noise μέχρι τις πιο απλές pop, οι κιθάρες να είναι τόσο κοφτές και ταυτόχρονα με γεμάτο ήχο, οι μελωδικές γραμμές τόσο έντονες και διαπεραστικές. Τελευταία έχουν βγει στην πιάτσα πολλές επανακυκλοφορίες από τα ιερά τέρατα της σκηνής και ιδίως της Flying Nun. The Bats, The Verlaines, The Clean, κτλ – ένας απίστευτος κατάλογος μουσικών διαμαντιών από τις δεκαετίες ’80 και ’90. Θα έλεγε κανείς πως τότε ήταν η χρυσή εποχή της Ν. Ζηλανδίας και μάλλον θα έχει δίκιο, όμως, τελικά, βγαίνουν συνεχώς αξιοπρόσεκτοι δίσκοι από εκεί – η παραγωγή δεν έχει σταματήσει ποτέ και υποθέτω πως δεν θα σταματήσει.
Υ.Γ. Αν κάποιος έχει καμιά άκρη για εκεί, κάποιον γνωστό, συγγενή, οποιονδήποτε που να προσφέρει εργασία ας επικοινωνήσει μαζί μου. Είμαι τόσο πωρωμένος που διατίθεμαι να φύγω και αύριο το πρωί.


((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

IGNATZ & DE STERVENDE HONDEN - "TEENAGE BOYS" (2014)

Ένας από τους καλύτερους κιθαρίστες των τελευταίων χρόνων – και καλύτερος όχι γιατί έχει μια τρομερή και φοβερή τεχνική, όσο γιατί έχει καταφέρει να δημιουργήσει τον δικό του, εντελώς δικό του, ήχο – αφήνει τις solo ηχογραφήσεις και με την συνοδεία των De Stervende Honden (τι σημαίνει τούτο ιδέα δεν έχω – τα φλαμανδικά μου είναι τόσο καλά όσο τα οικονομικά του κράτους) δημιουργεί έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς.
Η αλήθεια είναι ότι ο Ignatz είχε αρχίσει να επαναλαμβάνεται. Ναι, σαφώς και το ιδιότυπο ύφος του ήταν και είναι ξεχωριστό – η ξεκούρδιστη κιθάρα, τα παράφωνα ακόρντα, οι ασυγχρόνιστες μελωδίες· ότι τέλος πάντων θεωρείτε γενικά λάθος στα χέρια του γίνεται, μαγικά σχεδόν, σωστό – και, ναι, οι πρώτοι δίσκοι του, ιδίως τα “ΙΙ”,“ΙΙΙ” και γενικά μέχρι το “I Hate This City” είναι κοντολογίς αριστουργήματα, μα από τότε περίπου και μετά άρχισε να κοπιάρει τον εαυτό του, ο ήχος του κατάντησε κάτι σαν μανιέρα, φαινόταν ότι χρειαζόταν κάτι να του δώσει μία καινούργια ώθηση και αυτό βρέθηκε τελικά στους De Stervende Honden. Μαζί με αυτούς λοιπόν χτίζει με έναν απολαυστικά υπέροχο τρόπο 5 μεγάλης διάρκειας ψυχεδελικά κομμάτια. Και πρέπει να ομολογήσω ότι δεν φανταζόμουνα ποτέ τον Ignatz να παίζει σε μπάντα, την κιθάρα του να πλαισιώνεται με κάτι περισσότερο από τις βραχνές παραμορφώσεις πάνω στις δύστροπες συγχορδίες – ο ηχητικός κόσμος που έπλαθε έμοιαζε πάντα να είναι μοναχικός. Κι όμως, τελικά, όχι.
Εντάξει· οι μελωδίες θυμίζουν πολύ Velvet Underground ή/και Nico, εντάξει· η παραγωγή παραπέμπει υπερβολικά στην δεκαετία του ’60, και εντάξει· μερικές φόρες είναι ενοχλητικό που δεν μπορείς να καταλάβεις τι ακριβώς ψελλίζει στους στίχους, μα με τίτλο Teenage Boys, τι άλλο περιμένετε δηλαδή; Και, άλλωστε, τι σημασία έχουν αυτά, όταν τα κομμάτια καταφέρνουν να κάνουν την δουλειά τους μαγνητίζοντας στον έντονο, ρυθμικό, ζωντανό και περίπου εκρηκτικό ήχο τους; Εξάλλου τα solo του Ignatz είναι το κάτι άλλο, θα τολμούσα να πω ότι θυμίζουν κάτι από Neil Young – όχι τόσο στην χροιά, όσο στο πόσο εύκολα γλιστράνε μέσα στη μελώδια – όπως, επίσης, και τα μελωδικά περάσματα είναι το κάτι άλλο· μετά από δύο-τρεις ακροάσεις σου καρφώνονται με άνεση στο μυαλό.
 Ή, για να το πω αλλιώς, στην κλασσική σύνθεση μπάσο-κιθάρα-drums δεν νομίζω να ακούσω τίποτα καλύτερο μέσα στον επόμενο χρόνο.


((E A R))
((E Y E))