Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

GROUP DOUEH - "ZAYNA JUMMA" (2011)

Κάπου το 2007, τα λαγωνικά της Sublime Frequencies, κούνησαν φιλάρεσκα τις ηχητικές απολήξεις των μυτών τους στον σκονισμένο αέρα των παρυφών της ερήμου της Σαχάρας και μυρίστηκαν μία μουσική όαση. Έτρεξαν λυσσασμένα προς το μέρος της εκρηκτικής Touareg μουσικής και κάπως έτσι, με τις γλώσσες να πέφτουν πλαταγίζοντας στις άκρες των σαγονιών τους, ανακάλυψαν τους Group Doueh. Από τότε μέχρι σήμερα η μαροκινή μπάντα έχει κυκλοφορήσει 4 album, το ένα καλύτερο από το άλλο και δειλά-δειλά έχει επεκταθεί στο δυτικό κόσμο, περιοδεύοντας πέρυσι στην Ευρώπη και προγραμματίζοντας μία ακόμη περιοδεία φέτος που περιλαμβάνει και τη βόρειο Αμερική. Εξερευνώντας σε κάθε κυκλοφορία τους πολλά μουσικά στοιχεία, δοκιμάζοντας διαφορετικές νόρμες και πλευρές που μπορεί να καλύψει ο ήχος τους, οι Group Doueh δεν επαναλαμβάνονται ποτέ. Από τη στιγμή βέβαια που έχουν αποφασίσει να αναφέρονται σε δυτικά αυτιά, αυτή η διερεύνηση σημαίνει πως μάλλον έχουν πάψει να είναι η καλύτερη μπάντα για τοπικούς γάμους και πως ο ήχος τους γίνεται ολοένα και πιο προσιτός για τη δύση, πιο εγκεφαλικός και λιγότερο σωματικός, πιο δομημένος και δουλεμένος και λιγότερο εκστατικά μονότονος. Το Zayna Jumma είναι η πρώτη “κανονικά” ηχογραφημένη κυκλοφορία τους και περιέχει ένα ξέφρενο drum-kit, σκόρπια εφέ στις κιθάρες, δίνει περισσότερη βαρύτητα στις μελωδίες, με το τελικό αποτέλεσμα του ήχου να είναι αρκετά πλούσιο, αρκετά βαθύ, αρκετά προσεγμένο στη παραγωγή. Φυσικά, δεν έγιναν ξαφνικά κουστουμάτοι αστέρες της ethnic μουσικής, νεόκοποι γυρολόγοι της κουλτούρας της βορείου Αφρικής – ασφαλώς και όχι. Παραμένουν γνήσιοι εκφραστές αυτής της πηγαίας και παρορμητικής μουσικής, της Touareg, της rock έκφρασης της αραβικής Αφρικής. Μιας μουσικής που περιέχει παλαμάκια και Αραβικές κραυγές, ντέφια και τελετουργικά χορωδιακά φωνητικά και ταυτόχρονα μετεωρίζεται ανάμεσα στο kraut, το 60’s garage, τη πρωτόλεια ψυχεδελική μουσική – τόσο έντονα ρυθμική, όσο μόνο η αφρικάνικη μουσική μπορεί να γίνει. Ο γκουρού της μπάντας, ο κ.κ. Salmou Baamar, χτίζει μία οικογενειακή δυναστεία κάτω από την ομπρέλα της Sublime Frequencies, με τις φήμες να λένε ότι μαθαίνει drum-kit στο δωδεκάχρονο γιο του και κιθάρα σε ένα πιτσιρίκι μόλις 9 ετών και διευθύνει τη μουσική αυτή κολεκτίβα με τον καλύτερο τρόπο, οδηγώντας την, σαν γνήσιος ηγέτης, στο δρόμο της μουσικής τελειότητας.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

ALEXANDER TURNQUIST - "HALLWAY OF MIRRORS" (2011)

