Σάββατο 27 Απριλίου 2013

MICAH BLUE SMALDONE - "THE RING OF THE RISE" (2013)

Αυτό είναι το πρώτο album του κ. Micah Blue Smaldone, την τελευταία πενταετία. Το προηγούμενο του (The Red River) δεν με είχε ενθουσιάσει, ενώ αντίθετα, μου άρεσαν αρκετά η συμμετοχή του με την διασκευή “Mortissa“ στη συλλογή “Open Strings“ της Honest Jones πριν από μερικά χρόνια, όπως και τα κομμάτια του στο περσινό split δωδεκάιντσο με τους Big Blood.
Στα περισσότερα κομμάτια του “The Ring Οf The Rise” ο Αμερικανός κιθαρίστας συνοδεύεται από κανονική μπάντα, κάτι που δίνει ένα πλούσιο ήχο στις παλιομοδίτικες συνθέσεις. Θα μπορούσα να αναφέρω ένα κάρο επιρροές, κάποιες σαν τον Neil Young ιδιαιτέρως πρόδηλες και κάποιες όχι – στον ήχο που έχει ο Micah Blue Smaldone και ένα κάρο δίσκους που έχουν την ίδια ατμόσφαιρα με το “The Ring Οf The Rise” – το βρίσκω όμως εντελώς περιττό. Τα κομμάτια ακολουθούν μια αργόσυρτη εξέλιξη, οι μελωδίες είναι αρκετά νωχελικές και όπως είναι προφανές, εμποτισμένες με την Americana πολλών δεκαετιών – λίγο finger picking, λίγα echoes, λίγα reverbs, τα «άγια» τέσσερα τέταρτα. Το αποτέλεσμα είναι τόσο ζεστό και καλοδουλεμένο που θα μπορούσε να είχε ηχογραφηθεί οποιαδήποτε στιγμή από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 μέχρι σήμερα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ο Micah Smaldone απλώς αντιγράφει ή αναπαράγει. Καταφέρνει να έχει ένα δικό του ύφος και οι συνθέσεις τους μια δικιά τους χροιά. Είναι ίσως η φωνή του που του δίνει αυτό το προνόμιο, τρεμουλιαστή, ήρεμη και διαπεραστική, ή ίσως η εμμονή του στα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, που δίνουν στα κομμάτια μια έντονη blues απόχρωση, ή ίσως η ποπ-ροκ αίσθηση που βγάζουν τα πιο ηλεκτρικά σημεία, με την πολυδιάστατη ενορχήστρωση τους.
Ναι, εντάξει, δεν είναι δα και κάτι που ακούμε για πρώτη φορά, θα πείτε και δεν θα διαφωνήσω. Σε όσους όμως αρέσει αυτού του είδους η μουσική, αυτός ο δίσκος τα έχει όλα – ωραίες μελωδίες, μια πραγματικά καλή φωνή, μια ζεστή και γλυκιά ατμόσφαιρα, μια αξιοπρόσεκτη αμεσότητα.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

THE INVISIBLE HANDS - "THE INVISIBLE HANDS (DELUXE VERSION)" (2013)

Ο κ. Alan Bishop, δείχνει να περνάει μία τρίτη εφηβεία – μετά την πρώτη με τους θρυλικούς Sun City Girls οι οποίοι ανακάλυψαν νέα και ιδιότυπα μέρη στη πειραματική μουσική και την δεύτερη σαν συνιδρυτής και, ακόμη και σήμερα, συνυπεύθυνος της Sublime Frequencies, της εταιρίας που μέσες-άκρες άλλαξε στους δυτικούς την άποψη περί του τι ακριβώς είναι η μουσική όλων αυτών των λαών ανατολικότερα και νοτιότερα της Ευρώπης. Ο μουσικός που άνετα θα μπορούσε να είναι πράκτορας της CIA, κατάσκοπος της Al-Qaeda, υψηλόβαθμος υπάλληλος του διπλωματικού σώματος της Β. Κορέας (;) σε αυτή τη νέα εφηβεία βρίσκει στέγη στο χαοτικό Κάιρο, όπου με ντόπιους μουσικούς επαναπροσδιορίζει κάποιες παλιές του συνθέσεις με τρόπο εντελώς διαφορετικό από τους SCG ή τις προσωπικές ηχογραφήσεις σαν Alvarius B – για την ακρίβεια μόνο οι στίχοι θυμίζουν κάτι από εκείνη την πρώτη εφηβεία – στίχοι που είναι αρκετά αλλόκοτοι στην αγγλική τους εκδοχή, πόσο μάλλον στην αραβική τους βερσιόν, που αν και δεν ξέρω γρι αραβικά, υποθέτω ότι θα ακούγονται περίπου εξωπραγματικοί. Και αυτό είναι και το μοναδικό – και καθόλου αμελητέο – πείραμα του δίσκου: η ταυτόχρονη κυκλοφορία των ίδιων κομματιών στα αραβικά και στα αγγλικά. Εντάξει, τέρμα με την θεωρία, ας πάμε στην πράξη…
Με όλες αυτές τις πληροφορίες, είναι δύσκολο να κρίνεις τον δίσκο μόνο και μόνο για τη μουσική που περιέχει. Αν δεν ήταν του κ. Bishop, αν δεν έβγαινε δίγλωσσος και αν ήταν η πρώτη κυκλοφορία από μία άγνωστη μπάντα, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι είναι κορυφαίος; Δύσκολο ερώτημα. Δύσκολο γιατί πρώτον δεν μπορείς να απομονώσεις την μουσική από όλα τα υπόλοιπα, δεν έχει και νόημα άλλωστε και δεύτερον διότι ο δίσκος είναι πράγματι ενδιαφέρων. Υπάρχουν σημεία, για παράδειγμα, που η αραβική μουσική δένει άψογα με τις δυτικότροπες μελωδίες, ή υπάρχουν μερικά δυνατά σημεία που η μπάντα λειτουργεί με εντυπωσιακή συνοχή, σαν να παίζουν μαζί δεκαετίες. Η εξέλιξη των κομματιών περνάει από διάφορα είδη – από 60’s ψυχεδέλεια μέχρι σχεδόν αραβικούς αμανέδες, είδη που ανακατεύει δίχως το αποτέλεσμα να είναι δύστροπο ή πολύπλοκο – και μοιάζει να σε περιμένει συνεχώς στη γωνία για να σε εκπλήξει. Τα κομμάτια στα οποία ροκάρουν οι Invisible Hands είναι άκρως ξεσηκωτικά και ακόμη και η παραγωγή είναι εντυπωσιακά ζωντανή και πολυεπίπεδη. Πρόκειται για ένα ποπ-ροκ υβρίδιο, σχεδόν ανέμελο, σχεδόν παλιομοδίτικο και ιδιαιτέρως ζεστό με την πλούσια ενορχήστρωση του και ταυτόχρονα άκρως καυστικό και επιθετικό στους στίχους – σε τελική ανάλυση είναι από τους δίσκους που σε προκαλούνε να τους ακούσεις ξανά και ξανά, δίχως να σε κουράζει, να πλατειάζει ή να σε μπερδεύει.
Τελικά, έχω την υποψία πως ο κ. Alan Bishop, σε όλα τα μυστήρια ταξίδια που έχει κάνει ανά τον κόσμο έχει βρει κάπου κάποιο μαγικό μαντζούνι που τον κάνει να αναγεννιέται συνεχώς και να περνάει κάθε τρεις και λίγο από την εφηβεία. Τι να πω; Άντε και στην τέταρτη…

