Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

ΤΗΕ DEAD C - “PATIENCE” (2010)

Με αρκετή αγωνιά, αρχικά, έβαλα να ακούσω το 15o άλμπουμ των λατρεμένων πρωτεργατών του Νoise Rock. H αλήθεια είναι ότι οι αυτοσχεδιαστικές αναζητήσεις της υπέροχης νεοζηλανδικής τριάδας τους στην μετά “New Electric Music” εποχή οδήγησε ουσιαστικά στην αποστροφή για κάθε rock στοιχείο από τον πάντοτε μουντό αλλά πρωτότυπο ήχο τους. Κάτι η απουσία τυπικών drums και δομημένων riffs, κάτι η έλλειψη μιας πιο εύληπτης για τον ακροατή ανάπτυξης στον ήχο ,τους έκανε να ακούγονται σίγουρα απρόβλεπτοι , αλλά χωρίς μια στιβαρή ηχητική ταυτότητα. Ε, στο “Patience” η υπομονή και η πίστη μας στις ικανότητες τους ανταμείβεται. Περιέχονται μόλις 4 κομμάτια, όμως καθένα έχει ξεχωριστή θέση στο άλμπουμ, καθώς φωτίζει όλες τις πτυχές του μοναδικού noise improv ήχου τους. Για παράδειγμα, στο ίσα με 2 λεπτά “Patience” ο Yeats μπορεί να συμπυκνώσει με ένα ανήσυχο πέρασμα στα hit hats όλοι την καλοζυγισμένη επιθετικότητα μιας καλής 90s post-hardcore μπάντας . Επιπλέον, στο "Shaft" που ακολουθεί οι Dead C καταδεικνύουν πως αυτή η επιθετικότητα μπορεί να συνδυαστεί άψογα με πιο άναρχα post-noise στοιχεία και φυσικά τα μοναδικά καθαριστικά feedbacks του Russell. Βέβαια, όλη μαεστρία των νεοζηλανδών ξεδιπλώνεται στα δύο μεγάλης διάρκειας κομμάτια που ανοίγουν και κλίνουν το άλμπουμ. Και αν το finale με το άκρως ενδοσκοπικό, αστικό και τυπικά improv "South" είναι η απόλυτη εγκεφαλική noise rock εμπειρία, στο αρχικό "Empire" νομίζω πως αντιλαμβάνεται κανείς την μοναδικότητα του αυτού του γκρουπ. Ξεκινά με τις κιθάρες να χτίζουν με πανέμορφα wha - wha ένα ανυψωτικό drone rock που ο Yeats με τα χύμα πανκικα χτυπήματα του, το οδηγεί μαθηματικά στην κλασσική πλέον post - rock κορύφωση κάπου στο μέσον του κομματιού. Και τότε, εκεί που οι περισσότεροι που ασχολούνται με αυτόν τον ήχο, από post-metallers ως τους electronic noise droners, θα ξέσπαγαν θορυβωδώς, οι Dead c, σοφά, ρίχνουν την ένταση κάνουν ένα βήμα πίσω, ακούνε τι παίζει ο καθένας τους και κλείνουν με ένα λιτό και απέριττο αυτοσχεδιασμό που θα ζήλευαν και οι ΑΜΜ. Τεραστία μπάντα...

((E A R)) ((E Y E))

FLOWER CORSANO DUO – “YOU WILL NEVER WORK IN THIS TOWN AGAIN” (2010)