Αυτός ο νεαρός κύριος, μόλις 23 παρακαλώ, κατοικοεδρεύει στη Νέα Υόρκη και έχει ήδη προλάβει να κυκλοφορήσει τέσσερα album. Η μουσική που πλάθει συγγενεύει αρκετά με αυτή του James Blacksaw. Ιδιαιτέρως τεχνική, βασισμένη στη δωδεκάχορδη κιθάρα, στις έντονες μελωδίες, στη βαριά ατμόσφαιρα. Μέσα σε κάτι περισσότερο από μίση ώρα που διαρκεί το Hallway of Mirrors από την VHF, ο Turnquist καταφέρνει να πείσει για την αρτιότητα και την δυναμική των συνθέσεων, που εξελίσσονται σε ομόκεντρους κύκλους. Οι μελωδίες παρατάσσονται η μία μετά την άλλη, γύρω από ένα κλειστό πυρήνα επαναλαμβανόμενων μοτίβων, σχεδόν μάντρα θα έλεγα, στη δωδεκάχορδη κιθάρα. Από εκεί και πέρα, το πιάνο και το vibraphone συμμετέχουν ενεργά στη δομή αυτών των μελωδίων, που ορθώνονται επικές και επιβλητικές σε ένα σύνολο τόσο έντονα στατικό που γίνετε περίπου ψυχεδελικό - που είναι σα να σε τοποθετεί σε ένα κλειστό χωλ γεμάτο καθρέπτες, όπου χάνεσαι και ζαλίζεσαι από την επανάλληψη των αντανακλάσεων και απο την πολλαπλότητα των ειδώλων. Τα ίχνη των επιρροών είναι εύκολα αναγνώσιμα: John Fahey, Jack Rose, Steve Reich. Αν δεν ήταν τόσο καλά παιγμένο, με την βοήθεια των Christopher Tignor στο βιολί και Matthew O’Koren στο vibraphone, αν η παλέτα των τόνων που συνθέτουν τις μελωδίες δεν ήταν τόσο μεγάλη και τόσο πολύχρωμη, αν υπήρχαν περισσότερα κλισέ και στερεότυπα από τη πολυφορεμένη ρομαντική νέο-φολκ, αν τα κομμάτια δεν ήταν τόσο συμπαγή και χρονικά περιορισμένα, ίσως θα είχαμε να κάνουμε με μία κυκλοφορία της σειράς, μία ακόμη από τις πολλές που αναπαράγουν αυτό το είδος μουσικής. Όμως δεν είναι έτσι. Ο Turnquist κατορθώνει να διαφέρει, κατορθώνει να δείχνει αξιοζήλευτη ωριμότητα (για την ηλικία του) και να μην πλατειάζει. Μέσα από τα 5 χωρίς καθόλου φωνητικά κομμάτια του, αποδεικνύει ότι μπορεί να κάνει ένα από τα κορυφαία album της χρονιάς, στο συγκεκριμένο μουσικό είδος.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

WOODS - "SUN & SHADE" (2011)