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

JON BROOKS - "SHAPWICK" (2013)

Μπορεί το όνομα Jon Brooks να μην σας λέει τίποτα, πιθανότατα όμως να γνωρίζεται τους Advisory Circle και την εταιρία Ghost Box – για τα οποία είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνος ο εν λόγω βρετανός. Το συγκεκριμένο album, που αρχικά είχε βγει σε μόλις 110 cd, εξαντλήθηκε και επανακυκλοφόρησε σε δίσκο, 500 κόπιες αυτή τη φορά και φυσικά εξαντλήθηκε ξανά. Γεννήθηκε σαν ιδέα όταν, κόβοντας δρόμο από την κίνηση ένα βράδυ, ο Brooks βρέθηκε στο χωρίο Shapwick και σε δρόμους δίχως φωτισμό, μέσα σε ένα δασώδες τοπίο, όλίγον άγριο, που του προκάλεσε μια περίεργη αίσθηση. Αυτή την αίσθηση προσπάθησε να αποτυπώσει στα κομμάτια του δίσκου – και το αποτέλεσμα, μέσα από διάφορα field recordings, ημιτελείς μελωδίες, αλλεπάλληλα drones και την γνωστή (από τους Advisory Circle) νοσταλγική ποπ, καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό να χτίσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Ατμόσφαιρα για νυχτερινή οδήγηση δηλαδή, κάπως ψυχεδελική, έντονα μυστηριώδη και στοιχειωμένη, ζεστή και ταυτόχρονα απόμακρη – ταιριαστή για τα ομιχλώδη τοπία της αγγλικής επαρχίας. Με άλλα λόγια το album ακροβατεί συνεχώς ανάμεσα στην κλασσική βρετανική φολκ, τον John Carpenter και τις ηχογραφήσεις του Radiophonic Workshop του BBC, μιας και τα κομμάτια είναι δομημένα είτε γύρω από επαναλαμβανόμενους ρετρό ηλεκτρονικούς ήχους, είτε γύρω από απλές μελωδίες στο πιάνο ή σε παλιομοδίτικα synth, είτε τέλος σε θέματα στην κιθάρα, με καθαρά βρετανική χροιά. Με αριστοτεχνικό τρόπο ο Brooks κατορθώνει να τα συνδέσει όλα αυτά, κυρίως με τους ήχους που συμπληρώνουν τις συνθέσεις (εμβόλιμα spoken words, field recordings και αέρινα drones) και ο δίσκος σε ρουφάει σιγά-σίγα στην νεφελώδη δίνη του.

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

METAL GEMS FROM 2012



Προς μεγάλη στεναχώρια της γυναίκας μου, κάθε χρονιά έχω προσωπικά καθιερώσει με την έλευση του νέου έτους και όταν έχει κατακάτσει η σκόνη από όλες τις άλλες λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς να ξεκοκαλίζω την λίστα του 2012 του Metal Hammer και να ακούω μεταλιές nonstop για κάνα 10ήμερο. Τι να κάνουμε όσο κι αν «ωριμάσω» το ενδιαφέρον για  το metal δεν μπορεί να σταματήσει, αφού με στιγμάτισε ως μουσική στα τρυφερά εφηβικά μου χρόνια,  όπως κάποιους άλλους το λεύκωμα της Paninni και οι κούκλες της Bibibo. Φυσικά, δεν είμαι στον κόσμο μου, φαντάζομαι ότι μηδαμινοελάχιστοι από σας  ενδιαφέρεται για το ποιά metal άλμπουμ μου έκαναν κλικ για το 2012. Αυτή, όμως, είναι και η καβλάντα του να έχεις blog – μπορείς να γράφεις ότι σου κατέβει στον ακούτραφα.  Ιδού λοιπόν η προσωπική μου ανταπόκριση από το metal underground, που ακόμα βράζει και όσοι α-πιστοί προσέλθετε.
Ξεκινάω κατευθείαν από τα σκληρά για να υμνήσω την πιο αληθινά ανίερη norwegian black metal κυκλοφορία του 2012, το εικονοκλαστικό “Libertus” των Αptorian Demon. Από την μία έχεις το αθάνατο 90ς σκληρό, άκαμπτο και δήθεν άτεχνο αλά Darkthrone black metal και από την άλλη κινηματογραφικά samples από καθολικούς παπάδες, ακουστικά περάσματα και κάποια ανοικτά post-metal riffing σημεία. Τα φωνητικά έχουν την αγαπημένη βαριά νορβηγική προφορά και οι δυναμικές των συνθέσεων είναι αρχιτεκτονικά τοποθετημένες άψογα. Γενικότερα αυτό το άλμπουμ περικλείει όλη αυτήν την ομορφιά μπορεί να ακτινοβολεί μες το έρεβος της αυτή η μουσική.