Το υπερκινητικό ντουέτο Chris Corsano - Mick Flower έφτασε αισίως το τρίτο του άλμπουμ. Είχα παρουσιάσει πέρσι το προηγούμενο καταπληκτικό τους Lp "The Four Aims" και η αλήθεια είναι ότι στο τρίτο τους πόνημα ο πήχης ανεβαίνει και άλλο. Το χιουμοριστικά τιτλοφορούμενο "Υοu Will Never Work In This Town Again" , είναι μια ζωντανή ηχογράφηση και περιέχει ουσιαστικά δύο μακροσκελή τζαμαρίσματα - αυτοσχεδιασμούς και ένα πιο καταληκτικό outro. H ψυχεδελική μουσική παλέτα του παραμένει η ίδια καθώς καθορίζεται από το ευφάνταστο, αεικίνητο και κάποιες φορές τελείως έξαλλο drumming του Corsano και τα οργασμικά neo - raga σολαρίσματα του Flower στο ηλεκτρικό ινδικό του μπάντζο. Παρόλα αυτά, η πολύχρονη, πλέον, εμπειρία να περιοδεύουν και να παίζουν μαζί τους έχει κάνει να αυτοσχεδιάζουν με μια τηλεπαθητική άνεση και έτσι να μπορούν να αποφεύγουν τα αδιέξοδα της κάποιες φορές αναίτια φασαριόζας fire free jazz που μάλλον ευαγγελίζονται. Αλήθεια, είναι τέτοια η ποιότητα του ντουέτου που κάποιος γεννημένος ιερόσυλος σαν εμένα θα μπορούσε να τους συγκρίνει με τους Coltrane / Ali στο "Interstellar Space". Για παράδειγμα, στο εναρκτήριο κομμάτι αν και η ισοπεδωτική κυμβαλική επίθεση του Corsano ξεκινά ευθύς αμέσως, τελικά καταφέρνουν να διατηρούν αμείωτη την ένταση με τις πανέμορφες στιγμιαίες εναλλαγές στους δυναμικούς τόνους που ο καθένας τους συνεισφέρει στο τελικό αποτέλεσμα. Έτσι και το δεύτερο κομμάτι αν και ξεκινά σε μια πιο medidative drone φάση εκ μέρους του Flower, o Corsano έρχεται και πάλι δυναμικά αλλά όχι πιεστικά στο σκηνικό για να το απογειώσει και πάλι σε άπιαστους psych free jazz ουρανούς. Σίγουρα, η απόλυτη Flower - Corsano εμπειρία είναι να μπορέσεις να δεις και να ακούσεις αυτά τα φοβερά πράγματα κάπου live. Είμαι φύση αισιόδοξος, κάποτε θα έρθουν και από εδώ, ο Corsano έξαλλου έχει ήδη έρθει. Μέχρι τότε το τρίτο τους Lp θα κάνει την δουλίτσα του.

((E A R)) ((E Y E))

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

RICHARD YOUNGS - "INCEPTOR" (2010)

Μια ακόμη κυκλοφορία, η πρώτη αν δε κάνω λάθος για τη φετινή χρόνια, από τον ακούραστο Richard Youngs – έναν από τους αγαπημένους μουσικούς αυτού του blog. Στο Inceptor, που κυκλοφορεί από την εταιρία του (ουδέν σχόλιο) David Keenan, Volcanic Tongue, ο βρετανός πειραματιστής αλλάζει ξανά ύφος και επιχειρεί να θυμηθεί τα νιάτα του. Παίρνει λοιπόν την ηλεκτρική του κιθάρα και αρχίζει να σολάρει και να αυτοσχεδιάζει, σε μια ηχογράφηση που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γίνει από το υπνοδωμάτιο του σπιτιού του, ένα λίγο βαρετό βραδινό, πριν πέσει για ύπνο. Ο Youngs με την αμεσότητα του τυχαίου και του πηγαίου ερασιτεχνισμού, πιάνει μελωδίες και ακόρντα, χοροπηδά πάνω σε νότες και αυτοσχέδιες γραμμές, σαν κάποιος πιτσιρικάς που μόλις αρχίζει να μαθαίνει κιθάρα. Με την διαφορά ότι ο Youngs και κιθάρα ξέρει και ταλέντο έχει και μπορεί να αυτοσχεδιάζει με ευκολία. Το αποτέλεσμά λοιπόν φέρνει πολύ στο νου τον Ιάπωνα Keiji Haino, μόνο που ο ήχος είναι γυμνός από πολλές παραμορφώσεις και πετάλια, ξερός και διαπεραστικός, με μόνη συνοδεία τη φωνή του ίδιου του Youngs, να σιγοτραγουδάει κάποιους στίχους αραιά και που, κάπου από το βάθος. Το μικρό σε διάρκεια αποτέλεσμα είναι φυσικά ενδιαφέρον, είναι φυσικά διαφορετικό σε όσα μας έχει συνηθίσει ο πολυμήχανος αυτός μουσικούς, αν και δεν είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζει ένα διαφορετικό μουσικό είδος, αρά μάλλον μας έχει συνηθίσει στις συνεχείς αλλαγές – ο δίσκος, ηχογραφημένος παρεμπιπτόντως το 2008 και σε κυκλοφορία μόλις 300 αντιτύπων, μοιάζει με σπουδή πάνω στον αυτοσχεδιασμό και στο ύφος, συγγενικό πέραν του Keiji Haino, με το Jandek, με την free Jazz, με αρκετές κυκλοφορίες της Psf, με μία ελεγεία στην ελευθερία της μουσικής έκφρασης, πέρα από δομή, νόρμα, μορφή και επανάληψη.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

SPROATLY SMITH - "PIXIELED" (2010)