Σου φτιάχνει λίγο τη διάθεση, όταν μετά από μια δύσκολη μέρα καθώς προσπαθείς να γλαρώσεις μπροστά από τον υπολογιστή, να πέφτεις τυχαία πάνω στο καινούργιο album των Woods, ιδιαίτερα αν αυτή η μπάντα από το Brooklyn είναι μία από τις αγαπημένες σου νέο-χίπικο-indie μπάντες. Και, αλήθεια, η διάθεση σου βελτιώνετε ακόμη περισσότερο όταν ακούς το Sun And Shade. Οι Woods κυκλοφορούν αβέρτα δίσκους από το 2006. Έχω κάπου χάσει το μέτρημα, μπορεί να το έχουν χάσει και οι ίδιοι, αυτό που σίγουρα όμως δεν έχει χαθεί είναι η ψυχεδέλεια στη μουσική τους και το καλό τους γούστο. Καλό γούστο που φένεται από τους δίσκους που επιλέγουν να κυκλοφορήσουν στην εταιρεία τους, τη Woodsist. Πέρσι, με το At Echo Lake, οι συμπαθείς αξύριστοι χίπουρες, έδειξαν μια διάθεση να μετατοπιστούν ελαφρώς από την βουρκωμένη lo-fi, σε κάτι λίγο πιο προσεγμένο σε ηχογράφηση και παραγωγή. Αυτό λοιπόν που περίμενες με το νέο τους πόνημα είναι να γυαλίσουν λίγο ακόμη τον ήχο τους και να συνεχίσουν τις νέο-φολκ αναζητήσεις τους, σε μια πιο τεχνική indie – προδιέγραφες, με λίγα λόγια, μία πορεία παράλληλη με αυτή των Pavement, χονδρικά δύο δεκαετίες πίσω. Περίπου, έπεσες μέσα. Περίπου. Διότι οι Woods στο Sun And Shade κάνουν μερικά ακόμη βηματάκια πιο πέρα. Ναι, ο ήχος τους έχει γίνει περισσότερο πολυεπίπεδος, τα κομμάτια έχουν δουλευτεί πιο προσεκτικά, η παραγωγή είναι πιο καθαρή και με βάθος πεδίου. Επίσης όμως, στα κομμάτια των Woods έχει παρεισφρήσει εντόνως ο μουσικός κόσμος των Beach Boys. Η δυτική ακτή, με ένα τεράστιο θαλασσινό κύμα, ηλιοκαμένο και ευδιάθετο, παρέσυρε την πλευρά της ανατολικής ακτής, που πρέσβευε ο ήχος των Woods. Το Sun And Shade λοιπόν είναι πολύ πιο pop και πολύ πιο up-tempo, πιο μαξιμαλιστικό και πιο καλοκαιρινό. Και, ταυτόχρονα, κάπου εκεί μέσα, σαν σίφουνας, εισβάλλει μια καθαρά kraut αισθητική. Κομμάτια σα το Out Of The Eye και το Sol Y Sombra, συνεχίζουν δίχως τελειωμό, σκαλωμένα στο ίδιο ψυχεδελικό μοτίβο, μια kraut παλιομοδίτικη και μονολιθική, να σε ρουφάει σα κινούμενη άμμος. Τώρα, αν μπερδεύτηκες με τη πολύ ανακατωσούρα ειδών και υφών, μάλλον αυτό ήταν το αναμενόμενο. Μάλλον σε αυτό θέλανε να καταλήξουνε οι Woods: σαν αλλοπρόσαλλοι αλχημιστές, σαν ψυχεδελικοί Δρυίδες, να ανακατέψουν στο μαγικό πολύχρωμο ζωμό τους όσα περισσότερα μουσικά ιδιώματα γουστάρουν, να τα δουλέψουν – ίσως για πρώτη φορά στη σύντομη μουσική τους παρουσία – αρκετά και να καταλήξουν στο κολλώδες απόσταγμα του Sun And Shade, που με μόνο μία φράση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν ώριμοι Woods.

((LINK REMOVED BY REQUEST))
((E Y E))