Για όσους βρίσκουν το ουρλιαχτό των λύκων μες το παγωμένο δάσος το ίδιο ερεθιστικό με το κελάδημα των πουλιών την άνοιξη ας τσεκάρουν και το εξαίσιο άλμπουμ των πολωνών Mgla. Εδώ η αισθητική ξεφεύγει από ολομέτωπο αντιχριστιανικό κάφρικο ύφος του παλαιού black metal για να αποδώσει ένα πιο εσωτερικό, βαθύ σκότος με μια πιο ηχοτοπιακού χαρακτήρα μουσική που σε πνίγει. Η αλήθεια είναι ότι από ότι βλέπω πολύ προσπαθούν να παίξουν μπάλα στο post-black metal τερέν, αλλά οι Mgla ξεχωρίζουν άνετα από αρμονικά τέλειο, ανείπωτα μελαγχολικό απλωτό riffing του Μ., τα δυναμικό drumming και την ισορροπημένη παραγωγή που τους επιτρέπει να ανεβοκατεβαίνουν κλιμακωτά από τα uptempo  ξεσπάσματα σε ψυχρά, μελαγχολικά μεσαίων ταχυτήτων περάσματα που πραγματικά σε καθηλώνουν.

Για πιο
back to basics thrash/black καταστάσεις οι παλιομοδίτες Νορβηγοί Aura Noir με το πέμπτο τους άλμπουμ είναι η προφανής επιλογή για μένα που δεν απογοητεύει. Μέσα στις καταφανείς Sodom / Slayer  επιρροές υπάρχει αυτό το διεστραμμένο δυσαρμονικό riffing του Carl-Michael Eide που δίνει ένα ιδιαίτερο προσωπικό χαρακτήρα στην old school επίθεση και έτσι δε νοιώθεις ότι ακούς το “Eternal Devastation” πχ με γυαλατζί παραγωγή όπως συμβαίνει με πολλές βαρετές ρέτρο-thrash κυκλοφορίες τύπου Deathhammer, Nekromantheon κτλ. Το φωνητικά εναλλάσσονται μεταξύ Apollyon και Aggressor για περισσότερη κάφρικη ποικιλία και το όλο στήσιμο έχει κάτι από την πρωτόλεια βαρβαρότητα ακόμη και των Venom με κιθάρες, όμως, που όπως προείπα παίζουν σε Voivod
επίπεδα αντισυμβατικότητας.



Περνώντας στην πολύ δημιουργική ελληνική metal σκηνή θα σταθώ στο νεκροταφικό death metal των Θεσσαλονικών Nocturnal Vomit που με κέρδισε αμέσως. Χωρίς να είναι ότι πιο φρέσκο και ανανεωτικό κυκλοφορεί στην death metal πιάτσα, τα παιδία παίρνουν τη μουσική τους στα σοβαρά και μακριά από μόδες και τα σπαστικά pro-tools στήνουν τον δικό τους ζεστό, περίπλοκο ήχο με σαφείς αναφορές στους Morbid Angel, Obituary και λοιπές early 90s δυνάμεις. Τα κομμάτια φαίνονται ότι έχουν δουλευτεί πολύ για να έχουν τόσες καίριες διακυμάνσεις από ξυστά black σημεία έως prog κοφτά μετρήματα, τα σολίδια όπου υπάρχουν είναι για βραβείο προσωπικού ύφους και τα φωνητικά είναι ότι καλύτερο σε βόθρο έχει βγάλει η Ελλαδίτσα ever. Το “Cursed Relics” συνολικά αποτελεί απόδειξη όταν έχεις έμπνευση και ταλέντο μπορείς μέσα σε μια μέτρια παραγωγή να λάμψεις  σαν μια καλοδιατηρημένη νεκροκεφαλή.

Από την άλλη, το πιο προσεγμένο ηχητικά / τεχνικά brutal death metal σκηνικό που στήνουν οι Νεοζηλανδοί Witchrist έχει την δική του σάπια νοστιμάδα. Σε μια βαριά και ασήκωτη low-end παραγωγή που απειλεί να σε καταπλακώσει με το βάρος της το πλέον ψυχοπιεστικό death metal αναμιγνύεται με  αργόσυρτα doom σημεία δημιουργώντας μοναδικές εικόνες ζόφου και ψόφου. Δεν ξέρω τι ζόρια τραβάνε εκεί  κάτω στην Αυστραλία και την Ν. Ζηλανδία αλλά με μπάντες σαν δαύτες, τους Diocletian, τους Portal και άλλους καταφέρνουν να δώσουν στο death metal μια νέα avant-garde σχεδόν διάσταση που για μένα αποτελεί και το μέλλον αυτού του είδους συνολικότερα.

Τώρα, το πλέον avant-garde extreme metal άκουσμα και μια από τις πρόσφατες αποκαλύψεις-σοκ για το 2012  είναι το one-man project του συμπατριώτη ανώμαλιάρη Γιώργου Ζαφειριάδη υπό το όνομα This Ιs Past. Μιλάμε ότι η περσινή κασέτα ήταν ότι πιο ιδιαίτερο, πρωτότυπο και  ψυχωτικά κλειστοφοβικό που κυκλοφόρησε πέρσι. Τι blackest black ever και κουραφέξαλα, THIS IS PAST, ρε! Κατ’ αρχάς, μετά το επίσης αριστουργηματικό «Μισανθρωπία» θα περίμενες ότι θα καθάριζε λίγο τον ήχο του, θα στρεφότανε σε πιο «ώριμα» μουσικά μονοπάτια με καθαρά φωνητικά, λογική δομή κομματιών κτλ.  Φευ! η «Γλωσσολαλία» ακούγεται σαν το ένα ακόμη χύμα demo και αυτός ο μουσικός κωλοπαιδισμός είναι και η μαγεία του. Ταυτόχρονα, η σπηλαιώδης, μες το echo και reverb ηχογράφηση ένα σημείο που φέρνει παραδόξως τον ήχο του κοντά στο υπναγωγικές εμμονές του avant / psych underground ενώ ταυτόχρονα οι κιθάρες του παραμένουν κοφτερές και παγωμένες σα τα πρωτόλεια demos του Snorre των Thorns.Προσκυνώ.