Εδώ και μέρες ήθελα να ανεβάσω αυτό το album, μα τα άτιμα οχτάωρα των δώδεκα ωρών δεν μου άφηναν καθόλου χρόνο. Η μυστηριώδης μπάντα με το περίεργο όνομα Sproatly Smith μας έρχεται από την Βρετανία και αυτή εδώ είναι η δεύτερη περίπου κυκλοφορία της. Δεύτερη μιας και έχει προηγηθεί το αξιόλογο The Yew And The Hare και περίπου μιας και τα album αυτά έχουν κυκλοφορήσει από την Reverb Worship, που αν και έχει έναν ζηλευτό κατάλογο αρνείται να βγάλει κανονικά c.d. ή βινύλια και επιμένει στις μετρημένες (συνήθως 50 παρακαλώ) κόπιες c.d.-r. Το περιεχόμενο τώρα του Pixieled είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρον, ιδίως σε κολλημένους με την φολκ σαν την αφεντιά μου. Ορμώμενος από τον μύθο-παραμύθι του ομότιτλου και μάλλον καλύτερου κομματιού του δίσκου, θα περιγράψω αυτή τη κυκλοφορία σαν μια νεφελώδη μελωδική πανδαισία, σε ένα μυστηριώδες δάσος, με φλάουτα, κιθάρες και γλυκές φωνές να χάνονται μέσα στην ήπια ομίχλη ενός θερμού drone - ένα εξαίρετο βουκολικό απόσταγμα. Με πιο απλά και λιγότερο αλλοπαρμένα λόγια, το Pixieled είναι ένα ολοκληρωμένο album με δυνατές μελωδικές γραμμές στις κιθάρες, που πατούν με επιτυχία πάνω στην folk βρετανική παράδοση, με πολλά field recordings, με διάφορα πουλιά και ζώα του δάσους να ξεπροβάλλουν ξαφνικά μέσα από μυστικιστικά και μικρής διάρκειας drone, με spoken words, με την απλότητα και την αμεσότητα της παραδοσιακής αυτής μουσικής, δίχως πολλούς πειραματισμούς και πολλές γιρλάντες, δίχως πλατιάσματα και ψυχεδελικά αδιέξοδα, δίχως τίποτα το περιττό και το κουραστικό, με άμεσες αναφορές στο παρελθόν μέσα από τη διασκευή των κομματιών Spring Strathspey και A Leaf Must Fall, καθώς και το παραδοσιακό και αρκετά γνωστό κομμάτι The Magpie's Nest. Φυσικά δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι το μοναδικό, οι Spoartly Smith δεν δημιουργούν κάτι καινούργιο στο μουσικό στερέωμα, μα, από την άλλη, έχουμε να κάνουμε με μία ειλικρινή και αξιοπρόσεκτη δουλειά που διαφέρει με το πρώτο άκουσμα από τη πληθώρα των κυκλοφοριών αυτού του είδους και που σίγουρα μπορεί να ακουστεί περισσότερες της μίας φοράς από όσους αρέσκονται στο folk. Πάντως εγώ σε αυτά τα ατελείωτα οχτάωρα των δώδεκα ωρών το έβαλα πολλά πρωινά στο repeat. Εξάλλου, είμαι παλιοφολκάς, τι να κάνουμε;

((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

SUUM CUIQUE – “MIDDEN” (2010)