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

D. CHARLES SPEER – “ARGHILEDES” (2011)

Αγόρασα τις προάλλες αυτό το LP, λίγο στα τυφλά, παρασυρόμενος από το ρετρό εξώφυλλο με την ελπίδα ότι πρόκειται μια σοβαρή συλλογή από παλιές ηχογραφήσεις ρεμπέτικου. Αμ δε! Πρόκειται για ένα από τα πάμπολλα project του κιθαρίστα των No Neck Blues Band, David C. Shuford, όπου βγάζει όλη την όμορφη τρέλα του για το ρεμπέτικο της κλασσικής περιόδου 1925 – 1940.Τωρα το ερώτημα είναι τι μπορεί να εμπνέουν σε ένα Αμερικανό λάτρη των σκληροτράχηλων blues και της φευγάτης psych folk ο πενιές του Βαμβακάρη; Φαίνεται, πως ο αγαπητός David έφαγε την ένεση βαθιά στην φλέβα, αφού από την άψογη τεχνική του στο μπουζούκι, τις εκτενείς μουσικολογικές αναφορές στο βιβλιαράκι που συνοδεύει το LP,αλλά και την συνολική αισθητική του “Arghiledes” καταλαβαίνεις ότι ο άνθρωπος πρέπει να πέρασε αμέτρητες ώρες χασίματος στα ρεμπέτικα. Φυσικά, συνυπολογίζοντας το μουσικό παρελθόν του στις πιο πειραματικές παρυφές της folk, θα ήταν αδύνατον να μην παίξει λιγάκι με την φόρμα ή καλύτερα τους δρόμους του ρεμπέτικου, για να το φέρει πιο κοντά στην σύγχρονη free folk. Δεν είμαι σίγουρος ότι καταφέρνει κάτι τόσο ριζοσπαστικό με την ίδια επιτυχία σε κάθε στροφή του LP, αλλά τουλάχιστον έτσι ο δίσκος ακούγεται δέκα φορές πιο ενδιαφέρον από όλη την δισκογραφία του Θ.Παπακωνσταντίνου και του Μάλαμα μαζί. Για παράδειγμα, στα οργανικά “Μarcos Cave” και “Tsamiko Hizaj” που ανοίγουν κάθε πλευρά του LP οι στακάτες πενιές του David ντύνονται από περιστασιακούς βόμβους από tape delay και φαρφισα ενώ ένα σχεδόν αντι-πανηγυρικό παίξιμο στο τουμπερλέκι προσδίνει έναν μεγαλοπρεπή αλλά και εξωτικά σκοτεινό τόνο. Παραπέρα, η προσπάθεια του να τραγουδήσει στα ελληνικά με μέτρια προφορά τον “Συνάχη” του Βαμβακάρη, στα Made in Greece αυτιά μου ακούγεται συμπαθής αλλά στο : «γκιά σου Δαβίδ με το μπουτζούκι τσου» δεν άντεξα στο να μην σκάσω στα γέλια. Αντίθετα, κρίνω άκρως επιτυχημένο τoν σχεδόν jazz τρόπο με τον οποίο λοξοδρομούν από τις ανατολίτικες κλίμακες το μαντολίνο και το κοντραμπάσο στο αυτοσχεδιαστικό "Lost Dervish”, ενώ το ουσιαστικά psych folk “Harmanis” έχει όλη την θολούρα του παλιού ρεμπέτικου τεκέ με τα αμανέδικα φωνητικά να σε βυθίζουν ακόμα πιο βαθιά στο ψυχεδελικό χαρμάνι – ένα αριστουργηματικό κομμάτι, το κορυφαίο του δίσκου. Μετά από όλα αυτά τα δύο τελευταία κομμάτια του άλμπουμ είναι μάλλον εκτός κλίματος, αφού δεν περιλαμβάνουν καθόλου μπουζουκοειδή έγχορδα. Όχι, βέβαια, ότι με χάλασε η κατακλείδα με τον τρέμολο fuzz τόνο και την ανοικτή προσέγγιση στην πεντατονική κλίμακα που σε στέλνει κατευθείαν στο Red Cross του John Fahey. Θα μπορούσα να κλείσω την παρουσίαση του Arghiledes με κάτι Αδωνικό του στυλ : «Να Κύριοι η δύναμη της ελληνικής παράδοσης. Ακόμη και ένας κουλτουριάρης μπίχλας από την Νεά Υόρκη με τα δικά μας ασχολείται», αλλά μάλλον προβληματίζομαι γιατί κανείς συμπατριώτης μου δεν θέλησε να παίξει με τόση φαντασία την παραδοσιακή φόρμα μέχρι σήμερα.