Αν και σίγουρα όχι metal, άλλα λόγο εξωφύλλου και συνολικής αισθητικής άξιο προσοχής είναι επίσης ένα άλλο ντόπιο φρούτο υπό τον τίτλο Α Day Before. Σε μια φιλόδοξη προσπάθεια ο Γιώργος Καραλιώτης μπλέκει field recordings από την καθημερινότητα στο λιμάνι (του Πειραιά υποθέτω) με ορθόδοξες ψαλμωδίες, πυκνές droney κιθάρες, και ανατολίτικα περάσματα με τουμπερλέκι , μπουζούκι και ούτι. Το αποτέλεσμα είναι ένα απόκρυφο, κινηματογραφικό ambient / psych / avant rock μίγμα που αν και πάσχει από πολύ μέτριο ήχο τεχνικά, καταφέρνει να χτίσει μια υποβλητική ατμόσφαιρα. Και με αυτές τις πλάγιες αναφορές στην στο γνώριμο ελληνικό περιβάλλον αποκτά μια εντοπιότητα που του προσδίδει μια αυθεντική ταυτότητα. Με μια πιο επαγγελματική ηχογράφηση θα μίλαγα για αριστούργημα. Για την ώρα μια πολύ ενδιαφέρουσα προσπάθεια. 

Περνάμε τώρα στον χώρο που καλύπτει το σύγχρονο doom metal. Χοντρικά πιάνει από πληκτικό κατ εμέ death/ doom έως το ψυχεδελικό doom rock που φοριέται πολύ τελευταία. Στο πιο παραδοσιακό doom metal ύφος η κορυφή χρονιάς ήταν κατά κοινή ομολογία το ντεμπούτο των νέων αστέρων του είδους Pallbearer από το Arkansas. Κινούνται σε ένα (φυσικά) αργόσυρτο μοτίβο, με τις ογκώδης κιθάρες να κρατούν πολύ όμορφες αρμονικές στο βάθος πίσω από τα δεινοσαυρικά riffs και την προοδευτική επιρροή  ακόμα και των  πρόσφατων Earth περασμένη στην ουσία των συνθέσεων. Τα φωνητικά, ευτυχώς, είναι ψηλά, καθαρά, υμνικά με έναν, όμως, αντι-περιφεξιονιστικό εξπρεσιονισμό που τους φέρνει περιέργως, πιο κοντά με θρηνητικά indie slowcore σχήματα όπως οι Codeine πάρα με το ηρωικό στυλ των Solitude Aeternus πχ. Η αλήθεια είναι ότι αν  και δεν μπορώ να αναλύσω τι κάνει το “Sorrow and Extinction” τόσο ξεχωριστό , με ένα φαινομενικά λιτό και απλό ύφος καταφέρνει να μεταφέρει την θλίψη και την απομόνωση άμεσα στον ακροατή.

Άλλo ένα ντεμπούτο- έκπληξη που με ξετρέλανε ήταν και το μυστηριώδες “Three and Seven” των occult doomesters Occultation από την Νέα Υόρκη. Βασικό μέλος του ο κιθαρίστας των black metallers Negative Plane και μεταγγίζει πολύ το από αλλόκοτο, μακάβριο ύφος τους στις πιο heavy /doom δομές των Occultation. Παράλληλα, κάτω από τον  ηθελημένα, νομίζω, lo-fi, θαμπό ήχο βρίσκεις 70’ς prog ξεδιπλώματα, horror rock ανακλάσεις και παρανοειδή μεν κλασσικομεταλλικα δε riffs   που μαζί με τα σαγηνευτικά γυναικεία φωνητικά τους προσδίδουν αυτήν την αφανή, δυσνόητη αύρα που δεν βρίσκεις στους πιο straight συνοδοιπόρους τους σαν τους Devils Blood και Ghost. Μαζί με τους γειτονάκια τους Jex Thoth αποτελούν το πιο (δεσποτικό) μέλλον του doom rock ήχου κι γι αυτό τους εκτιμώ!

Μια ακόμη καλή doom rock επιλογή ήταν το τρίτο άλμπουμ των Witch Mountain από το βλάχο-Oregon. Οι κιθάρες τους είναι σχετικά βατές: αρκετά εκφραστικά bluesy leads και ένα- δύο βασικά ρυθμικά κοψίματα παιγμένα με ένα ζεστό fuzzy ήχο που υπηρετούν τις απλωμένες συνθέσεις. Το λαμπερό στολίδι είναι της μπάντας, όμως, είναι  η Uta Plotkin. Προικισμένη με ένα αψεγάδιαστο μπαλαντοειδές Delta soul blues ηχόχρωμα ίπταται σαν μια κολασμένη σειρήνα πάνω από τα αγόρια της μπάντας και δίνει μια ψυχωμένη συναισθηματική παράσταση που τους απογειώνει.