Η περίπτωση των άγνωστων βρετανών Suum Cuique χρήζει, πραγματικά, της ιδιαίτερης προσοχής αυτών που αναζητούν τις ουσιαστικές ambient drone κυκλοφορίες. Στην αρχή, πριν ακούσω – βυθιστώ στο πυκνωτικό ηχητικό σύμπαν των Suum Ciuque, νόμιζα πως πρόκειται για άλλη μια new age / hypnagogic drone ψυχεδελική βόλτα στην γκλαμουράτη πλευρά των 80s. Καμία σχέση. Εδώ έχουμε να κάνουμε με υψηλότητας καθαρότητας, αναλογικής προελεύσεως ήχο-κύματα που μοιάζουν να βουτούν αδιάκοπα σε αβυσσώδη πελάγη χαμηλών συχνοτήτων, χωρίς, όμως, να τρεμουλιάζουν από το ανούσιες μπάσο – παραμορφώσεις. Παράλληλα, ψήγματα από πρωτόλειους ηλεκτρονικούς θορύβους αλλά και ζωντανές ηχογραφήσεις χαοτικά φυσικά φαινόμενα όπως βροντές, αστραπές και ριπές ανέμου βρίσκουν την κατάλληλη θέση στην τελική μίξη. Mάλιστα, η εξέλιξη των συνθέσεων αν μοιάζει ληθαργικά αργόσυρτη και κλιμακώνεται με έναν σχεδόν ανεπαίσθητο εντροπικό τρόπο που φέρει στο νου σοβαρές περιπτώσεις deep listening drone όπως το “Adnos” της Eliane Radigue. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως πολλοί τίτλοι των κομματιών εμπνέονται από κοσμικών διαστάσεων φυσικές διεργασίες (βλ “Entropy”, “Lithic Reduction”, “Cyclic Redundancy”) και σε πολλά σημεία νομίζεις ότι τις αναπαριστούν με μαθητική ακρίβεια. Αλήθεια, είχα πολύ καιρό να ακούσω μουσική που να σε φέρει ακουστικά τόσο κοντά τέτοια αφηρημένα φυσικά φαινόμενα, χωρίς να γίνεται κουραστικά «πειραματική». Το “Midden” είναι ένα άκρως εμπνευστικό άκουσμα εάν εκπονείς κάποιο «κουλό» μεταπτυχιακό υποατομικής φυσικής στο MIT ή στο Cambridge . Βέβαια, λειτουργεί το ίδιο καλά και για όποιον που απλά θέλει να φαντασιωθεί κάποιες στιγμές ότι καταπιάνεται με κάτι τέτοιο.

((E A R)) ((E Y E))

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

PETE SWANSON – ‘WHERE I WAS’ (2010)

Μετά από την κάπως απότομη διάλυση το 2008 των πολύ αγαπημένων drone noise αρχιμαστόρων Yellow Swans, περίμενα με αρκετή καψούρα κάτι νέο από τα δύο βασικά τους μέλη. Όμως, το μόνο που κυκλοφορούσε ήταν ανέκδοτες ηχογραφήσεις των Swans, οι οποίες μάλιστα ήταν τόσο ποιοτικές, όπως το φετινό ‘Going Places’, που κάπως αμφέβαλες για το αν ο Swanson θα ηχογραφούσε κάτι τελικά και αν αυτό θα στέκονταν ανταγωνιστικά μπροστά στη βαρύ σκιά του παρελθόντος. Ε, λοιπόν, τέρμα τα ψέματα το ‘Where I Was’ είναι εδώ και είναι πραγματικά γκολ από τα αποδυτήρια που έλεγε και ο Μήνας. Αποτελείται από διάσπαρτες ηχογραφήσεις των τελευταίων 3 χρόνων και παρόλα αυτά δεν υπολείπεται σε συνοχή και καθαρότητα γραφής. Το μουσικό ύφος διαφέρει ελάχιστα όπως είναι φυσικό από τους Yellow Swans : επαναληπτικά, σχεδόν αέναα, υψίσυχνα drones διαπλέκονται με πιο τραχείς θορυβώδεις αναλογικής υφής ήχους σε ένα ευρείας κλίμακας μουσικό πλαίσιο που ούτε αδιάφορο χαλαρό ambient μπορείς να το πεις, αλλά και ούτε συγκρουσιακό noise. Μάλλον, εκστατική / ευφορική νέα avant noise μουσική. Ταυτόχρονα, ο Swanson συστήνει και κάποια νέα στοιχεία στην μουσική του, όπως είναι τα θαμμένα στη μίξη απεγνωσμένα ουρλιαχτά – φωνητικά που δίνουν μια περισσότερο δραματική και ανθρώπινη νότα όταν το βάρος της μουσικής πυκνότητας γίνεται κάπως δυσβάστακτο για τον ακροατή. Ακόμη, σε κάποια σημεία ο Swanson εγκαταλείπει το απλωμένο ομιχλώδες του στυλ για μια πιο άμεση σχεδόν rock προσέγγιση, κυρίως στο ριφφάτο “D.L.A.” που θυμίζει Dead C στις αρχές των 90’s αλλά και στο βασισμένο στις μινόρε ηλεκτρικές κιθάρες μελαγχολικό “U.O.B.”, δύο από τα highlights του άλμπουμ. Συνοψίζοντας, ο Swanson φαίνεται πως έχει πολλά να δώσει ακόμα στην σύγχρονη ambient / drone / noise σκηνή και όπως ο Fennesz ή ο Philip Jeck μερικά χρόνια πριν, έχει διαμορφώσει τον δικό του χαρακτηριστικό ήχο και τώρα δεν μένει παρά να τον τελειοποιεί με κάθε νέα κυκλοφορία του.

((E A R)) ((E Y E))