((E A R)) ((E Y E))

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

JOE McPHEE & CHRIS CORSANO – “UNDER A DOUBLE MOON” (2011)

Σε ένα πολυκαιρισμένο, κουρασμένο μουσικό ιδίωμα, όπως είναι η free jazz, είναι σπάνιο στις μέρες να βρεις κάτι τόσο φρέσκο και καθάριο όσο το αυτή η ζωντανή ηχογράφηση στο πέρασμα της περσινής περιοδείας Corsano / McPhee από το Παρίσι, πόλη που μετρά ιστορικές ηχογραφήσεις στις σκοτεινές μπουάτ της και ακόμα αγαπά αυτή την μουσική. Για τον νεαρό, αλλά πια πολύπειρο drummer, Corsano είναι , φαντάζομαι, μια πολύ σημαντική στιγμή στην όποια καριέρα του, η συνεργασία του, δηλαδή, με έναν από τους τελευταίους ζωντανούς μύθους της free jazz των 60s όπως είναι ο τεράστιος (σε ιστορία, τεχνική, και φυσικό όγκο) Mc Phee. Στο παρελθόν, στο ντουέτο του με τον Μick Flower, ο Corsano απέδειξε ότι ,με λίγη φαντασία, η free jazz μπορεί να σμίξει με την υπερβατική ψυχεδέλεια ενώ στις φρενήρεις ηχητικές αψιμαχίες του με τον Paul Flaherty, ξεπέρασε κάθε όριο ταχύτητας και έντασης. Εδώ, όμως, έχει να κάνει το τελείως φυσικό , απόλυτα ακριβές παίξιμο του McPhee που καλεί για μια άλλη, πιο ενδοσκοπική, σχεδόν πνευματική προσέγγιση στον τρόπο που αντιμετωπίζεις τη δυναμική του ήχου συνολικά. Τελικά, τα καταφέρνεινα σταθεί στο ύψος του. Στους δύο πρώτους μεγάλης διάρκειας αυτοσχεδιασμούς με γενικό τίτλο “Dark Matter” το ντουέτο έχε ήδη ξεφύγει από τα στενά όρια του ιδιώματος και πετά αγέρωχα προς νέους ορίζοντες. Έτσι, η εμφαντική διπλή επίθεση στο ξεκίνημα δίνει τη θέση της σε μια σειρά από νηφάλιες παύσεις εκ μέρους του McPhee, όπου ο Corsano γεμίζει ιδανικά τα κενά με τα πλέον ευφάνταστα χτυπήματα του, για να ξαναβρεθούν ακόμα πιο σφικτά μαζί και πάλι απ την αρχή. Μετά από αυτά τα 20 λεπτά υποδειγματικής σύγχρονης fire music, έρχεται το άμεσα συναισθηματικό “New Voices” να σε βγάλει από την εγκεφαλικό σοκ που προηγήθηκε και να σε χτυπήσει με τα ελικοειδή falsetto του κατ’ ευθείαν στην καρδία. Εδώ, ο McPhee μεγαλουργεί σε μια αυθεντική cry of jazz στιγμή. Ο Corsano, για πρώτη φορά, μοιάζει κάπως αμήχανος μπροστά στο συναισθηματικό βάθος του φέρει το σαξόφωνο του μεγάλου. Στις επόμενα δύο κομμάτια, επιστρέφουν σε στέρεους free jazz δρόμους με αυτοπεποίθηση και διάθεση για πιο στιγμιαίο αυτοσχεδιασμό , χωρίς κίνδυνο να ζαλιστούν οι σαφείς μελωδικές γραμμές που στήνει ο McPhee. Ακροβατώντας με επιτυχία ανάμεσα στην παράδοση και μέλλον το “Under A Double Moon” είναι από τα πιο απολαυστικά free jazz άλμπουμ της χρονιάς.

((E A R)) ((E Y E))

WET HAIR - "IN VOGUE SPIRIT" (2011)