Πηγαίνοντας, τώρα, στις πιο ψυχεδελικές/ space πλευρές του doom metal ήχου παρατηρώ με χαρά ότι αυξάνονται συνεχώς οι μπάντες που ενσωματώνουν τις διδαχές των πρωτομαστόρων της μαστούρο-heavy rock OM. Καλοί μαθητές είναι οι Σουηδοί Hills που το δεύτερο τους άλμπουμ “Master Sleeps” το σύστησε αναγνώστης του blog και ομολογώ με κόλλησε και μένα. Έξυπνη μπάντα, στήνει τον ήχο της  σε μια επιλαμβανόμενη κυκλωτική κρίσιμη μάζα από φαζαρισμένες heavy κιθάρες και καλπάζοντα drums , και σε κάθε κομμάτι είναι σε θέση να εφεύρει διαφορετικές oriental μελωδικές γραμμές που ντύνουν τις σχεδόν τύπου Faust krautrock δυναμικές τους.   

Ακόμα περισσότερο χαμένοι σε psych /  space μονοπάτια παρουσιάζονται πλέον οι Bong στο υπνωτικό δίσκο – πρότυπο για την stoner rock σκηνή “Mana Yood Sushai”. Περιέχει δυο μισάωρα μυστικιστικών διαστάσεων κομμάτια που κινούνται γύρω από ένα κεντρικό, μονότονο κιθαριστικό βόμβο φαινομενικά ατελείωτο. Γύρω του κάθονται τα βαρύτονα, τελετουργικά φωνητικά και τα  βροντερά και λίγο jazzy drums με ένα τρόπο που σε ρουφούν ακόμη πιο βαθιά στο μαύρη δίνη στην καρδιά του ήχου τους. Το drone metal μετά τους SunnO))) και τους OM διαθέτει ένα πιο ψευδαισθησιογόνο τρίτο πόλο.

Κλείνοντας, στον ευρύτερο stoner / psych rock χώρο, μια κατηγορία από μόνοι τους είναι η μπάντα- αποκάλυψη του τελευταίου μήνα Goat. To ντεμπούτο της Σουηδικής κολεκτίβας “World Music” έχει αφήσει άφωνο πολλούς μαθουσάλες της σκηνής και δικαίως αφού το fusion που επιχειρούν και πρωτάκουστο και επιτυχημένο είναι. Από τη μία έχεις hard rockin solos και βαριές μπασογραμμές και από την άλλη ένα άνοιγμα σε αυτό που λέμε ethnic μουσική χωρίς όρια και αναστολές. Τι 60s -70s ινδικό/πακιστανικό/βιετναμέζικο ethnic rock n roll, τι 70s disco επιρροές, τι πολυρυθμικότητες με οδηγό τον Fela Kuti, τι dub κολπάκια, τι κρυφά θηβετιανά drone περάσματα, της sublime frequencies ο γάμος γίνεται εδώ μέσα με παπά τους Black Sabbath και κουμπάρο τους Funkadelic. H τύπισσα στο μικρόφωνο όπως είναι επόμενο έχει σεληνιαστεί με όλα αυτά που ακούει τους γύρω της και ουρλιάζει εκστασιασμένα τους παγανιστικούς στίχους ενώ εσύ νομίζεις ότι συμμετάσχεις σε ένα διονυσιακό πανηγύρι που έστησαν οι Master Musicians of Bukkake όταν την είδαν πιο groovy τύπου και είπαν να υπογράψουν στην Not Not Fun που έψαχνε τους επόμενους  Peaking Lights. Μιλάμε για τρελό σκάλωμα.

Αυτά για φέτο παλληκάρια και κοπελιές, είθε ο θεός του metal να μας χαρίσει και του χρόνου τόσο καλές κυκλοφορίες!

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

NATHAN BOWLES - "A BOTTLE, A BUCKEYE" (2012)

Να την πω την αμαρτία μου, το λατρεύω το banjo. Αν άκουγα αυτό τον δίσκο δίχως να ήξερα ποιος κρύβεται πίσω του, θα φανταζόμουνα ότι πρόκειται για την εικοστή πέμπτη (περίπου) κυκλοφορία ενός βετεράνου αμερικάνου μουσικού, με μακριά λευκά γένια, που έχει φάει την ζωή του σε διάφορες ορχήστρες και τα δάκτυλα του έχουν πετρώσει από τις πολλές δεκαετίες που γρατζουνάνε με μαεστρία το banjo – ο δίσκος που ήρθε σαν το ώριμο επιστέγασμα μιας μακρόχρονης πορείας. Όλα τέλος πάντων τα κλισέ για έναν πολύ καλό δίσκο γραμμένο μόνο μ' ένα πεντάχορδο banjo.
Η αλήθεια όμως είναι ότι αποτελεί μόλις την πρώτη προσωπική κυκλοφορία του Nathan Bowles, μέλος της οργιώδους country μπάντας Black Twig Pickers και της αγαπημένης σε αυτό το blog αυτοσχεδιαστικής κολεκτίβας Pelt. Και για πρώτη κυκλοφορία είναι εντυπωσιακό πως καταφέρνει ο Bowles να μην πλατειάζει, να συνθέτει κομμάτια με τις μελωδίες να αναδύονται έμμεσα μέσα από την ψυχεδελική δίνη ενός ασταμάτητου fingerpicking (πάνω σε ένα όργανο που έχει την δυναμική να ακουστεί σαν μια μπάντα από μόνο του), να μένει πιστός στον παραδοσιακό τρόπο παιξίματος και ταυτόχρονα να μην θυμίζει κάτι παλιομοδίτικο. Δεν είναι μόνο η αρτιότητα της τεχνικής, στον ήχο του Bowles, δεν είναι μόνο ταχύτητα ή η πολυπλοκότητα των συνθέσεων – αυτό που τον κάνει κορυφαίο μουσικό είναι πως, όπως ακριβώς και ο αδικοχαμένος συνοδοιπόρος του Jack Rose, μπορεί μέσα από αυτό το τετριμμένο, πια, μουσικό είδος να βγάζει αβίαστα μια σπάνια συναισθηματικότητα και μια σπάνια αμεσότητα. Ακούγοντας τα 11 κομμάτια του δίσκου, σιγά-σίγα παρασύρεσαι από την ψυχεδέλεια, τον γρήγορο ρυθμό, τις υπόγειες μελωδίες, σε κάποιας μορφής έκσταση – γνώρισμα όλων των παραδοσιακών μουσικών ανά τον κόσμο όταν αυτές αποδίδονται αρκετά καλά, όπως συμβαίνει στο A Bottle, A Buckeye.
Προφανώς αυτός ο δίσκος δεν πρόκειται να αρέσει σε όποιον δεν αρέσει η καθαρή Αμερικάνικη country, με άλλα λόγια προορίζεται για όσους όταν ακούν Αμερική το μυαλό τους δεν πάει αυτομάτως στη Νέα Υόρκη ή στη Καλιφόρνια, αλλά χάνεται σε κάποια καμένη κωμόπολη στα ξεχασμένα βουνά των μεσοδυτικών πολιτειών.

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

LICHENS - "LITIO FOLK" (2012)

Αύτη ήταν η δεύτερη κυκλοφορία μέσα στην χρόνια που πέρασε για τον Rob Aiki Aubrey Lowe, μέλος των Om και των 90 Day Men, μετά από το “Timon Irnok Manta”. Κι αν ο δίσκος στην Type περιείχε δύο εικοσάλεπτα κομμάτια με μια ψυχεδελική ηλεκτρονική μουσική που εξελισσόταν αργά και σταθερά, τα κομμάτια που υπάρχουν στο Lítió Fólk, αντίθετα, αρνούνται πεισματικά την οποιαδήποτε εξέλιξη. Αποτελούμενο από τρεις μεγάλης διάρκειας συνθέσεις και δύο μικρές σφήνες ανάμεσα, με τίτλους στα Ισλανδικά και ένα εξώφυλλο που όσο το κοιτάς τόσο περισσότερο ζαλίζεσαι, το Lítió Fólk όσο να ‘ναι σου τραβάει την προσοχή για να σε ανταμείψει με απλά drones χτισμένα κυρίως πάνω στην φωνή του Lowe, με την τεχνική που συνήθως εφαρμόζει ως Lichens, κάνοντας δηλαδή την φωνή του να ακούγεται σαν απόκοσμο αρμόνιο. Τα drones αυτά είτε συνθέτουν αφαιρετικά κάποια φολκίζουσα μελωδία, είτε παραμένουν στάσιμα και αμετάβλητα – αιωρούνται βαριά σαν παραισθησιογόνα ηχητικά κύματα σε μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα. Το απλό και σχεδόν επίπεδο αυτό μοτίβο επαναλαμβάνεται συνεχώς σε όλα τα κομμάτια και καθ’ όλη την διάρκεια τους, με έναν αργό ρυθμό που σιγά-σίγα σε βυθίζει μέσα σε αυτά τα ξεχωριστά καλειδοσκοπικά ηχοτόπια που χαρακτηρίζουν την μουσική του Lichens, μια μουσική περίπου τελετουργική, περίπου ατμοσφαιρική, περίπου ψυχεδελική, μα σίγουρα από αυτές που απαιτούν να τις προσέξεις και που σε ρουφούν στο δικό τους κόσμο, με τίτλους κομματιών που σημαίνουν κάτι σαν "το άγιο πνεύμα" και "περίοδος των παγετώνων" (μετάφραση από google, δεν έχω εντρυφήσει ακόμη στα Ισλανδικά) και που ταιριάζουν απόλυτα με την ψυχρή, απόμακρή ψυχεδέλεια που περιέχουν. Όποιος πρόλαβε, πρόλαβε. 260 κόπιες ήταν μόνο και πάνε, εξαντλήθηκαν.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

CHARLATAN - "ISOLATARIUM" (2012)

Εκεί που έψαχνα τις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς (με ανοιγμένες καμιά εικοσαριά σελίδες στο firefox) σκόνταψα πάνω σε αυτή την καινούργια κυκλοφορία από την Type, που προφανώς δεν πρόλαβε να μπει σε καμία λίστα – τα γνωστά αδικοχαμένα album του Δεκέμβρη. Ο τσαρλατάνος εδώ είναι ο Brad Rose, ένας από τους υπευθύνους της Digitalis, που ίσως τον έχετε ακουστά από το άλλο προσωπικό του project, το The North Sea. Και τα καταφέρνει μια χαρά. 5 μεγάλης διάρκειας κομμάτια, χαοτικά και ψυχεδελικά, μπλεγμένα σε ηλεκτρονικούς ήχους, άλλοτε minimal και άλλοτε maximal, με κοφτούς techno ρυθμούς και ταυτόχρονα ιδιαιτέρως ambient και κλειστοφοβικό που προορίζεται για μοναχικές ακροάσεις, όπως φανερώνει και ο τίτλος του. Η εξέλιξη των κομματιών είναι αρκετά αργή, όσο αργή χρειάζεται τέλος πάντων για να σε ρουφήξει στο μηχανικό και ψυχρό τους περιβάλλον. Χρησιμοποιώντας σαν βάση κάποιες λούπες που θυμίζουν έντονα τα παλιομοδίτικα μπιμπλίκια των 80’s – και ακόμη πιο έντονα κάποιες ηχογραφήσεις του John Carpenter – ο Rose χτίζει τα κομμάτια του με διάφορους ήχους που άλλοτε δομούν μια υπόνοια μελωδίας και άλλοτε αποτελούν σκέτους θορύβους πλάθοντας με αυτό τον τρόπο μια αρκετά σκοτεινή και παγωμένη ατμόσφαιρα που πότε οδεύει προς το glitch, πότε προς το noise και πότε προς την hypnagogic pop – με άλλα λόγια όσο εξελίσσετε ο δίσκος, τόσο πιο απρόβλεπτός γίνεται, δίχως να χάνει τον ambient χαρακτήρα του, χοροπηδώντας συνεχώς πάνω από τα όρια του κιτς, του memorabilia και της ψυχεδέλειας. Φέρνει στο νου τις ηχογραφήσεις των The North Sea, όπως επίσης και την Raster-Noton, τον Robert Hood και τον Actress. Μόνο πράμα που δεν μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω είναι το εξώφυλλο – κάποιος συμβολισμός που δεν πιάνω ίσως και σίγουρα παράταιρο με τον ήχο του δίσκου.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