Οι Shawn Reed και Ryan Garbes είναι δύο ταλαντούχοι μουσικοί, που έχουν βάλει το δακτυλάκι τους σε διάφορα project, που έχουν συνεργαστεί με αμέτρητους μουσικούς, που τρέχουν τη εταιρεία Night People (από την οποία έχουν βγει κατά καιρούς πολύ καλοί δίσκοι) και που αυτή τη στιγμή αποτελούν το δίδυμο των Wet Hair. Αυτός ο δίσκος είναι ο τρίτος στη σειρά (κυκλοφορεί από την De Stijl) και συνεχίζει από εκεί που είχαν αφήσει τον ήχο τους στα δύο προηγούμενα album τους. Τα αεικίνητα, κεντρικά μέλη μιας από τις καλύτερες μπάντες του ψυχεδελικού noise-rock στη προηγούμενη δεκαετία, τους Raccoo-oo-oon, σε αυτό το τελευταίο μουσικό τους project βαδίζουν σε πιο πολύχρωμα και λιγότερα θορυβώδη ηχητικά βοσκοτόπια. Οι Wet Hair είναι αρκούντος ψυχεδελικοί, αλλά είναι πια κυρίως kraut, κυρίως garage, κυρίως pop και με μία παλιομοδίτικη αύρα που φλερτάρει με την μοδάτη υπναγωγία. Φυσικά, ο αέρας των Raccoo-oo-oon συνεχίζει να οργώνει τον ήχο τους – αυτό το γεμάτο ψηφιδωτό ήχων και θορύβων, συνεχίζει να κατακλύζει τα κομμάτια και τις μελωδίες τους, δίνοντας στους Wet Hair μια τραχύτητα που είναι λίγο δυσεύρετη σε πολλές παρόμοιες κυκλοφορίες. Τα κομμάτια του In Vogue Spirit είναι μεγάλα σε διάρκεια, τα drums ρυθμικά και έντονα, τα πλήκτρα σε έναν αστρικό αιθέρα παραίσθησης, οι μελωδίες κυρίαρχες όσο ποτέ στον ήχο αυτών των τρελοαμερικάνων, το μπάσο πάντα σε ένα κομβικό ρόλο, τα φωνητικά θολά και χαοτικά. Και, πάνω απ’ όλα, μια καλοκαιρινή, ξέγνοιαστη και φωτεινή διάθεση διαπερνά την ατμόσφαιρα του In Vogue Spirit, κάνοντας το ένα τέλειο άκουσμα δίπλα στο ιώδιο της θάλασσας, φορώντας ένα φαρδύ χαβανέζικο πουκάμισο, σανδάλια και πολύχρωμο μαγιό, με τον ήλιο να σε βαράει στο σβέρκο και το κεφάλι κάπως βαρύ από το hangover της προηγούμενης νύχτας.

((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

MASTER MUSICIAN OF BUKKAKE - "TOTEM 3" (2011)

Με αυτό το δίσκο κλείνει η τριλογία των Master Musician Of Bukkake η οποία θα επιχειρούσε, θεωρητικά τουλάχιστον, να βρει ένα μουσικό μονοπάτι ανάμεσα στη ψυχεδελική φολκ και το μέταλ. Η συμπαθής κολεκτίβα από το Seattle, με το πικάντικο όνομα, που συνδέεται με τους Earth και τους Sun City Girls, μάλλον ξέχασε στη πορεία το στόχο αυτής της τριλογίας. Η τουλάχιστον έτσι φαίνεται ακούγοντας το τρίτο μέρος των Totem. Ένας διάχυτος μυστικισμός, ένα εθνογραφικό μωσαϊκό από σαφώς ηλεκτρισμένους, βαριούς και ψυχεδελικούς ήχους, αλλά σε καμία περίπτωση μέταλ, όπως ήταν το πρώτο μέρος της σειράς ή όπως είχα πιστέψει ότι θα ήταν τα υπόλοιπα Totem. Έστω και με αυτό τον τρόπο πάντως, το 3 αξίζει. Αξίζει για την σκοτεινή, ομιχλώδη και τελετουργική του ατμόσφαιρα, για τα επιθετικά και άκρως επιδραστικά drones, για τις κολλημένες μελωδίες του. Αξίζει για το προσεγμένα απλωμένο ψηφιδωτό τοπικών μουσικών ιδιωμάτων, που μπλέκει Αραβικούς αμανέδες, Ινδικούς ύμνους (in the twilight of kali yuga), Αφρικάνικο ρυθμικό touareg (prophecy of the white camel - namoutarre), θυσίες σε κακόβουλες θεότητες (reign of quantity and the signs of the times – patriarch of the iron age). Αξίζει για το, ακόμη μια φορά, εξαίσιο εξώφυλλο του. Αξίζει για την πολυχρωμία των ήχων, για την πληθώρα των οργάνων και τη πολύ καλή, σε εκτέλεση, πολυεπιπεδότητα των μελωδιών. Σε αντίθεση με το 1 και το 2, όπου υπήρχε κρυμμένη μία αίσθηση αυτοσχεδιασμού πάνω σε κάποια μελωδία ή ρυθμό, το 3 ακούγετε προσεγμένα δουλεμένο, κάθε ήχος και κάθε νότα έχει βρει την ακριβή του θέση, τίποτα δεν έχει αφεθεί στη θεά τύχη. Το Totem 3, από την Important!, αξίζει γιατί απλούστατα είναι ένα γαμάτο εθνορόκ, γνήσιο τέκνο της ανωμαλίας των Sun City Girls, ένα αξιοπρεπέστατο δείγμα της καλύτερης ritual folk, παγανιστικό, παραισθητικό, ρυθμικό, κάπου-κάπου ειρωνικό και σε στιγμές επικό.