DIVORCE - "DIVORCE" (2012)

Είχα κατεβάσει αυτό το album εδώ και κάνα μήνα, είχε μπει στον ειδικό φάκελο με αυτά που δεν έχω ακούσει ακόμα, άγνωστο γιατί το προσπερνούσα συνεχώς δίχως να του δώσω μία ευκαιρία. Κακώς. Το εξώφυλλο μπορεί να είναι λίγο αποκρουστικό και κομματάκι αηδιαστικό, η μουσική επίσης, μα αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό. Ίσα-ίσα όταν αυτή η αηδία συνδυάζεται με καταιγιστικό punk γεμάτο ενέργεια, στις παρυφές του post-metal, με ένα βρώμικο καιασταμάτητο θόρυβο, η λέξη αηδία είναι μάλλον κομπλιμέντο. Αυτός είναι ο πρώτος δίσκος της τετραμελούς μπάντας από την Γλασκώβη, πόλης φημισμένης για τα τυχαία μαχαιρώματα στους δρόμους, την Celtic, την τρελή υγρασία, τα ναρκωτικά, την ατμοσφαιρική της ρύπανση και, φυσικά, για την μουσική της σκηνή. Σκηνή που κάθε τόσο μας χαρίζει και από ένα θορυβώδη και παλαβό δίσκο, από κάποια σαλεμένη και αγριεμένη μπάντα. Ετούτη εδώ είναι άκρως μαξιμαλιστική με τον ήχο, βάζουν οι άτιμοι ένα κάρο πράγματα μέσα σε κάθε κομμάτι, το μπουκώνουν στο θόρυβο, το τραβάνε σε χρόνο, με διάφορες αλλαγές στις μελωδίες ή τους ρυθμούς – ολίγον progressive με δύο λόγια – το αποτέλεσμα γοητευτικά γλιτσιασμένο. Οι αναφορές των Divorce είναι δεδομένες και ολοφάνερες: MrBungle, The Fall, Boredoms – όλη η καλή πλευρά της κακής μουσικής παιδείας. Αν είναι κάτι το εξαιρετικά ιδιαίτερο; Μάλλον όχι. Μάλλον δεν φτάνουν σε επίπεδα πρωτοτυπίας όπως οι Lightning Bolt στις αρχές τους, για παράδειγμα – όμως η δυναμική του ήχου τους σε παρασέρνει, η ενέργεια που βγάζουν σε απορροφάει, σε πολλά σημεία οι ρυθμοί σε διαπερνούν, τα φωνητικά – ουρλιαχτά για την ακρίβεια – σε κρατάνε στη τσίτα και επίσης ο τρόπος με τον οποίο δένουν όλα τα στοιχειά που περιέχει το κάθε κομμάτι, είναι αξιοπρόσεκτος. Κοντολογίς, από τα καλύτερα του είδους που έχω ακούσει για φέτος, αν και υπάρχουν αρκετά ακόμη στον ειδικό φάκελο, ποιος ξέρει τι άλλο καλό έχω προσπεράσει ελαφρά τη καρδία.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

THE ONE ENSEMBLE - "ORIOLE" (2012) / NICK MOTT - "THE VISITORS" (2012)



Υποθέτω τυχαία, κυκλοφόρησαν μες το φθινόπωρο από ένα άλμπουμ δύο μέλη των Volcano The Bear με τα side projects τους. Έτσι, ο λάτρης του oriental folk Daniel Padden με το σχήμα του One Ensemble βάλθηκε να παντρέψει το δυτικό avant folk του με την βαλκανική ορχηστρική μουσική ενώ ο Nick Μοtt σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση αποφάσισε να χαθεί σε ambient δρόμους που καίνε.

 Το “Oriele” των One Ensemble δεν διακρίνεται για κάποια πρωτοποριακή τομή όπως το πανέμορφα δυσαρμονικό “Other Thunders” του 2009. Από την άλλη, σφύζει από μπρίο και φρεσκάδα που απορρέει από την αγάπη των μελών του project για την πανηγυρικών διαστάσεων μουσική της ανατολικής Ευρώπης. Στη πρώτη πλευρά του LP χρησιμοποιούν την ανυψωτική δύναμη του βιολιού, του τρομπονιού και του αρκοντεόν για να μεταφέρουν με τρόπο πειστικά αποκαλυπτικό τις ψυχεδελικές εικόνες που περιγράφει ο Padden με την λεπτή αλλά ένρινη φωνή του. Παρακάτω , μπάντα να εκτελεί με τρομερή δεινότητα το folk fusion υλικό και η ένταση ανεβαίνει πιο ψηλά με ανατολίτικες μελωδίες να τραβιούνται σε πιο psych μονοπάτια, δημιουργώντας όλο και πιο περίπλοκες γέφυρες μεταξύ του μουσικού κόσμου των τσιγγάνων και του βρετανικού μπλοκ του free folk underground. Στην δεύτερη πλευρά, σε μια έξυπνη ντρίμπλα, οι One Emsemble καταπιάνονται με δύο διασκευές : στο απλοϊκά ιδιοφυές χορτοφαγικό μανιφέστο του Moondog “Pigmy Pigs” και στο sea shanty του βρετανού folk τροβαδούρου Cyril Tawney. Kαι τα δύο ψυχεδελο-βαλκανοποιούνται με εξαιρετικό στυλ. Τελικά, το LP κλείνει με το εμβατηριακό ομώνυμο κομμάτι όπου τα αργόσυρτα doom riffs στα βιολιά και οι λοιποί μεσαιωνισμοί κορυφώνονται με την είσοδο μιας ψεύδο-γεωργιανής χορωδίας για ένα ραψωδικό φινάλε. Κι αν όλα αυτά σας θύμισαν μια λίγο πιο free εκδοχή των μαστόρων του balkan folk rock Α Hawk and A Hawksaw, έχετε μια πολύ καλή εικόνα για το που κινείται το One Ensemble του Padden πλέον.