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

HARAPPIAN NIGHT RECORDINGS / KOMMISSAR HJULER - "6 REVIEWS IN PSYCHOPATHIC ALCHEMY / KARAWANE" (2011)

Ένα limited split LP μεταξύ του προσωπικού project μυστηριακής εθνοψυχεδιλικής κοσμοβοής του ινδού Dr Sayed Kamran Ali, Harappian Night Recordings και του 45άρη γερμανού, αστυνομικού το πρωί / το βράδυ noise αρτίστα, Kommissar Hjuler έχει την δική του άγρια ομορφιά, μες την χύμα προσέγγιση της «μουσικής» και από τους δύο. H πλευρά των Harrapian συνεχίζει στο άναρχο μοτίβο της περσινής psych τροπικής καταιγίδας "Non Euclidean Elucidation Of Shamanic Ecstacies". Έτσι, στα έξι κομμάτια που περιέχονται εδώ, ο Ali περνά από το γωνιώδες βεβιασμένο garage rock με essence ανατολής στα “Smarm Intellect” και “Asik Brew” – που χρωστούν πολλά στους πρώιμους Sun City Girls - σε πιο αφαιρετικά avant garde ηχοτόπια με μπόλικο κόκκινο βόμβο, κακοπαιγμένα σιταροειδή έγχορδα και τα γνωστά φρενήρη gamelan κρουστά κατευθείαν από την ατελείωτη συλλογή της κουζίνας του. Ευτυχώς, ο αλλόκοτος εξωτικός κόσμος των Harappian κατοικοεδρεύει μόνο στο υπερδιεργεμένο εγκέφαλο του εμπνευστή του. Και σίγουρα απολαμβάνεις ως ακροατής να ρίχνεις κλεφτές ματιές εκεί μέσα. Από την άλλη, η δεύτερη πλευρά του ντανταιστή κομισάριου δεν θα έλεγα ότι μπορείς να την απολαύσεις εύκολα. Μάλλον, ως βασανιστικά αδόμητο θα περίγραφα το εικοσάλεπτο “Karawane” με την πρωτόγονη διάρροια κραυγών, γέλιων, πνιχτών φωνών, κακαρισμάτων , τσιρίδων, ρεψιμάτων και άλλων άνευ νοήματος φωνητικών με συνοδεία σφυρικτών κλαγγών από ένα κρουστό που μάλλον είναι το κουδούνι από το ποδήλατο του Hjuler. Στα χαρτιά έχουμε να κάνουμε την απαγγελία ενός α-νόητου ποιήματος του πατέρα του ντανταισμού Hugo Ball. Στην ουσία, η art brut πρωτόλεια και ενστικτώδης προσέγγιση του Hjuler, μου ακούγεται, τελικά, σαν τα προπολεμικά field recordings του Vengopal Chari των αλλόφρονων κατοίκων της ινδικής επαρχίας Chenai με γενναίες δόσεις παλιομοδίτικου fluxus θορύβου. Τόσο «φεύγα» δηλαδή.

((harappian)) ((hjuler)) ((split))