 Aν, τώρα, το “Oriole” είναι μια από τις καλές post-folk κυκλοφορίες της χρονιάς, το “Visitors” του Mott, δύσκολα θα το βρείτε στις λίστες τύπου “best ambient 2012”. Χωρίς να είναι μια μέτρια κυκλοφορία αισθάνομαι ότι μακριά από τις οργανικές jazz / folk προσθήκες που χρησιμοποιεί στους VTB, o Mott κάπου δεν έχει τη σπιρτάδα ενός Tim Goss, τα βίτσια του Christopherson ή την ωμότητα του Lascalleet για να φτιάξει ένα πραγματικά ενδιαφέρον άλμπουμ που να ανανεώνει την αγαπημενη μου βρετανική avant / experimental electronica σκηνή. Στην πρώτη πλευρά λούπες από θόρυβο κασσέτας, τραβηγμένες μελωδίες από βιολιά, αναλογικά μπλιμ-μπλομ από synths και keyboards υπόκεινται σε ένα ελαφρύ ηλεκτρονικό μανιπουλάρισμα και παρουσιάζονται σε γραμμική σειρά σε μια σουρεαλιστική αφήγηση που θυμίζει Nurse With Wound, χωρίς όμως την ανώμαλη εκκεντρικότητα του Stapleton. Στην δεύτερη πλευρά, χρησιμοποιούνται αλλοιωμένα φωνητικά με echo προσπαθώντας, νομίζω, να δημιουργήσουν την απόκοσμη ατμόσφαιρα του Ghedalia Tazartes, αλλά και πάλι στερούνται μεγάλου βάθους και έμπνευσης. Κοντολογίς, κατ ‘ εμέ , όπως και το άνευρο τελευταίο άλμπουμ των Volcano The Bear, το “Visitors” χωρίς να υπολείπεται αντικειμενικά σε ποιότητα από τους συμπατριώτες φίλους τους πάσχει τελικά από έναν περιοριστικό φορμαλισμό.

((E A R))
((E A R))
((E Y E))
((E Y E))

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

GATE - "DAMNED REVOLUTIONS" (2012)

Ο προηγούμενος προσωπικός δίσκος του κιθαρίστα των Dead C, το Republic Of Sadness, ήταν για μένα ότι καλύτερο είχα ακούσει το 2010 – όποτε, καταλαβαίνεται, αύτη εδώ η κριτική δεν μπορεί να είναι και πολύ αντικειμενική. Άρχισα να ακούω λοιπόν με μεγάλες προσδοκίες το Damned Revolutions (αν μη τι άλλο, οι δίσκοι του M. Morley έχουν εμπνευσμένους τίτλους), που αποτελείτε από δύο μόλις κομμάτια, εικοσάλεπτης και βάλε διάρκειας. Και τι κομμάτια! Από την αρχή σε κοπανάει ένα τείχος πυκνού noise-drone, που βγάζει σπίθες από τον πολύ ηλεκτρισμό και, όπως πάντα συμβαίνει με τον Morley, αυτός ο θόρυβος εμπεριέχει ένα πρωτόλειο μάγμα μελωδιών που επαναλαμβάνεται και επαναλαμβάνεται μέχρι να σου πάρει το κεφάλι. Επιστροφή στον κλασσικό ήχο των Gate δηλαδή, κλείνοντας την παρένθεση του προηγούμενου album που τα κομμάτια ήταν πιο μικρά, πιο εύηχα, πιο ευκολοχώνευτα, με ρυθμικές λούπες και απαλές μελωδίες. Εδώ τα πράγματα είναι ξερά και μονότονα, με το επίπεδο της έντασης εκκωφαντικό από την αρχή έως το τέλος. Το πρώτο κομμάτι είναι πιο συγκεντρωμένο από το δεύτερο, πιο αφαιρετικό και δομημένο, με έναν κυματιστό ρυθμό που φλερτάρει με τα μπλουζ, ενώ το δεύτερο, πιο επιθετικό και βάναυσο – ένας διαολεμένος αυτοσχεδιασμός που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό – και που σε αυτό, τον διαολεμένο αυτοσχεδιασμό δηλαδή, μαζί με τον Keiji Haino είναι πολλά επίπεδα πάνω από οποιονδήποτε άλλο έχω ακούσει, ήταν είναι και θα είναι, με δυο λόγια, οι καλύτεροι που υπάρχουν στην πιάτσα.
Το Damned Revolutions προορίζεται μόνο για τους λάτρεις του Morley, τόσο μονοδιάστατο που δεν αφήνει περιθώρια, είναι από τους δίσκους που είτε τους λατρεύεις, είτε σε αφήνουν εντελώς αδιάφορο. Αν και πολλοί noise-drone δίσκοι κυκλοφορούν κατά καιρούς, η παγωμένη μονολιθικότητα του Morley, αυτός ο ιδιαίτερος ήχος της Νεοζηλανδικής σκηνής και η αμεσότητα του θορύβου που έχει, είτε στα προσωπικά του album είτε στους Dead C, τον κάνουν ένα είδος μόνο του και, φυσικά, αυτό τον δίσκο ένα αριστούργημα. Μόνη μου μικρή παρατήρηση είναι πως το Damned Revolutions μοιάζει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο δίσκο των Gate με τα πιο πρόσφατα πονήματα των Dead C, με την απουσία απλώς των υπόλοιπων – κάπου μπλέκεται το πράμα και κάπου χάνεται η διαφορετικότητα – σίγα το ωά, θα μου πείτε, από την στιγμή που ο δίσκος κεντάει, τα υπόλοιπα είναι οδοντόπαστες.

((LINK REMOVED BY REQUEST))
((E Y E))